246/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/4/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1421/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4807/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/8/2002 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated246/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1421/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4807/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/8/2002 αίτησή του.
Full text
Απόφαση 246 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 246/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεξίου, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΣΙΜΗ", η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόλλωνα Μαστέλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/4/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1421/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4807/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/8/2002 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 2003 έκθεση του Αρεοπαγίτη Θεόδωρου Τζέμου, ο οποίος έχει ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 578 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, όταν η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως που .αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ή εκ πλαγίου κατά τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, δεν αρκεί η παράθεση στο αναιρετήριο της διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, της κατά τον αναιρεσείοντα έννοιας αυτής, καθώς και της περί αυτής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και της δεκτής γενόμενης από αυτό έννομης συνέπειας, αλλά πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως .Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δε διατακτικό συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου.
Επομένως, η παράθεση όλων των τελευταίων στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί με βάση το περιεχόμενο αυτού αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση του, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου.
Εξάλλου, για το ορισμένο του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να αναφέρεται επιπλέον στο αναιρετήριο και ποια ακόμη πραγματικά περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για να είναι πλήρεις οι αιτιολογίες της καθώς και ποια δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους και σε τι.
Δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του αναιρετηρίου με αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα οποιαδήποτε δικαστικά έγγραφα. Στημ προκείμενη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση παραβίαση κατά τον αριθμό ]του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άλλως κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, των άρθρων 4 , 22 παρ.
Ι β του Συντάγματος και 288 ΑΚ, με την κρίση της ότι κατά την καλή πίστη εδικαιολογείτο η κατ' εξαίρεση σε ορισμένους εκ των απασχολουμένων μισθωτών στην αναιρεσίβλητη χορήγηση της οικειοθελούς παροχής ποσοστού 8% επί των αποδοχών τους και ότι ο αναιρεσείων δεν εδικαιούτο την προσαύξηση αυτή με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Στο αναιρετήριο όμως, ενώ εκτίθεται εξαιρετικά σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος και μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές και αόριστες αναφορές, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτό ως αποδειχθέντα, με βάση το σύνολο των οποίων -και όχι ορισμένων εξ αυτών- κατέληξε στην ως άνω νομική κρίση του, που κατά τον αναιρεσείοντα είναι λανθασμένη και ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
Επίσης, στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται ποιά επιπλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την πληρότητα των αιτιολογιών της. Επομένως, με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής αιτήσεως, της οποίας δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση, δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί και να στοιχειοθετηθεί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-8-2002 αίτηση του χ1 περί αναιρέσεως της 4807/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ