246/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated246/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η βλάβη, σύμφωνα με το άρθρο 160 παρ.3 Κ.Πολ.Δ, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά θα πρέπει να προτείνεται στα ίδια χρονικά πλαίσια που ισχύουν για την πρόταση της ακυρότητας, δηλαδή μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη, διαφορετικά είναι απαράδεκτη και δεν μπορεί να προταθεί ως λόγος ένδικου μέσου.
Full text
Απόφαση 246 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 246/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων- καθών η κλήση: 1.Χ1 συζ. Χ2 και 2.Χ2, κατοίκων..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1.Ψ1, κατοίκου μέσων ... και 2. Ψ2, κατοίκου ..., οι οποί εκπροσωπήθηκαν από' τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Νικολαϊδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-1998 αγωγή της Αικατερίνης χήρας Μαριδάκη αρχικής διαδίκου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7675/1999 μη οριστική, 2894/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3497/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 26-9-2006 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 24/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε ματαιωμένη τη συζήτηση. Ήδη την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες-αναιρεσίβλητοι με την από 1-4-2009 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι-καλούντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 14-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων-καλούντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους, στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων κεκυρωμένο αντίγραφο των από 1-4-09 κλήσεων προς εμφάνιση και συζήτηση κατά την σημερινή δικάσιμο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως- ενόψει του ότι η συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 24-11-08 κηρύχθηκε ματαιωμένη λόγω απουσίας των διαδίκων με την υπ' αριθ. 24/09 απόφαση του δικαστηρίου τούτου - επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες με τη τήρηση της διατυπώσεως του άρθρου 143 § 3 ΚΠολΔ, αφού η επίδοση έγινε προς τον δικηγόρο Αλέξανδρο Αλαφρή, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου και κατά νόμο αντικλήτου των αναιρεσιόντων ως έχοντος υπογράψει με τις ίδιες ιδιότητες το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσειόντων.
Επειδή κατά τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ.1 εδ.α, 221 παρ.1, 294,295 παρ.1 και 297 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι, επί ασκήσεως αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως, η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο, ανεξάρτητα από το διαδικαστικό χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, αποτελεί και οιονεί δικαιοπραξία οχλήσεως του δανειστή προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του, με αποτέλεσμα να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο και υπόχρεο να πληρώσει τον νόμιμο τόκο υπερημερίας.
Έτσι, ο μεταγενέστερος περιορισμός του αιτήματος της αγωγής αυτής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ο οποίος συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφό της, με αποτέλεσμα η αγωγή αυτή ως προς το σημείο τούτο να θεωρείται ως μη ασκηθείσα ως διαδικαστική πράξη και να μην οφείλονται οι εξ αιτίας αυτής τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, δεν συνεπάγεται αναδρομική ή μη κατάργηση των κατά του άρθρου 345 ΑΚ έννομων συνεπειών της υπερημερίας του εναγομένου οφειλέτη, η οποία μετά την ως άνω όχληση έχει ήδη επέλθει, με την επίδοση της αγωγής, και ως εκ τούτου οφείλονται τόκοι υπερημερίας από την επίδοσή της (ΟλΑΠ 24/04 και 23/04).Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως νόμω βάσιμο το αίτημα των αναιρεσιβλήτων- εναγόντων, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να τους καταβάλουν τόκους υπερημερίας επί του ποσού της οφειλόμενης αποζημιώσεως, που αρχίζουν από την προς αυτούς επίδοση της περιέχουσας το αίτημα τούτο καταψηφιστικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι, καίτοι οι ενάγοντες παραιτήθηκαν κατά τη συζήτηση της αγωγής από το καταψηφιστικό αίτημά της και περιορίσθηκαν μόνο στο αναγνωριστικό, δεν ήρθη έκτοτε η υποχρέωση των εναγομένων προς καταβολή τόκων υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ και επομένως ο περί του αντιθέτου 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος. Επειδή η διάταξη του άρθρου 343 Κ.Πολ.Δ (όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 14 § 1 του ν. 2915/2001) κατά την οποία οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται στην αποδεικτική διαδικασία και καλούνται για τον σκοπό αυτό από τον διάδικο που διεξάγει την απόδειξη τρεις ημέρες πριν από τη διεξαγωγή, δεν έχει τεθεί με ποινή την ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης κατά τις περιπτώσεις 1 και 2 του άρθρου 159 του ίδιου κώδικα, αλλά η παράβασή της συνεπάγεται ακυρότητα κατά την περίπτωση 3 του εν λόγω άρθρου, δηλαδή αν το δικαστήριο κρίνει ότι η παράβαση αυτή προκάλεσε στον διάδικο που την προτείνει βλάβη η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.
Η βλάβη, σύμφωνα με το άρθρο 160 παρ.3 Κ.Πολ.Δ, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά θα πρέπει να προτείνεται στα ίδια χρονικά πλαίσια που ισχύουν για την πρόταση της ακυρότητας, δηλαδή μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη, διαφορετικά είναι απαράδεκτη και δεν μπορεί να προταθεί ως λόγος ένδικου μέσου.
Περαιτέρω, κατά τον αριθμό. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα κάποιας διαδικαστικής πράξης, η οποία κατ' άρθρο 159 Κ.Πολ.Δ επέρχεται και αν ο δικαστής κρίνει ότι η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.
Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο προκείμενος αναιρετικός λόγος, μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ δέχεται ότι επήλθε τέτοια βλάβη, εντούτοις δεν κήρυξε την ακυρότητα ή αν, ενώ δέχεται ότι δεν υπάρχει τέτοια βλάβη, κήρυξε την ακυρότητα.
Εν προκειμένω, ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το αίτημα των αναιρεσειόντων, για την κήρυξη της ακυρότητας των διαξαχθεισών μαρτυρικών καταθέσεων οι οποίες διαλαμβάνονται στην οικεία εισηγητική έκθεση και εντεύθεν για την κήρυξη της ακυρότητα αυτής, αφενός μεν επειδή δεν κλήθηκαν για την 9-1-01, κατά την οποία εμφανίσθηκε μόνο η πληρεξούσια δικηγόρος του πρώτου ενάγοντος Ψ1 (κατ' ερήμην των εναγομένων και τους άλλου ενάγοντος) και ζήτησε την αναβολή της διεξαγωγής και την παράταση της προθεσμίας, αιτήματα που έγιναν δεκτά με την αναβολή της διεξαγωγής για τις 20-2-01 και την παράταση της προθεσμίας μέχρι 10-5-01, αφετέρου δε επειδή παρατάθηκε η προθεσμία, κατά παράβαση του άρθρου 148 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή χωρίς τη συμφωνία τους, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως προς μεν την πρώτη περίπτωση, με την αιτιολογία ότι η ακυρότητα δεν προτάθηκε ούτε μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη ενώπιον του εισηγητή δικαστή (άρθρο 160 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) ούτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, ως εκ των προτάσεων των εναγομένων προκύπτει, αλλά για πρώτη φορά με την έφεση, ως προς δε τη δεύτερη περίπτωση, με την αιτιολογία ότι οι εναγόμενοι δεν υπέστησαν καμία βλάβη από την παράταση της προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων, η κρίση του δε αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Συνεπώς, ο 2ος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε την ανωτέρω ακυρότητα, είναι αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, ότι η απόφασή του δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα ότι δεν περιέχει καμία αιτιολογία ως προς το γενόμενο δεκτό ποσοστό (1/2 αδιαιρέτως) της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας εκάστου των αναιρεσιβλήτων επί της κληρονομιαίας περιουσίας της αρχικώς ενάγουσας, καθόσον προέβη στον καθορισμό του άνω ποσοστού, "χωρίς αυτό να προκύπτει ούτε από καμιά δήλωση των αναιρεσιβλήτων, ούτε από πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών της αρχικώς ενάγουσας, ούτε από την οποιαδήποτε αναφορά έστω της πρωτοβάθμιας απόφασης, έτσι ώστε να εξαχθεί τουλάχιστον ο βαθμός συγγένειας των αναιρεσιβλήτων με την ενάγουσα και η ύπαρξη ή όχι άλλων εγγυτέρων ή απωτέρων συγγενών". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου πραγματική διαπίστωση του Εφετείου, ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι ο μεν πρώτος αμφιθαλής αδελφός της αρχικώς ενάγουσας, ο δε δεύτερος τέκνο της προαποβιώσασας αδελφής αυτής, Ψ3, γεγονός που ανταποκρίνεται στην ανωτέρω παραδοχή για το ποσοστό του κληρονομικού τους μεριδίου (άρθρο 1814 ΑΚ).
ΕΠΕΙΔΗ, η περιλαμβανομένη στο 4ο λόγο αιτίαση από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία έκρινε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, χωρίς αποδείξεις, είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε τη σχετική κρίση του στις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
ΕΠΕΙΔΗ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη πλημμέλεια, δεν αρκούν δε γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή έλλειψη των αιτιολογιών, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στο οποίο αυτές αναφέρονται, με παράθεση των κρίσιμων παραδοχών του δικαστηρίου, καθώς και τα επί πλέον περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον 5ο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στερείται αιτιολογιών και ότι οι υπάρχουσες αιτιολογίες είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ενέχει παντελή αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα από τα ως άνω, αναγκαία για τη θεμελίωσή του, στοιχεία.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-9-06 αίτηση των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της υπ' αρθ. 3457/06 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων οριζόμενα σε χίλια διακόσια (1200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ