246/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated246/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Full text
Απόφαση 246 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 246/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μαρκέτο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Πελεκάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιανουαρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2898/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 828/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Αυγούστου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 18 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και έχουν αναλογική εφαρμογή και στην περίπτωση αποκλειστικής διανομής, εφόσον συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις προς τούτο (Ολ.
ΑΠ 16/2013), ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλεια του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.
ΑΠ 16/2013). Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός και μπορεί η παραβίαση να εντοπιστεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση., κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος ή για επιχειρήματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 828/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Μεταξύ της εκκαλούσας-εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), που είναι αποκλειστική αντιπρόσωπος και εισαγωγέας στην Ελληνική Επικράτεια της αυτοκινητοβιομηχανίας HYUNDAI MOTOR COMPANY και της εφεσίβλητης-ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) καταρτίσθηκε, το έτος 1994, άτυπη σύμβαση αορίστου χρόνου εμπορικής αντιπροσωπείας των αυτοκινήτων HYUNDAI στην περιφέρεια Αγίας Παρασκευής Αττικής και αποκλειστικής διανομής στην εν λόγω περιφέρεια εκ μέρους της εφεσίβλητης-ενάγουσας αυτοκινήτων και ανταλλακτικών HYUNDAI, με εξυπηρέτηση μετά την πώληση.
Μάλιστα η τελευταία, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις της, με υπόδειξη της εκκαλούσας-εναγομένης και κατά τους όρους του Κανονισμού 1475/1995, δημιούργησε κάθετη μονάδα τριών σημείων, δηλαδή έκθεση αυτοκινήτων, αποθήκη ανταλλακτικών και συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων HYUNDAI, για την εξυπηρέτηση των πελατών μετά την πώληση, στο κατάστημα επί της λεωφόρου Μεσογείων 479-481, που αποτελούνταν από αίθουσα επιφάνειας 839 τ.μ.
και πατάρι επιφάνειας 455 τ. μ. Σε εκτέλεση της άτυπης αυτής σύμβασης, η εφεσίβλητη-ενάγουσα διαπραγματευόταν στο όνομα και για λογαριασμό της εκκαλούσας-εναγομένης συμβάσεις πώλησης οχημάτων έναντι προμήθειας, παράλληλα, στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό και με δικό της κίνδυνο, προέβαινε σε προαγορές οχημάτων HYUNDAI και ανταλλακτικών της εκκαλούσας-εναγομένης με έκπτωση επί της τιμής αγοράς, τα οποία μεταπωλούσε σε τρίτους καταναλωτές, αποκομίζοντας ως εμπορικό κέρδος τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τελικής τιμής μεταπώλησης που επέβαλε μονομερώς η εκκαλούσα-εναγομένη.
Επίσης, σε εκτέλεση πάντα της σύμβασης, διατηρούσε, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνεργείο για την εξυπηρέτηση των πελατών μετά την πώληση, όπου πραγματοποιούσε τα services και μηχανικές ηλεκτρολογικές επισκευές των αυτοκινήτων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη-ενάγουσα, κατά την άσκηση της εμπορικής αυτής δραστηριότητας είχε αναλάβει τη συμβατική υποχρέωση, την οποία τήρησε, να έχει σε εμφανή σημεία του καταστήματος (μονάδας) κατά τρόπο ορατό από μεγάλη απόσταση τα σήματα και τα διακριτικά γνωρίσματα και χρώματα της εκκαλούσας-εναγομένης.
Επίσης, απείχε από κάθε πράξη ανταγωνισμού, όπως συμβατικά είχε υποχρέωση και ακολούθησε τις οδηγίες και υποδείξεις της εκκαλούσας-εναγομένης, οι οποίες ήταν ενιαίες για όλους τους αντιπροσώπους-διανομείς και τις οποίες με ειδικότερες εγκυκλίους της, επέβαλε μονομερώς και ενιαία σε όλο το δίκτυο των αντιπροσώπων-διανομέων της, συμπεριλαμβανομένης και της εφεσίβλητης - ενάγουσας, διαμορφώνοντας την εμπορική της πολιτική.
Με τον τρόπο αυτό και χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής διαπραγμάτευσης εκ μέρους της εφεσίβλητης-ενάγουσας, η εκκαλούσα-εναγομένη καθόρισε τους στόχους πωλήσεων το ύψος της προμήθειας ανά πωλούμενο αυτοκίνητο, το ποσοστό της έκπτωσης και την υποχρεωτική προαγορά αυτοκινήτων, το υποχρεωτικό απόθεμα ανταλλακτικών ανά είδος, υποχρεωτικό εξοπλισμό του συνεργείου, τις υποχρεωτικές τιμές της πώλησης των ανταλλακτικών.
Επίσης, επέβαλε συγκεκριμένες εργασίες εγγυήσεων καθώς και τα ανταλλακτικά των εγγυήσεων, την καταβαλλόμενη αμοιβή για κάθε εργασία, εκπτώσεις σε συγκεκριμένους κωδικούς ανταλλακτικών και στις αναγκαίες εργασίες αντικατάστασης αυτών, κοστολογήσεις των εργασιών του συνεργείου με αναλυτική λίστα και υποχρεωτικές τιμές εργασίας services ανά μοντέλο αυτοκινήτου, το κόστος τοποθέτησης πρόσθετων εξαρτημάτων καθώς και την κάθε φορά αναπροσαρμογή των τιμοκαταλόγων των εργασιών του συνεργείου-φανοποιείου και αξεσουάρ όλου του δικτύου της εκκαλούσας-εναγομένης, επιπλέον, την υποχρεωτική εκπαίδευση των υπαλλήλων με ειδικά σεμινάρια και σε περίπτωση μη συμμετοχής σ' αυτά τη μη καταβολή bonus.
Επιπρόσθετα, επέβαλλε μονομερώς στην εφεσίβλητη-ενάγουσα να εγκαταστήσει με δαπάνες της το λογισμικό που της υποδείκνυε, με το οποίο είχε ευθεία πρόσβαση στα πλήρη στοιχεία της πελατείας της εφεσίβλητης-ενάγουσας, των πωλουμένων οχημάτων, των ανταλλακτικών και των υπηρεσιών μετά την πώληση (services), καθιστώντας, ουσιαστικά με τον τρόπο αυτό τους πελάτες της εφεσίβλητης-ενάγουσας, πελάτες της.
Η παραπάνω εμπορική συνεργασία μεταξύ των διαδίκων εξελίχθηκε ομαλά όπως συνομολογείται, και η εφεσίβλητη-ενάγουσα, η οποία εντάχθηκε πλήρως στο δίκτυο εμπορικής οργάνωσης της εκκαλούσας-εναγομένης, συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας της σε χρόνο (1994) κατά τον οποίο εκκαλούσα-εναγομένη ήταν σχεδόν άγνωστη στην Ελλάδα, δημιούργησε σταθερή πελατεία, απαρτιζόμενη από τουλάχιστον 5.000 πελάτες, επιπλέον δε η ως άνω μονάδα κατέστη υπερσύγχρονη και πολυτελής έκθεση αυτοκινήτων, με σύγχρονο τεχνολογικά άρτια εξοπλισμένο συνεργείο-φανοποιείο και οργανωμένος χώρος προώθησης ανταλλακτικών, λαμβάνοντας, μάλιστα, βραβείο για το υψηλό επίπεδο των εγκαταστάσεων της από την εκκαλούσα-εναγομένη δια χειρός του τότε προέδρου της κατασκευάστριας εταιρίας HYUNDAI MOTOR COMPANY, γεγονός που συνομολογείται.
Μέσα στο πλαίσιο αυτό η εφεσίβλητη-ενάγουσα προώθησε σημαντικά τις πωλήσεις των αυτοκινήτων που της προμήθευε η εκκαλούσα-εναγομένη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την από 23-9-2002 εξώδικη γνωστοποίηση-καταγγελία, που επιδόθηκε στην εφεσίβλητη-ενάγουσα στις 30-9-2002, η εκκαλούσα-εναγομένη κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση με τήρηση προθεσμίας ενός έτους, δηλαδή έως 30-9-2003, ισχυριζόμενη ότι λόγω των αλλαγών που επιφέρει ο νέος κανονισμός (ΕΚ) 1400/2002 η αυτοκινητοβιομηχανία HYUNDAI MOTOR COMPANY έχει καταγγείλει τη σύμβαση που την συνέδεε με αυτήν (εκκαλούσα-εναγομένη) με αποτέλεσμα, να αναγκαστεί να προβεί στην εν λόγω καταγγελία.
Προσθέτει δε ότι μόλις οριστικοποιήσει η HYUNDAI MOTOR COMPANY τις επιχειρηματικές της επιλογές, θα επικοινωνήσει η εκκαλούσα-εναγομένη με την εφεσίβλητη-ενάγουσα ώστε να συζητήσουν το ενδεχόμενο νέας συνεργασίας ενόψει όλων αυτών των αλλαγών. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι με τον κανονισμό (ΕΚ) 1400/2002, δόθηκε μεγαλύτερη ελευθερία και ανεξαρτησία στους διανομείς, οι οποίοι μπορούσαν να επικεντρωθούν είτε στην πώληση είτε στη συντήρηση αλλά και να προωθούν παράλληλα την πώληση σημάτων διαφορετικών κατασκευαστών.
Η εφεσίβλητη -εναγομένη αποφάσισε να εισέλθει πιο δυναμικά και στη λιανική πώληση των αυτοκινήτων μέσω της θυγατρικής της εταιρίας AUTOPOINT, ακριβώς στην προσπάθεια της να ελέγξει τους διανομείς της, στους οποίους με βάση το νέο νομικό καθεστώς και στον τομέα της διανομής ανταλλακτικών δεν μπορούσε πλέον να επιβάλλει περιορισμούς (ρήτρες), όπως - την απαγόρευση πώλησης ανταλλακτικών σε τρίτους (εκτός δικτύου) εμπόρους.
Με την εφεσίβλητη-ενάγουσα, όπως και στους άλλους παλαιούς αντιπροσώπους της-διανομείς, δόθηκε η δυνατότητα συζήτησης με την εκκαλούσα-ενάγουσα του ενδεχόμενου νέας συνεργασίας, μετά τη λύση των καταγγελθεισών συμβάσεων, χωρίς όμως να υπάρξουν ουσιαστικά αποτελέσματα. Ανεξάρτητα όμως αυτού, η εκκαλούσα-εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης, με αποτέλεσμα να λυθεί αυτή και να γεννάται πλέον υποχρέωση της προς καταβολή αποζημίωσης του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού, κατά το άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου ανωτέρω π.
δ/τος της υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης πελατείας......Η εφεσίβλητη-ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από1-11-1998 έως 31-10-2003 πώλησε ως εμπορική αντιπρόσωπος της εκκαλούσας-εναγομένης 2.157 αυτοκίνητα Hyudai και έλαβε προμήθεια το συνολικό ποσό των 653.906,43 ευρώ. Ειδικότερα: (Α) 1) Το έτος 1999 πώλησε 505 αυτοκίνητα και έλαβε προμήθεια 152.633,59 ευρώ, 2) το έτος 2000 πώλησε 661 αυτοκίνητα και έλαβε ως προμήθεια 194.853,60 ευρώ, 3) το έτος 2001 πώλησε 497 αυτοκίνητα και έλαβε προμήθεια 149.464,24 ευρώ, 4) το έτος 2002 πώλησε 296 αυτοκίνητα και έλαβε ως προμήθεια 94.745 ευρώ και 5) το έτος 2003 πώλησε 198 αυτοκίνητα και έλαβε προμήθεια 62.210 ευρώ. (Β) Περαιτέρω, η εφεσίβλητη-ενάγουσα, ενεργώντας ως διανομέας, κατά το άνω χρονικό διάστημα πώλησε στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό 36 αυτοκίνητα, τα οποία είχε αγοράσει προηγουμένως από την εκκαλούσα-εναγομένη με έκπτωση, αποκομίζοντας εμπορικό κέρδος συνολικού ποσού 18.593 ευρώ.
Ειδικότερα: 1) το έτος 2000 πώλησε 17 αυτοκίνητα και αποκόμισε εμπορικό κέρδος 8.549,87 ευρώ και 2) το έτος 2001 πώλησε 19 αυτοκίνητα και αποκόμισε εμπορικό κέρδος 10,043,12 ευρώ (άλλα αυτοκίνητα δεν πώλησε ως διανομέας σε άλλα χρονικά διαστήματα εντός της κρίσιμης πενταετίας). (Γ) Η εφεσίβλητη-ενάγουσα από την πώληση ανταλλακτικών της εκκαλούσας-εναγομένης αποκόμισε συνολικό μικτό εμπορικό κέρδος (ως διανομέας) ποσό 676.798,95 ευρώ, καθόσον το σύνολο των πωλήσεων ανταλλακτικών που πραγματοποίησε ανέρχεται στο ποσό των 4.728.029,21 ευρώ, ενώ το σύνολο του κόστους των πωληθέντων ανέρχεται στο ποσό των 4.051.240,26 ευρώ (4.728.029,21 μείον 4.051.230,26 = 676.798,95).
Ειδικότερα, η αξία των ανταλλακτικών που υπήρχαν στις αποθήκες της εφεσίβλητης-ενάγουσας την 1-1-1999 ανερχόταν σε 75.051.486 δραχμές ή 220.253,81 ευρώ, ενώ κατά το χρονικό διάστημα 1-1-1999 έως 31-10-2003 προέβη σε αγορές ανταλλακτικών αξίας 4.038.935,57 ευρώ και η αξία των ανταλλακτικών των αποθηκών της στις 31-10-2003 ανερχόταν στο ποσό των 207.949,12 ευρώ.
Ακολούθως, από το άθροισμα των αγορών και της αξίας της αποθήκης την 1-1-1999, αφαιρούμενης της αξίας της αποθήκης την 31-10-2003, προκύπτει το συνολικό κόστος των πωληθέντων ανταλλακτικών 4.051.230,26 ευρώ (4.038.935,57 + 220.253,81 - 207.949,12). Παράλληλα, κατά το χρονικό διάστημα 1-1-1999 έως 31-10-2003 πραγματοποίησε πωλήσεις ανταλλακτικών συνολικής αξίας 4,725.029,21 ευρώ:
α) Το έτος 1999 πώλησε ανταλλακτικά αξίας 437.206.029 δραχμών ή 1.283.068,53 ευρώ, β) το έτος 2000, αξίας 844.852,58 ευρώ, γ) το έτος 2001, αξίας 1.023.168,60 ευρώ, δ) το έτος 2002, αξίας 874.610,58 ευρώ και ε) το έτος 2003 πώλησε ανταλλακτικά αξίας 699.328,81 ευρώ. Ακολούθως, το μικτό εμπορικό κέρδος της εφεσίβλητης-ενάγουσας από _την πώληση ανταλλακτικών της εκκαλούσας-εναγομένης κατά την εν λόγω πενταετία ανήλθε στο ποσό των 676.798,95 ευρώ (4.728.029,21 μείον 4.051.240,26). (Δ) Η εφεσίβλητη-ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1998 έως 31-10-2003 αποκόμισε ως έσοδα από την παροχή υπηρεσιών συντήρησης προς τους πελάτες του δικτύου μετά την πώληση (service) συνολικό ποσό 2.814.201,24 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, Ειδικότερα, 1) το έτος 1999 έλαβε ως αμοιβές το ποσό των 535.519,27 ευρώ, 2) το έτος 2000, ποσό 494.284,65 ευρώ, 3) το έτος 2001, ποσό 582.112,64 ευρώ, 4) το έτος 2002 ποσό 684.871,23 ευρώ και 5) το έτος 2003 ποσό 552.413,45 ευρώ.
Το κονδύλιο που αφορά μπόνους επίτευξης στόχων πωλήσεως και το οποίο ζητεί η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι κατέτεινε στη δημιουργία και εισφορά της πελατείας, επιπλέον δε λαμβανομένου υπόψη και της μειώσεως ανά έτος των πωλήσεων αυτοκινήτων και της συνακόλουθης μείωσης των προμηθειών της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, δεν συνάγεται έμμεσα η καταβολή μπόνους στο μέλλον, προκειμένου αυτή να συνυπολογιστεί για την καταβολή της δίκαιης αποζημίωσης του άρθρου 9 παρ. 1α' του π.
δ. 219/1991. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η εφεσίβλητη-ενάγουσα, κατά την πενταετία πριν τη λύση της ένδικης μικτής σύμβασης αντιπροσωπείας και διανομής, αποκόμισε ως μικτό εμπορικό κέρδος το συνολικό ποσό των 4.163,499,62 ευρώ (653.906,41+ 18.593 + 676.798,95 + 2.814.201,24). Η μέση δε ετήσια αμοιβή της για το χρονικό διάστημα αυτό ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 832.699,92 ευρώ (4.163.499,62 : 5 = 832.699,92), το οποίο (ποσό) αποτελεί το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε κατά τα τελευταία πέντε (5) έτη πριν την λύση της σύμβασης, κατά την έννοια του άρθρου 9 παρ.
Ιβ' του π.δ. 219/1991. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη-ενάγουσα έφερε νέους πελάτες στην εκκαλούσα-εναγομένη, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, δεδομένου ότι ήδη από την αρχή της επίδικης εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων, δηλαδή από το έτος 1994, κατά το οποίο τα αυτοκίνητα Hyundai ήταν σχεδόν άγνωστα στην Ελλάδα, συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας και δημιούργησε ένα σταθερό αριθμό πελατών. (Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα-εναγομένη διατηρεί ουσιαστικά οφέλη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους νέους πελάτες που έφερε η εφεσίβλητη-ενάγουσα.
Ειδικότερα, με δεδομένο την σταθερότητα που δημιούργησε η εφεσίβλητη, το πελατολόγιο που διαχειρίσθηκε και στο οποίο, όπως-ήδη αναφέρθηκε, είχε άμεση πρόσβαση η εκκαλούσα-εναγομένη, τη φύση και τη διάρκεια ζωής των αυτοκινήτων Hyundai, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ την πενταετία, τον κύκλο εργασιών που δημιούργησε η εφεσίβλητη, την ανάγκη των νέων αυτών-πελατών που έφερε η εφεσίβλητη στην εκκαλούσα και απευθύνονταν στην αναιρεσίβλητη, πριν την καταγγελία της σύμβασης, για την αγορά ανταλλακτικών του αυτοκινήτου που αγόρασαν, αλλά και για τις υπηρεσίες που παρείχε μετά την πώληση (service), προκύπτει ότι η εφεσίβλητη-εναγομένη διατηρεί σημαντικά οφέλη και θα συνεχίσει τις πελατειακές τις σχέσεις και μετά τη λύση της ένδικης σύμβασης με οριζόντια επιβίωση μίας πενταετίας.
Ακολούθως, σημαντικό στοιχείο ως προς την επιδίκαση της αποζημίωσης πελατείας, εκτός των ανωτέρω και των προμηθειών που χάνει η εφεσίβλητη-ενάγουσα όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, είναι και το γεγονός ότι η τελευταία δεν είχε αυξητική τάση στη διαμεσολάβηση των πωλήσεων αυτοκινήτων της εκκαλούσας-εναγομένης.
Ειδικότερα, προκύπτει ότι από το έτος 2000, όπου διαμεσολάβησε στην πώληση 661 αυτοκινήτων, που αποτελεί και το ανώτερο ποσοστό πώλησης αυτοκίνητων, η εφεσίβλητη διαμεσολάβησε το έτος 2001 στην πώληση 497 αυτοκινήτων, το έτος 2002 στην πώληση 296 αυτοκινήτων και το έτος 2003 στην πώληση 198 αυτοκινήτων. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία κρίνεται ότι η δίκαιη αποζημίωση πελατείας ανέρχεται στο μισό του μέσου όρου των αμοιβών που εισέπραττε κατά τα πέντε τελευταία έτη δηλαδή η αποζημίωση, κατά το άρθρο 9 παρ. 1α'του π.δ. 219/1991, που δικαιούται η εφεσίβλητη ανέρχεται στο ποσόν των 416.349,96 ευρώ (832.899,92 : 2).
Δεχόμενη, λοιπόν, η εκκαλουμένη ότι η αποζημίωση που πρέπει να επιδικαστεί στην εφεσίβλητη-εναγομένη: ανέρχεται στο ποσό των 870.550,51 ευρώ, δηλαδή στο μέσο όρο των αμοιβών που αυτή εισέπραξε στην τελευταία πενταετία, για την εξαγωγή του οποίου υπολόγιζε και το κονδύλιο των μπόνους από την επίτευξη στόχων πώλησης, έσφαλε και ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο πλήττονται οι διατάξεις της εκκαλουμένης, τόσο για τον τρόπο υπολογισμού του μέσου ετήσιου όρου των αμοιβών που εισέπραξε την τελευταία πενταετία, όσο και για το ύψος της αποζημίωσης πελατείας, που αυτή επεδίκασε, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε κρίνει διαφορετικά ως προς τον υπολογισμό της αποζημίωσης πελατείας και ως προς το ύψος της επιδικασθείσας για την αιτία αυτή στην αναιρεσίβλητη-ενάγουσα αποζημίωση εν συνεχεία δε δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και επεδίκασε νομιμοτόκως στην τελευταία ως αποζημίωση πελατείας το ποσό των 416.349,96 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ούτε, όμως, και την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ παραβίασε το Εφετείο με το να μη την εφαρμόσει, αφού σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του, δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη αυτή. Επομένως, ο αντίθετος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά την περιλαμβανόμενη σ' αυτόν αιτίαση ότι το Εφετείο από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων προσδιόρισε την αποζημίωση πελατείας που δικαιούται η αναιρεσείουσα στο ήμισυ του μέσου ετήσιου όρου των αμοιβών που εισέπραξε κατά τα πέντε τελευταία έτη, το οποίο εκτίμησε σε 832.699,92 ευρώ, με το να δεχθεί ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν είχε αυξητική τάση στη διαμεσολάβηση πωλήσεων αυτοκινήτων της αναιρεσίβλητης, αφού μετά το 2000, όπου διαμεσολάβησε στην πώληση 661 αυτοκινήτων, κατά τα επόμενα τρία έτη η απόδοση της σε πωλήσεις είχε σημαντική κάμψη, κρίνοντας κατόπιν τούτου ότι δικαιούται ως δίκαιη αποζημίωση πελατείας το ποσό των 416.349,96 ευρώ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1933/2006).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του προσάπτεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.β' πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη το νομίμως προταθέντα αγωγικό ισχυρισμό του, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: Ότι η εναγομένη από το έτος 2002 και εντεύθεν ακυρώνοντας στην πράξη την αποκλειστικότητα της ενάγουσας ως εμπορικού αντιπροσώπου και διανομέως στην περιοχή των Δήμων Αγίας Παρασκευής, Χολαργού και Παπάγου Αττικής έθεσε σε λειτουργία την ανταγωνιστική προς την ενάγουσα θυγατρική της εταιρία AUTOPOINT, η οποία από το κατάστημα της, που ευρίσκετο σε απόστασή 500 μέτρων από εκείνο της ενάγουσας και στο οποίο διοχετεύθηκε από την εναγομένη, που είχε πρόσβαση στο πελατολόγιο της ενάγουσας, μεγάλο μέρος της πελατείας που εξυπηρετείτο από την ενάγουσα, επιχειρώντας κατ' αυτόν τον τρόπο να ανταγωνιστεί αυτήν και να την οδηγήσει σε αφανισμό έτσι ώστε να μείνει η περιοχή στη δική της αποκλειστική δικαιοδοσία.
Και ότι συνέπεια τούτου ήταν η αισθητή μείωση των πωλήσεων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών από την ενάγουσα και η απώλεια ενός μικρού αριθμού από το συνεργείο της, ώστε να μειωθούν σημαντικά τα έσοδα της κατά τα έτη 2002 και 2003, λόγω της κακόπιστης και αθέμιτης συμπεριφοράς της εναγομένης, και να μην πρέπει να ληφθούν υπόψη οι μειωμένες εισπράξεις της κατά τα έτη αυτά, που είναι τα δύο τελευταία, πριν από τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής, για την αποζημίωση πελατείας που δικαιούται η ενάγουσα, αλλά να ληφθούν υπόψη οι εισπράξεις των προηγούμενων ετών προκειμένου να εξαχθεί ο ετήσιος μέσος όρος που αποτελεί το ανώτατο όριο της αποζημίωσης πελατείας.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο επικαλούμενος ως μη ληφθείς υπόψη αγωγικός ισχυρισμός ήταν μη νόμιμος, σύμφωνα με την σαφή διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991, κατά την οποία, η κατά ποσό καταβολή της αποζημίωσης πελατείας δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη και επομένως, δεν μπορεί για τον υπολογισμό αυτό να ληφθούν υπόψη άλλα προηγούμενα της πενταετίας έτη που ο εμπορικός αντιπρόσωπος είχε μεγαλύτερες εισπράξεις, ανεξάρτητα από τους λόγους που συνέτρεξαν και είναι αυτές μειωμένες κατά την τελευταία, πριν από την λύση της σύμβασης, πενταετία.
Συνεπώς, με το να παραλείψει το Εφετείο να λάβει υπόψη το μη νόμιμο αυτό αγωγικό ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β'του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 22-08-2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία ..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 828/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν.4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-08-2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "...".
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την άνω αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 3 Φεβρουαρίου 2014
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ