246/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό την υπ` αριθμ. 9.775/17-9-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Β., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (13-1-2015). Επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο, κατά την από το οικείο πινάκιο νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated246/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι εργασιακές σχέσεις των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ρυθμίζονταν αρχικά από τον Οργανισμό Υπηρεσίας της που καταρτίστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιό της και κυρώθηκε με το Β.Δ. της 17/26-9-1953 ‚κατ' εφαρμογή του άρθ.1 του ν.δ. 2510/1053, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και είχε ισχύ νόμου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 246 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 246/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου
Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 13η Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Α. του Κ. κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Μαρίας-Πηνελόπης Λιακόγκωνα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 960/2011 μη οριστική, 645/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1895/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 23-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την υπ` αριθμ. 9.775/17-9-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Β., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (13-1-2015). Επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο, κατά την από το οικείο πινάκιο νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
2. Οι εργασιακές σχέσεις των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ρυθμίζονταν αρχικά από τον Οργανισμό Υπηρεσίας της που καταρτίστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιό της και κυρώθηκε με το Β.Δ. της 17/26-9-1953 ‚κατ' εφαρμογή του άρθ.1 του ν.δ. 2510/1053, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και είχε ισχύ νόμου.
Ο παραπάνω Οργανισμός Υπηρεσίας της εναγομένης καταργήθηκε αναδρομικά από 12-3-2001 σύμφωνα με το άρθρ. 46 παρ. 2 του ν.2956/2001, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος Κανονισμός εργασίας και προσωπικού της τράπεζας, ο οποίος καταρτίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876/1990 με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, συνήφθη δε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε και κατατέθηκε νομίμως στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5/12-3-2001 και ως εκ τούτου έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 2 παρ. 6,7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του ν.1876/1990 ( ΑΠ 1494/2010, ΑΠ 1751/2008).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 4 και 13 του ανωτέρω ήδη ισχύοντος Κανονισμού της , οι προαγωγές του προσωπικού της στις οργανικές θέσεις, από τον βαθμό του Υποδιευθυντή Β' και άνω, ενεργούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Διοικητή, κατ' απόλυτη εκλογή, εφόσον ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον ευδόκιμη πραγματική υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.
Η κρίση για το ευδόκιμο της τοιαύτης υπηρεσίας και η ακολουθούσα "απόλυτη εκλογή", καίτοι οι ως άνω διατάξεις δεν εμπεριέχουν ρητή μνεία, θα πρέπει να σχηματίζεται με βάση τα στοιχεία του ατομικού φακέλου κάθε υπαλλήλου και ειδικότερα των εκθέσεων (Δελτία Ποιότητας), που συντάσσονται κάθε έτος από τα αρμόδια όργανα (άρθρο 12 του Κανονισμού) και περιέχουν κρίσεις σχετικές με τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία και την ποιοτική και ποσοτική επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, όπως άλλωστε όριζε και ο προϊσχύσας Οργανισμός της Ε.Τ.Ε.
Η αξιολόγηση των προσόντων των κρινόμενων, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία των ατομικών φακέλων, αναφορικά με την ειδικότητα, την επιμέλεια, τις γνώσεις, την ευσυνειδησία, την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και τις οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία και γενικά την υπηρεσιακή συμπεριφορά τους, αποτυπωμένη κυρίως στις εκθέσεις - δελτία ή φύλλα ποιότητας, που υποβάλλονται κάθε έτος από τους προϊσταμένους τους, αποτελεί ουσιαστική κρίση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Αν όμως το συμβούλιο παραλείψει κάποιον υπάλληλο που προφανώς υπερέχει ως προς τα προσόντα σε σύγκριση με τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, η προαγωγή των οποίων έγινε κατά παράλειψη εκείνου, τότε η κρίση αυτή του διοικητικού συμβουλίου, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει όταν, καθ` υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, έγινε η παράλειψη της προαγωγής, μολονότι ο υπάλληλος που παραλείφθηκε υπερτερεί καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Στη περίπτωση αυτή διαπράττεται αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και ο παραλειπόμενος δικαιούται ν` ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώρισή της, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παράλειψής του και την επιδίκαση, ως αποζημίωση, των διαφορών αποδοχών και ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του (ΑΠ 709/2013, ΑΠ 440/2009, ΑΠ 134/2007, ΑΠ 749/2001).
Περαιτέρω, στην <<κατ' εκλογή προαγωγή>> σε διευθυντικό βαθμό, μεταξύ των αξιολογικών κριτηρίων που έχουν βαρύνουσα σημασία για την προαγωγική κρίση υπαλλήλου είναι και η άσκηση από τον τελευταίο υπευθύνων καθηκόντων, περιστατικό το οποίο εκφράζει την εμπιστοσύνη της Τράπεζας στις ικανότητες και τα προσόντα του υπαλλήλου για την επιτυχή διεκπεραίωση του ανατιθέμενου έργου και την επάρκεια και εμπειρία του υπαλλήλου να ανταποκριθεί στα υπεύθυνα αυτά καθήκοντα (ΑΠ 1033/2001).
Εξάλλου, οι τίτλοι σπουδών είναι σημαντικό κριτήριο, αφού η κατοχή τους εκφράζει όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου τους, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων, που δικαιολογεί την απρόσκοπτη προαγωγική εξέλιξή του και την κατοχή υπεύθυνων υψηλών θέσεων και την απορρέουσα εκ τούτου ικανότητα σε επιτελικό βαθμό (ΑΠ 175/2007.
ΑΠ 460/2004). Επίσης ουσιαστικά προσόντα αποτελούν η παρακολούθηση από τον μισθωτό επιμορφωτικών σεμιναρίων και η από αυτόν γνώση ξένων γλωσσών (Ολ. ΑΠ 2/1998, ΑΠ 619/1995). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο. κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή‚ ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ ουσία (Ολ ΑΠ 10/2011, 21/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε εκτός των άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, τα εξής: <<Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη κατόπιν διαγωνισμού, στις 6-3-1978 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με το βαθμό του Δόκιμου υπαλλήλου της και εξελίχθηκε έκτοτε ομαλά υπηρεσιακά μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή Β', τον οποίο κατέχει από 1-1-1999.
Είναι απόφοιτος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα χωρίς να κατέχει πιστοποιητικό και έχει παρακολουθήσει έξι επιμορφωτικά σεμινάρια. Στις 3-4-1978, μετά το τέλος της υποχρεωτικής προπαιδεύσεως, ο ενάγων τοποθετήθηκε στο Ναυτιλιακό Κατάστημα, όπου εργάστηκε αρχικώς στην Υπηρεσία Κινήσεως Κεφαλαίων και Καταθέσεων Ταμιευτηρίου, στη συνέχεια στις Προθεσμιακές Καταθέσεις σε ξένο νόμισμα, από 11-5-1982 απασχολήθηκε στις Χορηγήσεις και από 1-5-1983 στην Υπηρεσία Καθυστερήσεων Χορηγήσεων μέχρι και τις 12-11-1985 οπότε του ανατέθηκαν προσωρινώς καθήκοντα Προϊσταμένου αυτής (8° κλιμάκιο ευθύνης).Από 2-1-1986 έως τις 20-9-1994 ανέλαβε τη θέση Προϊσταμένου Υπηρεσίας Καθυστερήσεων (7ο κλιμάκιο ευθύνης) με αρμοδιότητες κυρίως στις χρηματοδοτήσεις των καταστημάτων εξωτερικού.
Ακολούθως, στις 21-9-1994 μετατέθηκε στη Διεύθυνση Ναυτιλιακών Χορηγήσεων ως Προϊστάμενος Τμήματος (5ο κλιμάκιο ευθύνης) και του χορηγήθηκε δικαίωμα Α' υπογραφής. Επιπρόσθετα, έως και το έτος 1998 ασκούσε παράλληλα καθήκοντα Προϊσταμένου του Τμήματος Καθυστερήσεων για τις απαιτήσεις σε οριστική καθυστέρηση (από ναυτιλιακές χρηματοδοτήσεις) όλων των καταστημάτων του εσωτερικού και εξωτερικού.
Ήδη από 304-1998 ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Α. Τ. εισηγήθηκε προς τον Υποδιοικητή της εναγομένης την καταβολή στον ενάγοντα ειδικού bonus 2.5 εκατ. δρχ για την εξοικονόμηση μέσω επιτυχών ενεργειών των συγκεκριμένων εργαζομένων ποσού άνω των 600 εκατ. δρχ για την εναγομένη. Από 15-5-1998 του ανατέθηκαν καθήκοντα Υποδιευθυντή (3ο κλιμάκιο ευθύνης) της ανωτέρω Διεύθυνσης, ενώ από 5-9-2001 ανέλαβε Υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Απαιτήσεων σε Καθυστέρηση.
Στα δελτία ποιότητας-αξιολόγησης των ετών 1979 έως 1997, που συντάχθηκαν από τους προϊσταμένους του, χαρακτηρίζεται "Καλός" (Δ.Π από 1/9/1978 έως 31-8-1980), "Πολύ Καλός" (Δ.Π. από 1-9-1980 έως 31-8-1983, από 1-9-1985 έως 31-8-1989) και "Άριστος" (Δ.Π. από 1-9-1984 έως 31-8-1985,από 1-9-1989 έως 31-12-1994), ενώ στα δελτία αξιολόγησης-ειδικά αξιολογικά σημειώματα των ετών 1996-2000 διακρίνεται για τον ζήλο, την αποτελεσματικότητα και την ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών.
Για τα έτη 2001 έως 2003 δεν συντάχθηκαν Ε.Α.Σ.Α.Σ. Σημειώνεται δε ότι ο ίδιος ουδέποτε τιμωρήθηκε για πειθαρχικό παράπτωμα. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 21-12-2004 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων Υποδιευθυντή Α', προήχθησαν από 1-7-2004 άλλοι ομοιόβαθμοί του Υποδιευθυντές Β', μεταξύ των οποίων και οι κατονομαζόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του, Σ.
Α., Γ. Τ., Α. Τ., Κ. Ζ. και Χ. Ρ. και παραλείφθηκε ο ίδιος (ενάγων). Οι εν λόγω υπάλληλοι είχαν κατά τον χρόνο της επίδικης προαγωγής τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1) Ο Σ. Α...., 2) Ο Γ. Τ. ..., 3) Ο Α. Τ. προσελήφθη από την εναγομένη κατόπιν διαγωνισμού, στις 19-3-1976 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με το βαθμό του Δόκιμου.
Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου, γνωρίζει (κατά δήλωσή του) την αγγλική χωρίς να κατέχει πιστοποιητικό, ενώ δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια. Κατέχει τον βαθμό του Υποδιευθυντή Β' από 1-7-2001. Κατά την πρόσληψή του τοποθετήθηκε στο κατάστημα Δράμας όπου υπηρέτησε έως τις 20-2-1986, αφότου έλαβε αλλεπάλληλες αποσπάσεις στο Σύλλογο Υπαλλήλων Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος.
Στις 6-7-1992 ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Περιφερειακής Διοίκησης (7ο κλιμάκιο ευθύνης), ενώ από 7-11-1992 υπηρέτησε εκ νέου στο κατάστημα Δράμας, έχοντας δικαίωμα Α' υπογραφής. Στις 9-3-1995 αποσπάστηκε στο Σύλλογο Υπαλλήλων Ε.Τ.Ε., όπου και παρέμεινε έως τις 21-4-2004 οπότε και ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού.
Στα δελτία ποιότητας-αξιολόγησης, που συντάχθηκαν από τους προϊσταμένους του, χαρακτηρίζεται "Καλός" (Δ.Π από 1/9/1975 έως 31-8-1981) και "Πολύ Καλός" (Δ.Π. από 1-9-1981 έως 18-2-1990, από 1-1-1993 έως 31-12-1993) ενώ για τα έτη 1990-1992 και 1994-2003 δεν έχουν συνταχθεί φύλλα ποιότητας για τον υπάλληλο αυτό γιατί ήταν αποσπασμένος, όπως προαναφέρθηκε, στο Σύλλογο Υπαλλήλων της ΕΤΕ.
Τέλος, σημειώνεται ότι ο ίδιος ουδέποτε τιμωρήθηκε για πειθαρχικό παράπτωμα. 4) Ο Κ. Ζ.... και 5) Ο Χ. Ρ. ... Από την συγκριτική αντιπαράθεση των υπηρεσιακών προσόντων του ενάγοντος με εκείνα των συγκρινόμενων συναδέλφων του αποδείχθηκε ότι ο πρώτος υστερεί έναντι όλων ως προς γενική αρχαιότητα ενώ υπερτερεί ως προς την ειδική, είναι ισοδύναμος έναντι όλων, πλην του δευτέρου, ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, υπερτερεί έναντι του τρίτου , τέταρτου και πέμπτου των συγκρινόμενων ως προς την κατοχή πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών ενώ είναι ισοδύναμος με τους λοιπούς, υπερτερεί ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των συγκρινόμενων ως προς την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων και ελαφρώς ως προς τον πρώτο, ενώ είναι ισοδύναμος ως προς τον πέμπτο, είναι ισοδύναμος έναντι όλων ως προς την βαθμολογία, υπερτερεί δε έναντι όλων πλην του δεύτερου ως προς τον χρόνο ασκήσεως υπευθύνων καθηκόντων, ενώ ο δεύτερος των συγκρινόμενων υπερτερεί ελαφρώς αυτού ως προς τον χρόνο άσκησης αυτών.
Ακόμη, η ανάθεση στον ενάγοντα καθηκόντων τρίτου κλιμακίου ευθύνης, το οποίο σχετίζεται με τη σπουδαιότητά τους σε προφανή συνάρτηση και με την ικανότητα του υπαλλήλου ν' αντεπεξέλθει σ' αυτά, εγένετο προγενέστερα όλων των συγκρινόμενων. Με βάση τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε καταφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι του πρώτου, δευτέρου, τέταρτου και πέμπτου των συγκρινόμενων συναδέλφων του.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς του συναδέλφου του Α. Τ., ως προς τον οποίο υπερτερούσε τόσο ως προς την ειδική αρχαιότητα‚ όσο και ως προς τις σπουδές, την επιμόρφωση αλλά και ιδιαίτερα ως προς το σημαντικό για τις επίδικες προαγωγές κριτήριο του χρόνου άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων.
Ειδικότερα, ο συγκρινόμενος άρχισε ν' ασκεί ουσιαστικώς υπεύθυνα καθήκοντα από το 1992 και εφεξής. Και ναι μεν ο χρόνος της απόσπασης του τελευταίου στον ΣΥΕΤΕ θεωρείται ευδόκιμη υπηρεσία και δεν συνιστά υπηρεσιακό μειονέκτημα για την προαγωγή του, τούτο όμως έχει την έννοια ότι δεν μπορεί να θεωρηθούν τα ασκούμενα στο συνδικαλιστικό όργανο της εναγομένης καθήκοντά του και για όσο χρόνο αυτά ασκήθηκαν υποδεέστερα από τα υπεύθυνα καθήκοντα των λοιπών υπαλλήλων της που ασκούν τραπεζικές εργασίες, ενώ δεν του προσδίδει αναδρομικώς προβάδισμα έναντι των τελευταίων, με την έννοια της de facto υπεροχής του ως προς το συγκεκριμένο κριτήριο (ακόμη δηλαδή και αν ο χρόνος ασκήσεως των καθηκόντων του ήταν συνολικά πολύ μικρότερος).
Αντίθετα, ο ενάγων άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από τον Νοέμβριο 1985 συνεχώς μέχρι τις επίδικες προαγωγές, και μάλιστα σε ιδιαίτερα νευραλγικό κατάστημα της εναγομένης με δυσχερή και ιδιάζοντα καθήκοντα (ναυτιλιακές χορηγήσεις, προθεσμιακές καταθέσεις σε ξένο νόμισμα, καθυστερήσεις ναυτιλιακών χρηματοδοτήσεων κλπ), σαφώς δυσχερέστερα από τα ασκούμενα σε ένα κοινό κατάστημα του δικτύου της εναγομένης, στα οποία αντεπεξήλθε επιτυχώς...
Επομένως είναι κατάφωρα άδικη και καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ η απόφαση του ΔΣ της εναγομένης που προήγαγε τον Α. Τ. στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-7-2004‚ αντί για τον ενάγοντα, καίτοι αυτό κατά της διατάξεις του Οργανισμού της εναγομένης, πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις προαγωγής και υπερείχε καταφανώς έναντι του προαχθέντος συναδέλφου του.
Συνεπώς αποδεικνύεται ως κατ' ουσίαν βάσιμη η επάλληλη βάση της αγωγής για αναγνώριση της παράλειψης προαγωγής του ενάγοντος και έπρεπε να γίνει δεκτή αυτή και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλλει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές, μεταξύ των αποδοχών που ελάμβανε ως Υποδιευθυντής Β' και των καταβλητέων αποδοχών του Διευθυντή Α' από το χρόνο που θα έδει να προαχθεί .....>>.
Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος υπερέχει καταφανώς σε σχέση με τον ισόβαθμο συνάδελφο του συγκρινόμενο Α. Τ., η δε υπεροχή του αυτή, που συνίσταται ως προς την ειδική αρχαιότητα‚ ως προς τις σπουδές, ως προς την επιμόρφωση και κυρίως ως προς το σημαντικό για τις επίδικες προαγωγές κριτήριο του χρόνου άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων συνεχώς από το έτος 1985 μέχρι το χρόνο των προαγωγών και μάλιστα σε ιδιαίτερα νευραλγικό κατάστημα της εναγομένης με δυσχερή και ιδιάζοντα καθήκοντα (ναυτιλιακές χορηγήσεις, προθεσμιακές καταθέσεις σε ξένο νόμισμα, καθυστερήσεις ναυτιλιακών χρηματοδοτήσεων κλπ), δυσχερέστερα από τα ασκούμενα σε ένα κοινό κατάστημα του δικτύου της εναγομένης, ενώ ο συγκρινόμενος άρχισε ν' ασκεί ουσιαστικώς υπεύθυνα καθήκοντα από το 1992 και εφεξής.
Η διαφορά είναι τόσο καταφανής και σημαντική, ώστε να καθίσταται κατάφορα άδικη η κρίση του αρμόδιου οργάνου της αναιρεσείουσας για προαγωγή του συγκρινόμενου και για την παράλειψη προαγωγής του αναιρεσίβλητου και συνεπώς καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ. Έτσι το Εφετείο που, θεωρώντας την υπεροχή του αναιρεσιβλήτου, καταφανή, δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και γι` αυτό πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως αβάσιμος. 3.
Επειδή με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως δια της μη εφαρμογής τους τις διατάξεις των άρθρων 281 και 914 ΑΚ επί της προταθείσας από την αναιρεσείουσα διακωλυτικής εντάσεως ότι σε κάθε περίπτωση δεν θα προαγόταν κατά τις επίδικες κρίσεις ο αναιρεσίβλητος και αν δεν προάγονταν οι προαναφερόμενοι προαχθέντες , διότι θα προάγονταν οι υπερτερούντες αυτού παραληφθέντες συνάδελφοί του Κ.
Ν. και Α. Δ. και ως τούτου θα απορριπτόταν η αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το εφετείο, ως προς την προβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος ως άνω ένστασής του, δέχθηκε ,κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: <<Περαιτέρω εφόσον, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι προαγωγές γίνονται με βάση τα προσόντα των κρινόμενων, η σειρά των υπαλλήλων που δικαιούνται να προαχθούν προσδιορίζεται από αυτά.
Επομένως αν κάποιος τρίτος υπάλληλος ομοιόβαθμος του ενάγοντα που επίσης παραλείφθηκε, έχει προσόντα, έστω και απλώς ανώτερα από τα προσόντα του ενάγοντος, τότε μόνο αυτός ο τρίτος και όχι ο ενάγων έχει σειρά για προαγωγή. Στη περίπτωση αυτή η προαγωγή άλλου, που υστερεί σε προσόντα συγκρινόμενος με τον ενάγοντα, πλήττει το προς προαγωγή δικαίωμα εκείνου που υπερτερεί και όχι του ενάγοντα, ο οποίος για το λόγο αυτό δεν νομιμοποιείται να ασκήσει την προαναφερόμενη αγωγή του, εναπόκειται δε στην εναγομένη τραπεζική εταιρεία, για να καταλύσει την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος, να αντιπροτείνει ότι, εκτός από αυτόν, παραλείφθηκε και συγκεκριμένος τρίτος υπάλληλος, οποίος υπερείχε συγκρινόμενος με τον ενάγοντα, έτσι ώστε και αν δεν είχε προκριθεί ο αναφερόμενος στην αγωγή ως υποδεέστερος του ενάγοντος, την αντίστοιχη κενή θέση θα έπρεπε να καταλάβει αυτός που αντιπροτείνεται, καθόσον αυτός μόνο έχει δικαίωμα προαγωγής και όχι ο ενάγων.
Ο ισχυρισμός αυτός, που υποδεικνύει απλώς ότι από την παράλειψη προαγωγής ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, δεν αντίκειται στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και συνιστά ένσταση διακωλυτική της αγωγής, η οποία καταλύει την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος, αφού διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμό μεταξύ της πρόκρισης εκείνου που κρίθηκε προακτέος και της παράλειψης του ενάγοντος (ΑΠ 727/2005, ΑΠ 1352/2001)...
Περαιτέρω, η εναγομένη, προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με την έφεσή της νόμιμα, διακωλυτική ένσταση περί του ότι, κατά την επίδικη προαγωγική κρίση της 1ης-7-2004 (ενώ σε σχέση με την προαγωγική κρίση της 1ης-1-2004, η οποία δεν αφορά στην εξεταζόμενη επάλληλη βάση της αγωγής η ένσταση είναι αλυσιτελής), εκτός από τον ενάγοντα, παραλείφθηκαν και άλλοι ομοιόβαθμοι συνάδελφοί του, ήτοι οι Κ.
Ν. και Α. Δ.. Η ως άνω ένσταση, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη, είναι νόμιμη και δεν παρίσταται καταχρηστική. Ο πρώτος των ως άνω προτεινομένων, προσλήφθηκε από την εναγομένη την 20-9-1973 και προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' την 1-7-2001 .Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, γνωρίζει, κατά δήλωσή του, την αγγλική γλώσσα και δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια.
Στο Δελτίο Ποιότητος του έτους 1994 χαρακτηρίσθηκε ως <<Άριστος>> και <<Ώριμος>>, ενώ στα Δελτία Ποιότητας των ετών 2001 έως 2003, χαρακτηρίστηκε ως "Άριστος". Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από την 1-5-1984, που τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος παράλληλα στις υπηρεσίες Εγγυητικών Επιστολών, Βιοτεχνικών και Βιομηχανικών Χορηγήσεων στο Κατάστημα Αιγάλεω, ενώ κατέχει το τρίτο κλιμάκιο ευθύνης από την 9-12-2002, αφότου κατέλαβε τη θέση του Διευθυντή στο Κατάστημα Νέας Ιωνίας.
Ο δεύτερος εξ αυτών, προσλήφθηκε από την εναγομένη την 5-6-1981 και προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' την 1-1-2011. Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος του Τμήματος Γερμανικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, γνωρίζει τη Γερμανική γλώσσα και κατά δήλωσή του και την αγγλική (χωρίς πιστοποίηση), ενώ δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια.
Στο Δελτίο Ποιότητας του έτους 1994 χαρακτηρίσθηκε ως "Άριστος" και "Ώριμος", ενώ στα Δελτία των ετών 2001 έως 2003, χαρακτηρίστηκε ως "Άριστος". Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από την 12-3-1993, που τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας στην Διεύθυνση Πιστοδοτήσεων Μεγάλων Επιχειρήσεων, κατέχει το τρίτο κλιμάκιο ευθύνης από την 14-6-1999.
Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος και των προτεινομένων συναδέλφων του, προκύπτει ότι ο ενάγων υπερτερεί αμφοτέρων ως προς την ειδική αρχαιότητα και έναντι του δευτέρου και ως προς τη γενική αρχαιότητα, υπερτερεί αμφοτέρων ως προς το κριτήριο της παρακολούθησης επιμορφωτικών σεμιναρίων και έναντι του πρώτου ως προς τις σπουδές, ενώ είναι ισότιμος με τον πρώτο ως προς τη (μη πιστοποιημένη) γνώση ξένης γλώσσας, ο δε δεύτερος υπερτερεί του ενάγοντος ως προς τους τίτλους σπουδών και τη γνώση ξένης γλώσσας και ως προς τη γενική αρχαιότητα.
Περαιτέρω, ο πρώτος συγκρινόμενος υπερτερεί ελαφρώς του ενάγοντος ως προς τον χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων , υστερεί δε αυτού ως προς την ανάθεση καθηκόντων τρίτου κλιμακίου ευθύνης, ενώ, τέλος, ο ενάγων υπερέχει από τον δεύτερο συγκρινόμενο ως προς τον χρόνο ανάθεσης υπεύθυνων καθηκόντων, ως και το χρόνο άσκησης καθηκόντων τρίτου κλιμακίου ευθύνης.
Τέλος, οι συγκρινόμενοι είναι ισότιμοι με τον ενάγοντα ως προς την βαθμολογία παρελθόντων ετών, ενώ η έλλειψη βαθμολογίας του ενάγοντος για τα έτη 2000-2003, αναγόμενη σε υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγομένης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μειονέκτημα του πρώτου έναντι των λαβόντων βαθμολογία συγκρινόμενων συναδέλφων του.
Με βάση τα ανωτέρω δεν κρίνεται ότι οιοσδήποτε των δύο προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του ενάγοντος υπερέχει από τον τελευταίο, έστω και απλώς, και συνεπώς η διακωλυτική ένσταση που πρότεινε η εναγομένη για την επίδικη προαγωγική κρίση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επομένως, είναι κατάφωρα άδικη και καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ η απόφαση του ΔΣ της εναγομένης που προήγαγε τον Α.
Τ. στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-7-2004 ‚αντί για τον ενάγοντα>>. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο επί της διακωλυτικής εντάσεως δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 281 και 914 ΑΚ και ο αντίθετος από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1895/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ