Legislator Case Law & Legislation
246/2012 AI generated

246/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 246/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 246 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 246/2012

Legislator headnote

AI generated

246/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 246 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 246/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 246 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 246/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ (ΚΤΕΛ) ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", λειτουργούσα με το διακριτικό τίτλο "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Κώτσιου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Η. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 648/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5879/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 17-2-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθ. 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων (των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων) των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν (1) παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ. (2) Το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου έγινε δεκτή η εξαίρεση (3) το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και (4) παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (ΟλΑΠ 45/1987), οι οποίες είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναιρέσεως κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 1 ή το ταυτόσημο άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλ. μόνη η επίκληση και έκθεση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και η ποσοτική αοριστία, δηλ. η μη αναφορά με πληρότητα και επάρκεια όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντίστοιχα του άρθ. 558 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτήν ή αντίθετα την έκρινε αόριστη μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Κατά συνέπεια η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 659 του ΑΚ προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η παροχή από τον εργαζόμενο μέσα στο νόμιμο ωράριο πρόσθετης, διαρκούς φύσεως, εργασίας, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής με την εργασία που συμφωνήθηκε αρχικώς και παρέχεται συνήθως με μισθό χωρίς να έχει συμφωνηθεί ο καταβλητέος πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του, ούτε να έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει για την πρόσθετη αυτή εργασία τον ειθισμένο μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται συνήθως για την ίδια εργασία σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και με τις ίδιες συνθήκες. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει στην αγωγή, με την οποία ζητείται πρόσθετη αμοιβή για την παροχή πρόσθετης εργασίας, να αναφέρονται για το ορισμένο αυτής, πλην των άλλων, η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, το είδος της οφειλόμενης από τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη εργασίας, η πρόσθετη εργασία στην οποία υποχρεώθηκε ο ενάγων μισθωτός με σαφή προσδιορισμό της κατ' είδος και χρονική διάρκεια, οι καταβαλλόμενες για την κύρια εργασία αποδοχές και αν συμφωνήθηκε ή όχι αμοιβή για την πρόσθετη εργασία.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ένδικη αγωγή του (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων αναιρεσίβλητος εξέθεσε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι την 1-3-1969 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το 4ο ΚΤΕΥΛ ως εκδότης εισιτηρίων και απασχολήθηκε με την ιδιότητα αυτή στην Λάρισα και από 1-11-1979 στα εκδοτήρια εισιτηρίων στην Περιοχή των Αθηνών, ότι μετά την διάλυση των ΚΤΕΥΛ και την σύσταση των ΚΤΕΛ εντάχθηκε από 17-12-1973 με την ίδια εργασιακή σχέση στην εναγομένη (ΚΤΕΛ Ν. Μαγνησίας ΑΕ) εργαζόμενος πάντοτε μέχρι την άσκηση της αγωγής με την ιδιότητα του εκδότη εισιτηρίων στο εκδοτήριο των Αθηνών, αμειβόμενος σύμφωνα με τις εκάστοτε ΔΑ και ΣΣΕ προσωπικού διοίκησης - διαχείρισης ΚΤΕΛ όλης της χώρας για τους ταμίες - λογιστές -γραμματείς αυτών, ότι από πολλών ετών το ως άνω ΚΤΕΛ του ανέθετε και άλλες πρόσθετες εργασίες, μέσα στο νόμιμο ωράριο απασχόλησής του, και ειδικότερα, λόγω μη κάλυψης των αντίστοιχων θέσεων, των καθηκόντων του σταθμάρχη, του υπευθύνου κίνησης και του τηλεφωνητή, ότι για την πρόσθετη αυτή εργασία του, ανερχομένη σε μία ώρα τουλάχιστον ημερησίως, η οποία δεν είναι συναφής και αναγκαίως συνεχομένη με την κύρια επαγγελματική του απασχόληση και παρεχόταν κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο και για την οποία δεν είχε αποκλεισθεί με συμφωνία η καταβολή πρόσθετης αμοιβής, δικαιούται τον ειθισμένο μισθό που αντιστοιχεί στον εκάστοτε καταβαλλόμενο σ' αυτόν, ότι ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2001 ανερχόταν στα αναφερόμενα εκεί συγκεκριμένα ποσά, με βάση δε τα παραπάνω ζήτησε, εκτός των άλλων, με τον συνυπολογισμό της αμοιβής του για πρόσθετη εργασία στα επιδόματα εορτών και στις αποδοχές και το επίδομα αδείας, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, σε κάθε περίπτωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τ' αναφερόμενα εκεί για την αιτία αυτή ποσά. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΚΤΕΛ με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το ως εφετείο δικάσαν Δικαστήριο αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, αφού δέχθηκε ότι για την πληρότητα της αγωγής του δεν απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση της πρόσθετης απασχόλησής του, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας ισχυρισμό που είχε προβάλλει παραδεκτώς τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Η αποδιδόμενη, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση πιο πάνω πλημμέλεια, δεν αναφέρεται στην νομική, αλλά στην ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία, όμως, ελέγχεται, όπως προαναφέρθηκε, με τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και επομένως δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το αναιρεσείον από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αληθώς όμως από την προαναφερθείσα διάταξη, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν απορρίφθηκε η αγωγή, ως αόριστη, λόγω ακριβώς της ως άνω έλλειψης, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 2 §§ 1, 2 ε και 3 δ του ΠΔ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων" (που καταργήθηκε με το άρθ. 38 ΠΔ 246/2006, αλλά εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου) το κάθε κατηγορίας προσωπικό των ΚΤΕΛ διακρίνεται σε Προσωπικό (α) Διοίκησης και Διαχείρισης, στο οποίο υπάγεται και ο εκδότης εισιτηρίων και (β) κίνησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο σταθμάρχης. Περαιτέρω, με το άρθ. 7 κεφ. Α §§ 3, 4 και κεφ. Β § 4 του ΠΔ 229/1994 (υπό τον τίτλο "Ειδικά καθήκοντα και υπηρεσίες"), ορίζεται ότι ο εκδότης εισιτηρίων, εφόσον χρησιμοποιείται ως γραφέας, εκτελεί κάθε εργασία διοικητικής και διαχειριστικής φύσεως ή εργασία γραφείου γενικά που ανατίθεται σ` αυτόν. Επιπλέον φροντίζει για την έκδοση των εισιτηρίων με σειρά προτεραιότητας και την έκδοση αποδείξεων ότι εισπράχθηκε το κόμιστρο για αποσκευές ως και αποδείξεις για την μεταφορά τυχόν ασυνόδευτων δεμάτων, ευθύνεται για την πλήρη και άμεση εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού εφόσον δεν υπάρχει σταθμάρχης και είναι υποχρεωμένος ν' αναφέρει στην προϊσταμένη αρχή κάθε παρατηρούμενη ανωμαλία και συρροή επιβατών, προκειμένου να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού, υποχρεούται δε ν' αναλάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία για την επίλυση σχετικών με το είδος της εργασίας του προβλημάτων που παρουσιάζονται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Αντίθετα, κατά τις πιο πάνω διατάξεις του ίδιου Π.Δ/τος, ο σταθμάρχης προΐσταται των ελεγκτών, οδηγών, εισπρακτόρων, εκδοτών εισιτηρίων, φορτοεκφορτωτών και αποθηκαρίων, ειδικότερα δε (α) έχει την ευθύνη για την ακριβή τήρηση των δρομολογίων και ανάλογα με τα μέσα που έχει στη διάθεσή του, για την πλήρη εξυπηρέτηση των επιβατών της αφετηρίας, των ενδιαμέσων στάσεων και του τέρματος των λεωφορειακών γραμμών (β) εφαρμόζει την σειρά και τον χρόνο εκκίνησης των λεωφορείων για την εκτέλεση των δρομολογίων και το χρόνο λήξης της εργασίας (γ) αντιμετωπίζει όσο γίνεται κάθε ανωμαλία στη συγκοινωνία που προέρχεται από βλάβη λεωφορείων, ασυνήθιστη συρροή και συνωστισμό επιβατών κ.λπ., λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα για την ενίσχυση της δύναμης των λεωφορείων με εφεδρικά ή λεωφορεία άλλων γραμμών, μετά από προηγούμενη συνεννόηση με τον προϊστάμενο κίνησης ή τον πρόεδρο του ΚΤΕΛ και αν αυτό δεν είναι δυνατό με τη δική του πρωτοβουλία (δ) φροντίζει για την αντικατάσταση του προσωπικού των λεωφορείων (οδηγού ΚΤΕΛ ή εισπράκτορα) σε περίπτωση κωλύματος με άλλους που είναι σε εφεδρεία, καθώς και για την ευταξία των εισπρακτόρων και οδηγών στο χώρο του σταθμαρχείου (ε) φροντίζει για την όσο γίνεται τακτική κ.λπ. επιβίβαση των επιβατών στα λεωφορεία, όπως και για την μη υπέρβαση του καθορισμένου αριθμού επιβατών σε κάθε λεωφορείο (στ) συμπληρώνει και ελέγχει τα ημερήσια δελτία εργασίας των οδηγών και εισπρακτόρων με τα οποία τα ΚΤΕΛ είναι υποχρεωμένα να τους εφοδιάζει (ζ) τηρεί κατάσταση κίνησης των λεωφορείων σύμφωνα με τις υποδείξεις του ΚΤΕΛ και συντάσσει δελτίο μεταβολών δρομολογίων η) ελέγχει την καθαριότητα των λεωφορείων και έχει τη διακριτική ευχέρεια να μη δρομολογήσει λεωφορείο, εφόσον αυτό δεν είναι ομολογουμένως καθαρό (θ) παρακολουθεί την ακριβή τήρηση από τους ελεγκτές, οδηγούς και εισπράκτορες, εκδότες εισιτηρίων, φορτοεκφορτωτές και αποθηκάριους κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους, των αποφάσεων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, των αστυνομικών διατάξεων, των υγειονομικών κανονισμών, των εντολών του ΚΤΕΛ και των προϊσταμένων τους, ως και των υποχρεώσεών τους από τον παρόντα κανονισμό και εφόσον διαπιστώνει παραβάσεις αναφέρει σχετικά στον Πρόεδρο του ΚΤΕΛ (ι) εκδίδει εισιτήρια στους επιβάτες όπου δεν υπάρχει εκδότης, μεριμνά για την είσπραξη του αντιτίμου εκδρομικών διαδρομών των λεωφορείων του ΚΤΕΛ, παρακολουθεί την κόσμια εμφάνιση και συμπεριφορά των ανωτέρω και μπορεί σε έκτακτη περίπτωση και εφόσον απουσιάζει ο Προϊστάμενος Κίνησης, να επέμβει προκειμένου να ενισχυθούν ορισμένες γραμμές με λεωφορεία και προσωπικό. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο σταθμάρχης ανήκει στο προσωπικό κινήσεως, ενώ ο εκδότης εισιτηρίων στο προσωπικό διοικήσεως και διαχειρίσεως, ο πρώτος προΐσταται του δευτέρου και ο δεύτερος ελέγχεται από τον πρώτο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του. Τα καθήκοντα ενός εκάστου είναι σαφώς προσδιορισμένα από το νόμο, η δε γενόμενη από το νόμο λεπτομερής αυτή ρύθμιση δεν έχει μοναδικό σκοπό να αποσαφηνίσει τα καθήκοντα εκάστης ειδικότητας, αλλά και να εξασφαλίσει την εύρυθμη και ομαλή λειτουργία των ΚΤΕΛ, ως ιδιότυπων ιδιωτικών επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας (ΑΠΟλ 33/1997), προς εξυπηρέτηση των μετακινούμενων με λεωφορεία πολιτών. Επομένως από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθ. 7 κεφ. Α § 4 και κεφ. Β § 4 του ως άνω ΠΔ, κατά τις οποίες ο μεν εκδότης εισιτηρίων "ευθύνεται για την πλήρη και άμεση εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού εφόσον δεν υπάρχει σταθμάρχης ...", ο δε σταθμάρχης "εκδίδει εισιτήρια στους επιβάτες όπου δεν υπάρχει εκδότης ...", δεν μπορεί να συναχθεί ότι σε κάθε περίπτωση, στα καθήκοντα του εκδότη των εισιτηρίων εμπεριέχονται και εκείνα του σταθμάρχη (και αντιστρόφως), εφόσον το ΚΤΕΛ δεν έχει τοποθετήσει σταθμάρχη. Η άποψη αυτή θα καθιστούσε περιττές τις πιο πάνω διατάξεις και το γενόμενο με αυτές προσδιορισμό των καθηκόντων των δύο αυτών κατηγοριών. Επομένως, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, στα καθήκοντα του εκδότη εισιτηρίων περιλαμβάνονται και εκείνα του σταθμάρχη, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα που θέτουν οι διατάξεις αυτές, στις έκτακτες περιπτώσεις που απουσιάζει ο υπάρχων σταθμάρχης, αλλά και στις περιπτώσεις που το ασήμαντο μέγεθος και η ελάχιστη κίνηση του συγκεκριμένου σταθμού καθιστά περιττή την παρουσία σταθμάρχη. Η ανάθεση, εξάλλου, της ευθύνης των καθηκόντων του σταθμάρχη στον εκδότη εισιτηρίων προβλέπεται, όπως ρητώς ορίζεται στην εν λόγω διάταξη, "για την πλήρη και άμεση εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού". Δηλαδή, στα κατ' εξαίρεση ανατιθέμενα στον εκδότη εισιτηρίων καθήκοντα σταθμάρχη δεν συμπεριλαμβάνονται όλα τα καθήκοντα αυτού, αλλά μόνο τα προβλεπόμενα για την πλήρη και άμεση εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού, υποχρεωμένου του εκδότη να προβαίνει προς τούτο στις ειδικώς αναφερόμενες στη διάταξη του άρθ. 7 κεφ. Α παρ. 4β του ΠΔ 229/1994 ενέργειες. Η ανάθεση επιπλέον καθηκόντων σταθμάρχη στον εκδότη εισιτηρίων, δεν απαγορεύεται από τον πιο πάνω Κανονισμό, όταν η κίνηση του συγκεκριμένου σταθμού, είναι μεν σημαντική, αλλά, κατά την κρίση του ΚΤΕΛ, δεν δικαιολογεί την πλήρη απασχόληση σταθμάρχη. Στην περίπτωση, όμως, αυτή, δεν δύναται να θεωρηθούν ότι τα ανατιθέμενα καθήκοντα σταθμάρχη είναι συναφή με τα καθήκοντα του εκδότη εισιτηρίων.

Συνεπώς, η παροχή από τον εργαζόμενο εκδότη εισιτηρίων μέσα στο κανονικό ωράριο εργασίας, πρόσθετης, εργασίας σταθμάρχη, που δεν έχει έκτακτο χαρακτήρα, ή αφορά σταθμό με αυξημένη κίνηση, ιδιαίτερα δε όταν τα καθήκοντα αυτά δεν αποβλέπουν στην και άμεση εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού, δεν δύνανται να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, ότι είναι συναφής και αναπόσπαστα συνδεδεμένη ή παρεμφερής, με τα κύρια καθήκοντά του και το ΚΤΕΛ είναι υποχρεωμένο να καταβάλλει τον συνηθισμένο για την πρόσθετη αυτή εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται συνήθως για την ίδια εργασία σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και με τις ίδιες συνθήκες. Αντιθέτως, η πρόσθετη απασχόληση του εκδότη εισιτηρίων, να απαντά από το χώρο που εργάζεται, στα τηλεφωνήματα του επιβατηγού κοινού και να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τα δρομολόγια του ΚΤΕΛ, όταν απουσιάζει ο διοικητικός υπάλληλος στον οποίο έχει ανατεθεί το ειδικό αυτό καθήκον, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η εργασία αυτή είναι συναφής και αναπόσπαστα συνδεδεμένη και παρεμφερής, με τα κύρια καθήκοντά του και δεν δικαιούται πρόσθετης αμοιβής. Τούτο προκύπτει και από το ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο εκδότης εισιτηρίων ανήκει στο προσωπικό διοίκησης και διαχείρισης και δύναται, κατά το πιο πάνω Κανονισμό, να του ανατεθεί "κάθε εργασία διοικητικής και διαχειριστικής φύσεως ή εργασία γραφείου γενικά". Τέλος, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, που ιδρύει τον από το άρθρο 560 εδ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, στην πρώτη περίπτωση όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή και στη δεύτερη περίπτωση όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανέλεγκτα δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας "Κοινό Ταμείο Εισπράξεως Λεωφορείων (ΚΤΕΛ) Υπεραστικών Γραμμών Ν. Μαγνησίας Ανώνυμη Μεταφορική Τουριστική και Εμπορική Εταιρεία" (και τον διακριτικά τίτλο "Υπεραστικό ΚΤΕΛ Ν. Μαγνησίας") για την καταβολή, μεταξύ άλλων που δεν είναι αντικείμενο της αναιρετικής αυτής δίκης, πρόσθετης αμοιβής για παροχή πρόσθετης εργασίας, με την προσβαλλομένη 5879/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, εκτός των άλλων, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι ο ενάγων προσλήφθηκε την 1-3-1969 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το 4ο ΚΤΕΥΛ ως εκδότης εισιτηρίων και απασχολήθηκε με την ιδιότητα αυτή στην Λάρισα μέχρι την 1-11-1979 και έκτοτε στα εκδοτήρια των Αθηνών, ότι την 17-12-1973, μετά την κατάργηση των ΚΤΕΥΛ και την ίδρυση στην θέση τους των ΚΤΕΛ, εντάχθηκε με την ίδια εργασιακή σχέση στην εναγομένη υπηρετώντας στο εκδοτήριο εισιτηρίων Αθηνών (στην περιοχή "Τρεις Γέφυρες"), εξομοιωθείς από 1-3-1979 βαθμολογικά και μισθολογικά με την ιδιότητα και τον βαθμό του ταμία - λογιστή - γραμματέα ΚΤΕΛ, ότι ο ενάγων, ο οποίος είχε προσληφθεί και εργαζόταν ως εκδότης εισιτηρίων στον προαναφερόμενο σταθμό της εναγομένης, εκτελούσε παράλληλα με την δική του εργασία και εργασίες αναγόμενες στα καθήκοντα του τηλεφωνητή και του σταθμάρχη, όταν έληγε το ωράριο εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης που είχαν προσληφθεί για τα καθήκοντα αυτά, ότι ειδικότερα ο ενάγων προέβαινε στην δημιουργία δρομολογίων ανάλογα με την κίνηση των επιβατών, στην έκδοση συγκεντρωτικής κατάστασης όλων των δρομολογίων της ημέρας, σε έλεγχο της πληρότητας των δρομολογίων, έκδοση καταστάσεων επιβατών συνοδευτικών των λεωφορείων και απαντούσε στα μετά την 15.00' (όταν έληγε το ωράριο της τηλεφωνήτριας) κάθε ημέρα τηλεφωνήματα του κοινού. Επίσης το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η κίνηση του σταθμού που εργαζόταν ο ενάγων ήταν αυξημένη είχε μάλιστα αυξηθεί από το έτος 1997 κατά 50%, ενώ οι εργαζόμενοι παρέμειναν αριθμητικά οι ίδιοι, και έτσι ο ενάγων έπρεπε να καλύψει τις υπάρχουσες ανάγκες του σταθμού με πρόσθετη εργασία, η οποία, όπως δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι παρεμφερής με την εργασία που συμφωνήθηκε αρχικώς, με την έννοια ότι παρέχεται παρεμπιπτόντως κατά την εκτέλεση της κύριας παροχής. Επίσης έκρινε ότι η άποψη αυτή του Δικαστηρίου δεν είναι αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4β του Κανονισμού του ΚΤΕΛ, διότι, όπως έκρινε, "η διάταξη αυτή αναφέρεται είτε στην προσωρινή είτε στην περιστασιακή έλλειψη του σταθμάρχη, είτε σε μη κεντρικό κατάστημα ή σταθμό του ΚΤΕΛ, του οποίου η περιορισμένη κίνηση δεν δικαιολογεί την στελέχωση και απασχόληση μισθωτού με την ειδικότητα του σταθμάρχη". Περαιτέρω το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η πρόσθετη αυτή απασχόληση του ενάγοντος, που διαρκούσε μια ώρα κάθε ημέρα, εξυπηρετούσε με τρόπο σταθερό πάγιες και τακτικές ανάγκες της εναγομένης, λόγω της μη ύπαρξης καθόλο το επίδικο διάστημα της λειτουργίας του σταθμού σταθμάρχη και τηλεφωνήτριας, και ότι κατά συνέπεια ο ενάγων δικαιούται πρόσθετη αμοιβή γι' αυτήν και δη τον συνηθισμένο μισθό, δηλ. τον μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία με τον ενάγοντα και υπό τις ίδιες συνθήκες. Με τις σκέψεις δε αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΚΤΕΛ κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου (και για άλλες αξιώσεις). Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά το μέρος που έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται πρόσθετη αμοιβή και δη "τον συνηθισμένο μισθό", για την πρόσθετη απασχόλησή του ως σταθμάρχη του ΚΤΕΛ Μαγνησίας του σταθμού υπεραστικών λεωφορείων της Περιοχής Αθηνών, στο οποίο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, αν και είχε μεγάλη επιβατική κίνηση, κατά τις ώρες που εργαζόταν ο ενάγων, δεν υπήρχε σταθμάρχης και τα αναφερόμενα στην απόφαση καθήκοντα του οποίου αυτός εκτελούσε παγίως, καθόλο το επίδικο διάστημα. Αντιθέτως κατά το μέρος που έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται πρόσθετη αμοιβή για την πρόσθετη απασχόλησή του, κατά τις ώρες απουσίας της τηλεφωνήτριας του σταθμού, με την παροχή τηλεφωνικών πληροφοριών στο επιβατικό κοινό, με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, η πρόσθετη αυτή απασχόληση του ενάγοντος, αποτελούσε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, υποχρέωση του ενάγοντος και συναφής με τη κύρια εργασίας του ως εκδότη εισιτηρίων. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθ. 559 αριθ. 1, όπως εκ παραδρομής φέρεται), μόνο κατά το πιο πάνω μέρος του και να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΚΤΕΛ (άρθρα 176, 178, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει και κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την 5879/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΚΤΕΛ, που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ