Legislator Case Law & Legislation
246/2016 AI generated

246/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 246/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 246 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

246/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 246 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 246 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 246/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δεληγιάννη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, και 2) Λ. Μ. του Κ., 3) Σ. Λ. Μ. του A., 4) Ά. Γ. Μ. του Ά. Έ., 5) Μ. Γ. συζύγου Ά. Γ. Μ., 6) Φ. Μ. του Ά., ανήλικου τέκνου που εκπροσωπείται από τους ασκούντες τη γονική της μέριμνα γονείς της, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, 7) Β. Μ., κατοίκων ... και 8) Σ. Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Μητράγκα-Νάτσινα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Νάτσινας, ανακάλεσε την από 23-10-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη και την εκπροσώπησε δήλωσε δε ότι η όγδοη αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 31-12-2010 σύμφωνα με την από 5-1-2011 πράξη καταγραφής θανάτου και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι της, δεύτερη αναιρεσίβλητη, Λ. Μ., και Κ. Ν. Γ. Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2008 αγωγή των ήδη δεύτερης έως και έβδομης αναιρεσιβλήτων, καθώς και της αρχικής ενάγουσας Σ. Χ., η οποία απεβίωσε, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2009 μη οριστική, 41/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2013 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-12-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 11-3-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Βασιλείου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσίβλητης και του Κ. Ν. Γ. Χ. την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινoμένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 110/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με αυτήν το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθ. 41/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Με την ως άνω απόφαση είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή των δεύτερης έως όγδοης από τους αναιρεσιβλήτους, αναφορικά με αξιώσεις τους ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία.

Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, το έννομο συμφέρον της ασκηθείσας αναίρεσης, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Αρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη η αναίρεση ελλείψει έννομου συμφέροντος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διατάξεις ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτό που να βλάπτουν τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ήταν στη δευτεροβάθμια δίκη ομόδικος της αναιρεσείουσας (εκκαλούσα) ως εναγομένη από τους υπόλοιπους (δεύτερο έως όγδοο) αναιρεσίβλητους, για την επιδίκαση, εις ολόκληρον εκάστη εξ αυτών, στους τελευταίους, χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων απ’ αυτές υπαλλήλων τους, που είχε ως επακόλουθο τον θάνατο της συγγενούς τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, δεν περιέχεται δε διάταξη στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε άλλωστε γίνεται επίκληση τέτοιας διάταξης στο αναιρετήριο, υπέρ της άνω αναιρεσίβλητης (πρώτης) που να είναι βλαπτική των συμφερόντων της αναιρεσείουσας. Επομένως, η κρινόμενη αναίρεση της τελευταίας ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ και 287 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 ΚΠολΔ, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ή με δήλωση αυτού κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η όγδοη των αναιρεσιβλήτων S. H., εμφανίσθηκε όμως, ο νομίμως διορισθείς, από την ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη L. M. του K., και τον K. D. G. H., πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών, Γεώργιος Νάτσινας (βλ. υπ’ αριθ. .../20-11-2015 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Κοζάνης Λ.Τ. Σιούλα), ο οποίος, για λογαριασμό των εντολέων του, δήλωσε ότι η άνω (όγδοη) των αναιρεσιβλήτων S. H., απεβίωσε και η δίκη συνεχίζεται από αυτούς, με την ιδιότητά τους ως μοναδικών κληρονόμων της αποβιώσασας, δυνάμει της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης διαθήκης της τελευταίας. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει, ότι η εν λόγω αναιρεσίβλητη (όγδοη) απεβίωσε στην Αγγλία στις 31-12-2010 (βλ. σε επικυρωμένη μετάφραση στα ελληνικά εκ του προσκομιζομένου πρωτοτύπου στην αγγλική γλώσσα πιστού αντιγράφου της υπ’ αριθ. ...05-01-2011 ληξιαρχικής εγγραφής θανάτου του ληξιάρχου της πόλης Νότιγχαμ Αγγλίας), η οποία κατά τον θάνατό της, με την από 19-12-2010 διαθήκη της, που προσκομίζεται σε επικυρωμένη μετάφραση στα ελληνικά, κατέλειπε ως κληρονόμους της, κοινά και κατ’ ισομοιρίαν, τα μοναδικά τέκνα της ήτοι, την δεύτερη των ήδη αναιρεσιβλήτων θυγατέρα της L. M. του K., και τον υιό της K. D. G. H., οι οποίοι ορίστηκαν επίσης εκτελεστές της διαθήκης της (βλ. σε επικυρωμένη μετάφραση εκ του προσκομιζομένου πρωτοτύπου το από 7-7-2011 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου της Περιφερειακής Γραμματείας Κληρονομιών του Δικαστηρίου του Μάνντσεστερ Αγγλίας, καθώς και το συνημένο σ’ αυτήν αντίγραφο της διαθήκης της άνω θανούσας στην αγγλική γλώσσα που προσκομίζεται σε επικυρωμένη μετάφραση στα ελληνικά). Ενόψει αυτών, και αφού δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα η ιδιότητα των ανωτέρω ως κληρονόμων της άνω θανούσας, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτής.

Κατά το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 της 22ας/12/2000 του Συμβουλίου, ο οποίος αντικατέστησε από 1-3-2002 τη Σύμβαση των Βρυξελλών, που κυρώθηκε με τον ν. 1814/1988 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1. α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή...2...3) Ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τις ενοχές από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία ιδρύεται δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων εφόσον στην Ελλάδα συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, υπό την έννοια της απ’ ευθείας παραγωγής στην Ελλάδα των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του γεγονότος αυτού σε βάρος του αμέσως ζημιωθέντος (ΑΠ 1027/2011). Η έννοια της ενοχής από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία του ως άνω άρθρου καθορίζεται με αυτόνομα κοινοτικά κριτήρια και περιλαμβάνει κάθε απαίτηση με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά διαφορές από σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 5 συμ.1 ΣτΒ (υπόθ. Δ.Ε.Κ. 27-9-1988 Κ. V. S.) 189/87). Περαιτέρω, στο άρθρο 23 του 44/2001 Κανονισμού ορίζεται ότι: "αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάσουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους μέλους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτιστεί: α) είτε γραπτά, είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση....". Περαιτέρω, στο άρθρο 24 ορίζεται ότι: "πέραν των περιπτώσεων όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται, αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 22". Η συμφωνία παρεκτάσεως αποτελεί δικονομική σύμβαση, το κύρος δε και ο τύπος της κρίνεται κατά τη lex fori. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 42, 43 και 44 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να αποκλειστεί η διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί υφισταμένων και αν η συμφωνία γίνει εγγράφως και επί διαφορών που θα προκύψουν στο μέλλον, από ορισμένη έννομη σχέση, εφόσον τούτο καθορίζεται κατά τρόπο σαφή. Στην περίπτωση αυτή, με βάση τη γενική αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως, οι διάδικοι με τη συμφωνία τους εκφράζουν τη βούλησή τους και έτσι προβαίνουν στον καθορισμό του συγκεκριμένου κατά τόπο αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, η δε συμφωνία τους είναι έγκυρη, εκτός αν συντρέχουν άλλοι λόγοι νόμιμης προσβολής της (ΟλΑΠ 4/1992). Τυχόν τέτοια συμφωνία καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις που απορρέουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες εάν οι υποθέσεις κρινόντουσαν χωριστά (ΑΠ 1697/2013, 755/1993). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ενώ αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, με συνέπεια να απορρίψει έτσι κατά το άρθρ. 4 ΚΠολΔ την αγωγή, μολονότι είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια, αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο (ΟλΑΠ 293/1981, ΑΠ 8/2015). Στην ένδικη υπόθεση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την αγωγή οι δεύτερη έως όγδοη από τους αναιρεσιβλήτους, Άγγλοι υπήκοοι, ισχυρίστηκαν ότι στις 31-7-2003, η ανήλικη συγγενής τους L. M. έχασε τη ζωή της σε ατύχημα που συνέβη κατά τη διάρκεια των διακοπών της στη θαλάσσια περιοχή που βρίσκεται μπροστά από το ξενοδοχείο "...", υπό τις στην αγωγή εκτιθέμενες συνθήκες. Ότι το ατύχημα προκλήθηκε από υπαιτιότητα (αμέλεια) του διευθυντή της ξενοδοχειακής μονάδας και υπευθύνου λειτουργίας του κέντρου παροχής δωρεάν θαλασσίων μέσων αναψυχής στους πελάτες αυτής, της υπεύθυνης της παραλίας και δραστηριοτήτων που διεξάγονταν σ’ αυτήν και του βοηθού της, οι οποίοι ήταν προστηθέντες υπάλληλοι των δύο εναγόμενων εταιριών, ήδη αναιρεσείουσας και πρώτης αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, με την πρώτη από τις οποίες (εναγόμενες) η πρώτη ενάγουσα (δεύτερη αναιρεσίβλητη) είχε καταρτίσει, για λογαριασμό της ανήλικης θανούσας θυγατέρας της, σύμβαση "αγοράς πακέτου διακοπών", στο οποίο συμπεριλαμβανόταν διαμονή στο ξενοδοχείο, αλλά και συμμετοχή σε διάφορες δραστηριότητες θαλάσσιων σπορ που παρείχαν οι εναγόμενες . Ότι από την αιτία αυτή η πρώτη των εναγόντων υπέστη θετικές ζημίες συνολικού ύψους 4.632,57 €, ενώ όλοι οι ενάγοντες, συγγενείς της θανούσας, υπέστησαν ψυχική οδύνη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται έκαστος χρηματική ικανοποίηση, την αναγνώριση και καταψήφιση δε των εν λόγω αξιώσεών τους ζήτησαν, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή τους. Ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι εναγόμενες προέβαλαν ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της διαφοράς, επικαλούμενες τους όρους κράτησης που εμπεριέχονται στο διαφημιστικό φυλλάδιο της πρώτης τούτων, μεταξύ των οποίων και εκείνος περί υπαγωγής κάθε διαφοράς στη δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων και τους οποίους αποδέχτηκε η δεύτερη αναιρεσίβλητη υπογράφοντας το σχετικό έντυπο κράτησης. Με την οριστική απόφαση απορρίφθηκε η ένσταση αυτή, την οποία η αναιρεσείουσα επανέφερε στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο τον λόγο αυτό, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες, υπήκοοι Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας, με την υπό κρίση αγωγή ζήτησαν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και τα έξοδα κηδείας από τον επισυμβάντα στην περιοχή ... Αιτωλοακαρνανίας θάνατο της 11ετούς συγγενούς τους L. M., υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή κατά τόπο και χρόνο συνθήκες. Την αγωγή τους αυτή ως εκ του περιεχομένου της σαφώς προκύπτει, στήριζαν στην αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων από τις εναγόμενες εταιρίες προσώπων. Με το περιεχόμενο αυτό το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς απέρριψε την νομότυπα προβληθείσα ένσταση των εναγομένων εταιριών περί ελλείψεως δικαιοδοσίας, την οποία επαναφέρουν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους. Και τούτο, διότι,..., προκειμένης αγωγής εξ αδικοπραξίας, η οποία έλαβε χώρα στην ημεδαπή, η οποία αποτελεί και τον τόπο εκπληρώσεως της παροχής, καθιδρύεται αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστηρίων, δεκτού όντος ότι η επικαλούμενη εκ μέρους των εναγομένων συνομολόγηση παρέκτασης αρμοδιότητας δυνάμει αποδοχής εκ μέρους της πρώτης ενάγουσας των όρων του εντύπου κράτησης της πρώτης εναγομένης, αναγνωρίζουσα αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων, καταλαμβάνει αμιγώς διαφορές ανακύπτουσες από αυτήν καθεαυτήν την εκπλήρωση των όρων της συμβάσεως, όχι όμως και θέματα αδικοπρακτικής ευθύνης. Άλλωστε, δεν πληρούται η αίτηση του εγγράφου τύπου σε περίπτωση που η ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας περιλαμβάνεται στους γενικούς όρους πωλήσεως ενός των μερών, οι οποίοι έχουν τυπωθεί στο πίσω μέρος της συμβάσεως, παρά μόνον αν η σύμβαση που υπογράφηκε από τα δύο μέρη, περιλαμβάνει ρητή παραπομπή, στους γενικούς αυτούς όρους.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της έφεσης των εναγόμενων με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν".

Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αρ. 4 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη συμβλήθηκε με αυτήν (αναιρεσείουσα) υπογράφοντας το από 25/4/2003 έντυπο κράτησης, ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης κόρης της αποδεχόμενη πλήρως το περιεχόμενο των "όρων κράτησης" και συνακολούθως την αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή απαραδέκτως ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Όμως, η με βάση τις ανωτέρω αιτιάσεις, επιχειρούμενη στοιχειοθέτηση των πλημμελειών από τους αρ. 4 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προεχόντως, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν αποτέλεσαν και ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, υπό την επίκληση δε των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών προσβάλλεται, απαραδέκτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αναφορικά με την συνομολόγηση συμφωνίας παρεκτάσεως. Αντιθέτως, προκείμενης διαφοράς από αδικοπραξία που έλαβε χώρα στην Ελλάδα (γεγονός δημιουργικό διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων), με την πιο πάνω επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία με επάρκεια στηρίζει το απορριπτικό διατακτικό της, έγινε δεκτό ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος για την έγκυρη συμφωνία περί παρεκτάσεως, σε τρόπον ώστε με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, με το να δεχθεί την ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, εφόσον, σύμφωνα με την προεκτεθείσα παραδοχή του, δεν καταρτίσθηκε έγκυρη σύμβαση παρεκτάσεως της δικαιοδοσίας των αγγλικών δικαστηρίων, αφού δεν τηρήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ο απαιτούμενος προς τούτο έγγραφος τύπος, και επομένως, ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που αναφέρεται στην από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως ορθά εκτιμάται, είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 9-12-2013 αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 110/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ