246/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 246 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 246/2011
Legislator headnote
AI generated246/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 246 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 246/2011
Full text
Απόφαση 246 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 246/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ν. Ζ. του Δ., 2) Ε. συζύγου Δ. Ζ., το γένος Ν. Μ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπάκο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρήγα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 274/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 334/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23/10/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 4/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 23-10-2009 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 334/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση οποτεδήποτε μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη αυτής. Η καταγγελία που γίνεται εγγράφως, επιφέρει τη λήξη της μίσθωσης και τα αποτελέσματα της επέρχονται μετά την παρέλευση εξαμήνου από την επίδοση αυτής. Για το κύρος της καταγγελίας αρκεί η έγγραφη δήλωση του μισθωτή ότι λύνει τη μίσθωση χωρίς να απαιτείται η συνδρομή κάποιου λόγου που να δικαιολογεί τη μεταμέλειά του. Στην περίπτωση καταγγελίας της μίσθωσης κατά τα παραπάνω ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή, λόγω αποζημίωσης, το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων (4) μηνών, ανεξάρτητα από τη ζημία του εκμισθωτή, ακόμη και αν ο τελευταίος εκμίσθωσε το μίσθιο αμέσως. Αν μετά την άσκηση της καταγγελίας ο μισθωτής αποδώσει αμέσως την χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή οφείλει και πάλι να καταβάλει στον τελευταίο το μέχρι την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας μίσθωμα των έξι μηνών και την αποζημίωση των τεσσάρων μηνών. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 5 §1 του ίδιου ΠΔ 34/1995, με την οποία καθιερώνεται η ισχύς της σύμβασης εμπορικής μίσθωσης, για 12 έτη, ακόμα και αν είχε συμφωνηθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 45 του ίδιου Π.Δ/τος, με την οποία θεωρούνται αυτοδικαίως άκυρος οποιοιδήποτε όροι συνεπάγονται περιορισμό των δικαιωμάτων των συμβαλλομένων μερών, εάν συμφωνούνται κατά την έναρξη της μίσθωσης, προκύπτει ότι η κατά την έναρξη της μίσθωσης συνομολόγηση οποιασδήποτε διαλυτικής αίρεσης ή όρου, που συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μίσθωσης, πριν από τη συμπλήρωση της νόμιμης διάρκειάς της, και χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 43 του ίδιου Π.Δ/τος, είναι ανίσχυρη, και θεωρείται σαν να μην είχε γραφεί (ΑΠ 1745/2007 και 1091/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση επί της ουσίας των αποδείξεων:
"Δυνάμει του από 1.4.2000 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μισθώσεως ο εφεσίβλητος εκμίσθωσε στην πρώτη εκκαλούσα Ν. Ζ. ένα κατάστημα αρτοποιείο (ισόγειο και πατάρι) μαζί με τον εξοπλισμό του (βιτρίνες, ψυγεία, μηχανήματα κλπ), που βρίσκεται στην συμβολή των οδών ... και ... στην ... και το οποίο (κατάστημα μαζί με τον εξοπλισμό του), αποτελούσε μία ενιαία και αδιαίρετη επιχείρηση με την επωνυμία "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ - ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟ". Η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε οκταετής, αρχομένη την 1.4.2000 και λήγουσα την 30.3.2008, το δε μηνιαίο προκαταβαλλόμενο εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσόν των 800.000 δραχμών (2.347,76 ευρώ) πλέον του χαρτοσήμου από 3,6% για το πρώτο μισθωτικό έτος αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 5% ετησίως, της αυξήσεως υπολογιζόμενης επί του καταβαλλομένου μισθώματος του προηγούμενου έτους. Για εγγύηση της καταβολής των μισθωμάτων, τελών χαρτοσήμου και την εν γένει τήρηση των όρων της μισθωτικής συμβάσεως συνεβλήθη σ' αυτήν και η δεύτερη εκκαλούσα, μητέρα της πρώτης. Παρότι όμως η πρώτη εκκαλούσα εγκαταστάθηκε στο μίσθιο και έκανε ανενόχλητη χρήση αυτού, δεν κατέβαλε στον ανωτέρω εκμισθωτή τα μισθώματα και τα αναλογούντα σ' αυτά τέλη χαρτοσήμου των μηνών Ιουλίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2002 συνολικού ποσού 10.726,36 ευρώ (4 μισθώματα Χ 2.588,8 ευρώ συν 93,2 ευρώ για χαρτόσημο Χ 4). Για τούτο και ο εφεσίβλητος με την από 7.11.2002 εξώδικη διαμαρτυρία του προς τις εκκαλούσες ζήτησε την εκπλήρωση της σχετικής υποχρεώσεως τους. Η πρώτη όμως εκκαλούσα, αντί να εκπληρώσει την ανωτέρω υποχρέωση της και να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα, κοινοποίησε σ' αυτόν στις 29.11.2002 την με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση της με την οποία, στηριζόμενη στον υπ' αριθμ. 12 παρ. 1 όρο της μισθωτικής συμβάσεως, κατήγγειλε αυτήν και τον κάλεσε να παραλάβει την χρήση του μισθίου θεωρώντας ότι η επίδικη σύμβαση λύθηκε από την ανωτέρω ημερομηνία κοινοποιήσεως της εξώδικης δηλώσεως - καταγγελίας της στον εκμισθωτή δηλαδή από 29.11.2002. Ο ανωτέρω όρος, που επικαλούνται οι εκκαλούσες, είναι διατυπωμένος στο μισθωτήριο έγγραφο ως ακολούθως "Η μισθώτρια υποχρεούται να διαφυλάξει την παραγωγικότητα, το πελατολόγιο και την εισπρακτική δεινότητα της επιχειρήσεως με επιμέλεια, ευγένεια προς τους πελάτες και κύριο στόχο να ανεβάσει αυτά σε ανώτερο επίπεδο του σημερινού. Εάν η παραγωγή ψωμιού κατέλθει κάτωθι των 200 κιλών ημερησίως ή 1200 κιλό κατά μέσο όρο εβδομαδιαίως και η είσπραξη κάτωθι των 100.000 δρχ. ημερησίως ή 600.000 κατά μέσο όρο εβδομαδιαίως, ΡΗΤΩΣ ορίζεται ότι μετά δίμηνο συνεχιζόμενης πτωτικής πορείας το παρόν συμφωνητικό καθίσταται άκυρο, λύεται η μισθωτική σχέση και παραδίδει την επιχείρηση στον εκμισθωτή άνευ ουδεμιάς αποζημιώσεως ή απαιτήσεως. Προς τούτο ο εκμισθωτής έχει το ελεύθερο σε συνεννόηση με την μισθώτρια ή το λογιστή της να ελέγχει όποτε θέλει τα βιβλία της επιχειρήσεως, τα αθροίσματα (Ζ) της ταμειακής μηχανής, τα τιμολόγια αγορών και ό,τι άλλο είναι απαραίτητο επιβεβαίωσης της σωστής πορείας της επιχειρήσεως ως ανωτέρω περιγράφεται. Η ερμηνεία του ως άνω όρου προκειμένου να ανευρεθεί η αληθινή δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων μερών θα γίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των (χρηστών) συναλλακτικών ηθών και χωρίς προσήλωση στις λέξεις, δηλαδή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι η επίδικη επιχείρηση λειτουργούσε επιτυχώς επί σειρά ετών επ' ονόματι του εκμισθωτή, ο οποίος αποφάσισε, για προσωπικούς του λόγους, να σταματήσει ο ίδιος την παραγωγική διαδικασία και να εκμισθώσει την επιχείρηση του στην πρώτη εκκαλούσα αντί του υψηλού πράγματι μισθώματος των 800.000 δρχ. κατά μήνα. Με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, εκτός από την καταρτισθείσα σύμβαση μισθώσεως, ανέλαβε με τον 5° όρο την υποχρέωση η πρώτη εκκαλούσα να παραδίδει ημερησίως στον εφεσίβλητο 250 κιλά διαφόρων τύπων ψωμιού μεταξύ της 8ης και 9ης πρωινής ώρας αντί του αναγραφομένου τιμήματος. Ο επίδικος 12§1 όρος της μισθώσεως τέθηκε στο μισθωτήριο με πρωτοβουλία του εκμισθωτή (βλ. και κατάθεση μάρτυρος συζύγου του) προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντα του για την έγκαιρη και απρόσκοπτη παράδοση σ' αυτόν των ανωτέρω ποσοτήτων άρτου αλλά και για την διατήρηση της υψηλής μισθωτικής αξίας της επιχειρήσεώς του. Η κρίση δε ότι η δυνατότητα καταγγελίας και εντεύθεν λύσεως της ανωτέρω μισθωτικής συμβάσεως τέθηκε σ' αυτήν με τον ως άνω όρο χάριν του εκμισθωτή συνάγεται και από τα ακόλουθα: α) Ο εν λόγω όρος διατυπώνει με σαφήνεια υποχρεώσεις της μισθώτριας (βλ. ρητή αναγραφή των λέξεων "η μισθώτρια υποχρεούται"), η μη τήρηση των οποίων εκ μέρους της οδηγεί σε λύση της μισθώσεως και σε παράδοση της επιχειρήσεως στον εκμισθωτή.
Συνεπώς δεν είναι ορθό η μισθώτρια, που δεν τηρεί τις παραπάνω τεθείσες υποχρεώσεις, να έχει δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως, το οποίο μάλιστα να στηρίζεται στην κατά τα προαναφερόμενα μη τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Το αντίθετο, δηλαδή το δικαίωμα του εκμισθωτή να καταγγείλει την σύμβαση μισθώσεως σε περίπτωση μη τηρήσεως των ως άνω υποχρεώσεων της μισθώτριας, όχι μόνον αποδίδει την αληθινή βούληση των μερών κατά την σύναψη του εν λόγω 12§1 όρου, αλλά προκύπτει και από την γραμματολογική και τελολογική ερμηνεία αυτού και εναρμονίζεται προς την αρχή της καλής πίστεως και τα συναλλακτικά ήθη, β) Στον 13° όρο της μισθωτικής συμβάσεως συμφωνείται ρητά ότι η παράβαση οποιουδήποτε από τους όρους του συμφωνητικού αυτού, οι οποίοι σύμφωνα με τον 15° όρο του θεωρούνται ουσιώδεις, παρέχει το δικαίωμα στον εκμισθωτή να καταγγείλει την μίσθωση και να ζητήσει την απόδοση της χρήσεως του μισθίου, γ) ο εκμισθωτής, ο οποίος εκμίσθωσε το επίδικο, όχι απλώς ως ακίνητο, αλλά ως επιχείρηση με όλο τον εξοπλισμό της, το σήμα και την επωνυμία της, είχε προεχόντως ως ιδιοκτήτης συμφέρον στην διατήρηση της αποδοτικότητας και της οικονομικής ευρωστίας της επιχειρήσεώς του αλλά και στον απρόσκοπτο και έγκαιρο εφοδιασμό του με την προεκτεθείσα ποσότητα άρτου. Γι' αυτό και είχε το δικαίωμα να ελέγχει οποτεδήποτε τα βιβλία της επιχειρήσεως, τα αθροίσματα (Ζ) της ταμειακής μηχανής, τα τιμολόγια αγορών, και ό,τι άλλο ήταν απαραίτητο προς διαπίστωση της σωστής πορείας της επιχειρήσεως και δ) Όλοι οι πρόσθετοι όροι που διατυπώνονται αναλυτικά στον 12° όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού, αφορούν σε υποχρεώσεις της μισθώτριας. Επομένως η ένδικη σύμβαση μισθώσεως δεν λύθηκε με την από 29.11.2002 καταγγελία της πρώτης εκκαλούσας μισθώτριας, σύμφωνα με τον ανωτέρω όρο, αφού αυτή δεν είχε σχετικό δικαίωμα καταγγελίας της μισθώσεως απορρέον από τον όροι 12 παρ. 1 του μισθωτηρίου συμφωνητικού, ώστε να μην οφείλει στον εφεσίβλητο εκμισθωτή το μέχρι την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας μίσθωμα έξι (6) μηνών καθώς και την οριζόμενη στην διάταξη του άρθρου 43 π.δ/τος 34/1995 αποζημίωση των τεσσάρων (4) μηνών. Με την προαναφερόμενη όμως εξώδικη δήλωση της πρώτης εκκαλούσας μισθώτριας καταγγέλθηκε εγγράφως η επίδικη μίσθωση και τα αποτελέσματα αυτής, δηλαδή η λύση της μισθώσεως, επέρχονται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 43 του Π. Δ/τος 34/1995 (που εφαρμόζεται εν προκειμένω καθόσον είχε παρέλθει διετία από την έναρξη της μισθώσεως) μετά παρέλευση προθεσμίας έξι (6) μηνών αρχομένης από την επομένη της περιελεύσεως της καταγγελίας στον εκμισθωτή. Όπως όμως προκύπτει από το από 10-1-2003 πρωτόκολλο παραλαβής, η ένδικη μίσθωση (λύθηκε) πριν την παρέλευση του ανωτέρω εξαμήνου από της επομένης της περιελεύσεως της καταγγελίας στον εκμισθωτή και συγκεκριμένα λύθηκε στις 20-1-2003 κατά την οποία η μισθώτρια παρέδωσε οικειοθελώς την χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή, ο οποίος και παρέλαβε αυτό.
Συνεπώς οι εκκαλούσες (η πρώτη ως μισθώτρια και η δεύτερη ως εγγυήτρια) οφείλουν στον εκμισθωτή α) πέντε μηνιαία μισθώματα και τα αναλογούντα σ' αυτά τέλη χαρτοσήμου (βλ. και Εφ. Αθην. 7674/2004 Ελ. Δ/νη 46,574) ήτοι τα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2003 συνολικού ποσού 13.678,20 ευρώ (2.682 ευρώ Χ 3 μήνες + 2.816,1 Χ 2). Σημειωτέον ότι το μίσθωμα Δεκεμβρίου 2002 δεν ζητείται με την υπό κρίση αγωγή, διότι αυτό επιδικάσθηκε στον εφεσίβλητο με την 3/2002 διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και β) τα μισθώματα τεσσάρων (4) μηνών συνολικού ποσού 10.728 ευρώ (2.682 ευρώ Χ 4 μήνες) ως αποζημίωση λόγω πρόωρης λύσεως της μισθώσεως". Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης κρίθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εκμισθωτής δικαιούται της αποζημίωσης και των μισθωμάτων που ορίζονται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ/τος 34/1995, μετά την εκδηλωθείσα εκ μέρους των αναιρεσειόντων μισθωτών θέληση μεταμέλειας, για την εξακολούθηση της ένδικης μίσθωσης, με την επίδοση προς τον αναιρεσίβλητο μισθωτή της από 29-11-2002 εξώδικης δήλωσής τους. Με την προσβαλλόμενη επίσης απορρίφθηκε ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων μισθωτών ότι η προαναφερθείσα εξώδικη δήλωσή τους έγινε σε εφαρμογή του όρου 12 §1 του από 1-4-2000 μισθωτηρίου συμφωνητικού, με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι "το μισθωτήριο καθίσταται άκυρο και λύεται η μισθωτική σχέση εάν η παραγωγή ψωμιού της εκμισθωθείσας επιχείρησης αρτοποιίας κατέλθει κάτω των 200 κιλών ημερησίως ή 1.200 κιλών κατά μέσο όρο εβδομαδιαίως και η είσπραξη κάτω των 100.000 δρχ ημερησίως ή των 600.000 δρχ. κατά μέσο όρο εβδομαδιαίως", αφού κρίθηκε ότι ο όρος αυτός παρείχε μονομερές δικαίωμα καταγγελίας μόνο στον αναιρεσίβλητο εκμισθωτή. Ο όρος αυτός όμως με αριθμό 12 §1 του από 1-4-2000 μισθωτηρίου συμφωνητικού, για την προσθήκη από την αρχή της μίσθωσης διαλυτικής αίρεσης, που συνεπαγόταν με την πλήρωσή της την αυτόματη ανατροπή του μισθωτηρίου και εκ συνακόλουθη αυτόματη λύση της μίσθωσης, είναι ανίσχυρος, ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα, κατά το προαναφερόμενο στη μείζονα νομική σκέψη, και θεωρείται σαν να μην είχε γραφεί, και επομένως δεν ήταν δυνατό να στηρίξει την προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση των αναιρεσειόντων μισθωτών για την αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους από τη διάταξη του άρθρου 43 του ίδιου Π. Δ/τος 34/1995, με την διαγνωσθείσα εκ μέρους του Εφετείου ανελέγκτως παραδοχή ότι οι εκμισθωτές εκδήλωσαν τη βούλησή τους για τη λύση της μίσθωσης λόγω μεταμέλειάς τους που δεν είχε ανάγκη άλλης περαιτέρω αιτιολογίας. Εν όψει αυτών, το Εφετείο, που έκρινε με εσφαλμένη αιτιολογία ότι ο προαναφερθείς όρος με αριθμό 12 §1 δεν παρείχε δικαίωμα καταγγελίας στους αναιρεσείοντες, αντί να τον κηρύξει άκυρο αυτεπάγγελτα, στο ορθό κατέληξε απορριπτικό αποτέλεσμα του αντίστοιχου λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων (άρθρ. 578 Κ.Πολ.Δ.).
Ήδη με τους τρεις λόγους της ένδικης αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες αντίστοιχα από τους αριθμούς 20, 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που έχουν σχέση αντίστοιχα: 1) ότι το Εφετείο παραμόρφωσε την από 29-11-2002 εξώδικη δήλωση των αναιρεσειόντων, με το να κρίνει ότι με αυτήν ασκήθηκε δικαίωμα καταγγελίας, από το άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995, ενώ επρόκειτο για δήλωση αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης σε εφαρμογή του όρου 12 της σύμβασης μίσθωσης, 2) ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε τον ίδιο με αριθμό 12 όρο του μισθωτηρίου με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, κρίνοντας ότι ο ίδιος όρος παρείχε δικαίωμα καταγγελίας μόνο στον αναιρεσίβλητο εκμισθωτή, ενώ τέτοιο δικαίωμα παρεχόταν στους αναιρεσείοντες μισθωτές, και 3) ότι η προσβαλλόμενη έχει αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το περιεχόμενο του ίδιου με αριθμό 12 §1 όρου του μισθωτήριου συμφωνητικού, γιατί δέχθηκε ότι ο όρος αυτός παρέχει δικαίωμα καταγγελίας στον αναιρεσίβλητο εκμισθωτή, καίτοι κατά το περιεχόμενό του καθιερώνει με την πλήρωση της προβλεπόμενης διαλυτικής αίρεσης αυτόματη ακυρότητα και λύση της σύμβασης. Με το περιεχόμενό τους αυτό και οι τρεις αναιρετικοί λόγοι, στηρίζονται στη εσφαλμένη προϋπόθεση της εγκυρότητας του προαναφερθέντος με αριθμό 12 §1 συμβατικού όρου, παρά την εξ υπαρχής ακυρότητά του, και επομένως κρίνονται αβάσιμοι, αφού αντικατασταθούν κατ' άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ. οι προαναφερθείσες εσφαλμένες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, που έχουν σχέση με το κύρος του ίδιου συμβατικού όρου. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2009 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 334/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποίαν ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ