246/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated246/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από την προαναφερόμενη διάταξη ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων δεν διαχειρίσθηκε τις εισπράξεις του πρακτορείου της, που συνιστούν το αντικείμενο της ένδικης υπεξαιρέσεως, και επομένως δεν διέπραξε υπεξαίρεση σε βάρος της, όπως οι επί του ζητήματος αυτού πραγματικές παραδοχές αναπτύσσονται στο αναιρετήριο.
Full text
Απόφαση 246 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 246/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Α. Τ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρτεμησία Διδίλη. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ε. χήρας Ι. Ε. Χ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Ε. Ι. Χ., ως νομίμων καθολικών εξ' αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 11-8-2010 Ι. Χ. του Ε.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη - Φίλιππο Χαμαλέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3446/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4444/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 20-2-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αναιρεσείουσα με την από 6.6.2011 προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή της, την οποία είχε απευθύνει κατά της αναιρεσίβλητης και του ανηλίκου τέκνου της Ε. ως κληρονόμων του Ι. Χ., ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, να της πληρώσουν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της αδικοπραξίας (υπεξαίρεσης), που τέλεσε σε βάρος της ο δικαιοπάροχός τους.
Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3446/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 4444/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση των εναγομένων κατά της ανωτέρω απόφασης και, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου.-
Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ. τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/1010).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 εδ. β' του άρθ. 559 ΚΠολΔ (όπως εκτιμήθηκε) προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ότι συνήψε με το δικαιοπάροχο των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ι. Χ. προφορικά αφανή εταιρία, με τη σκέψη ότι ο ανωτέρω, όντας έμπειρος επιχειρηματίας και με πανεπιστημιακή μόρφωση, θα απαιτούσε για την κατοχύρωσή του, προκειμένου να συμμετάσχει σε αφανή εταιρία, την κατάρτιση αυτής εγγράφως, πλην όμως με την κρίση του αυτή (το Εφετείο) παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς το θέμα της συνάψεως μίας τέτοιας εταιρίας προφορικά ή εγγράφως, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής η τήρηση του έγγραφου τύπου στη δική της μόνο κατοχύρωση θα κατέτεινε. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία των άρθρων 285-291 ν. 4072/2012.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από την προαναφερόμενη διάταξη ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων δεν διαχειρίσθηκε τις εισπράξεις του πρακτορείου της, που συνιστούν το αντικείμενο της ένδικης υπεξαιρέσεως, και επομένως δεν διέπραξε υπεξαίρεση σε βάρος της, όπως οι επί του ζητήματος αυτού πραγματικές παραδοχές αναπτύσσονται στο αναιρετήριο.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του για τα ζητήματα αυτά σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά μετά από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, ενόρκων βεβαιώσεων τρίτων και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Επομένως, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ.
Η επίκληση, όμως, της νομολογίας δια της αναφοράς σχετικών δικαστικών αποφάσεων δεν αποτελεί επίκληση αποδεικτικού μέσου υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ (ΑΠ 1578/1990, ΑΠ 358/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα (ημερήσια εκκαθαριστικά της ταμειακής μηχανής), που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση.
Από τη ρητή, όμως, αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της βεβαιώσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα αποδεικτικά αυτά μέσα και επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο ίδιος ο λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη του δικαστηρίου οι δικαστικές αποφάσεις, που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί για τη νομολογιακή θεμελίωση των θέσεών της, είναι απαράδεκτος, διότι όπως προαναφέρθηκε η επίκληση της νομολογίας δια της αναφοράς των οικείων δικαστικών αποφάσεων δεν αποτελεί επίκληση αποδεικτικού μέσου υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α' και β' ΚΠολΔ, όπως είχε πριν καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 ν. 4335/2015), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (Ειρηνοδικείων, Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου τα οποία με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.
β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου 270. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ.
γ' ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270 παρ. 2, 4, 6 και 7 και 271 έως 312. Από τις συνδυασμένες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, μπορεί να λάβει υπόψη του οποιοδήποτε αποδεικτικά μέσα, έστω και αν αυτά δεν πληρούν του όρους του νόμου τα οποία εκτιμά ελεύθερα, αφού δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ τους.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή εφαρμόζεται, αν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος (βλ.
άρθρο 352 ΚΠολΔ). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα (λ.χ στις καταθέσεις των μαρτύρων) μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 1311/2010).
Εν προκειμένω, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική αξία στις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων απ' ό,τι σ' εκείνες των δικών της μαρτύρων, καθώς και ότι δεν εκτίμησε ορθά τα τεκμήρια που συνάγονταν από τα έγγραφα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε, είναι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα απαράδεκτος, κατά πρώτο μεν λόγο, διότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφια α' και β ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα τη μη ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου, κατά δεύτερο δε λόγο, διότι το Εφετείο προέβη σε ελεύθερη εκτίμηση του περιεχομένου των επίμαχων μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένα δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 1113/2009, ΑΠ 344/2007).
Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 233/2011).
Εν προκειμένω, ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις περί κατανομής του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως (338 ΚΠολΔ), ως προς την απόδειξη της ιστορικής βάσεως της αγωγής, που ιστορικό θεμέλιο είχε την αναφερόμενη αδικοπραξία (υπεξαίρεση), εκ του ότι αξίωσε από την ενάγουσα να αποδείξει με έγγραφο τη σύσταση της αφανούς εταιρίας, που κατά τους ισχυρισμούς της συνέδεε αυτήν και τον υπεξαιρέτη, παρότι ένα τέτοιο έγγραφο δεν θα μπορούσε να έχει συνταχθεί γιατί θα ήταν αντίθετο με την νομοθεσία που διέπει τον ΟΠΑΠ και τα πρακτορεία του, είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη διαφορά δεν εκδόθηκε απόφαση περί αποδείξεως, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως.
Το δικαστήριο της ουσίας δίκασε κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφια α' και β ΚΠολΔ και, εκτιμώντας ελεύθερα το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, κατέληξε στην κρίση του ότι δεν αποδείχθηκε η προβαλλόμενη από την ενάγουσα σύσταση αφανούς εταιρίας μεταξύ αυτής και του δικαιοπαρόχου των εναγομένων και περαιτέρω ότι κατά συνέπεια δεν διαπράχθηκε υπεξαίρεση σε βάρος της στα πλαίσια μίας τέτοιας (ανύπαρκτης) αφανούς εταιρίας.
Ο ίδιος λόγος, κατά την αιτίαση περί εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρονται πλην άλλων στο αναιρετήριο και μάλιστα αριθμητικά οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής IURA NOVIT CURIA, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 601/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Ι. Χ. εάν είχε συνάψει μαζί της αφανή εταιρία για τη λειτουργία του επ' ονόματί της λειτουργούντος πρακτορείου ΟΠΑΠ θα είχε καταρτίσει αυτό εγγράφως και γι' αυτό θεώρησε αναπόδεικτο τον ισχυρισμό της, παρότι κατά την ισχύουσα για τα πρακτορεία αυτά νομοθεσία δεν θα ήταν δυνατή μία τέτοια έγγραφη σύμβαση. Δεν παρατίθενται, όμως, στο αναιρετήριο οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου οι οποίοι φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου με τις παραδοχές αυτές του Εφετείου. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος ελέγχεται ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση, που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 130/2012).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του από 17.11.2011 εγγράφου του ΟΠΑΠ έδωσε σ' αυτό την εσφαλμένη ερμηνεία, που οι εναγόμενοι υποστήριζαν, δηλαδή ότι η αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου της από τον ΟΠΑΠ έγινε για λόγο διαφορετικό από εκείνον, που αυτή υποστήριζε και η μάρτυράς της επιβεβαίωσε με την κατάθεσή της. Ενόψει αυτών, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τα παρατιθέμενα στο αναιρετήριο σχετικά αποσπάσματα της απόφασής του, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου κατά το επίμαχο περιεχόμενό του, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, κατέληξε απλώς, συνεκτιμώντας το περιεχόμενο του με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί σωστό, χωρίς μάλιστα να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης βαρύνουν την αναιρεσείουσα, που ηττάται (176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Οκτωβρίου 2014 αίτηση της Α. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4444/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ