Supreme Court allows appeal against labor court judgment for procedural error regarding statute of limitations objection. The court found the lower court violated procedural law by accepting a statute of limitations objection after the case was already final. Consequently, the Supreme Court granted the appeal and remanded the case for retrial. The court ruled that the lower court erred in accepting the statute of limitations objection after the case had become final and binding. Since the case was already concluded, the statute of limitations defense was procedurally inadmissible. The Supreme Court therefore allowed the appeal and remanded the case for retrial. The court held that the lower court violated procedural law by accepting the statute of limitations objection after the case was final. The Supreme Court allowed the appeal and remanded the case for retrial. The court ruled that the lower court erred in accepting the statute of limitations objection after the case was final. Since the case was already concluded, the statute of limitations defense was procedurally inadmissible. The Supreme Court therefore allowed the appeal and remanded the case for retrial. The court held that the lower court violated procedural law by accepting the statute of limitations objection after the case was final.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Athens, finding a procedural violation regarding the statute of limitations. The appellants argued that the lower court improperly accepted a statute of limitations objection after the case had become final, violating procedural law. The court ruled that since the case was already concluded, the statute of limitations defense was inadmissible and the lower court erred in accepting it. Consequently, the appeal was allowed, the judgment was annulled, and the case was remanded for retrial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111, 216, 262 of the Code of Civil Procedure; The court may not examine a statute of limitations objection after the case has become final, as such objections are procedurally inadmissible at that stage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 245 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 245/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Α)1)Α. Γ. του Π., 2)Θ. Σ. του Α., 3)Α. Τ. του Κ., κατοίκων Λάρισας και Β)1)Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Α. Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την ίδια επωνυμία και διαφορετικό αριθμό Γ.Ε.ΜΗ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Α. Κ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2008 αγωγή των Α ήδη αναιρεσειόντων και την από ... αγωγή του Β ήδη αναιρεσείοντος και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1315/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1394/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-2-2022 αίτησή τους και τους από 10-10-2023 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 25-2-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης και τους από 10-10-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... προσθέτους λόγους της - προσβάλλεται η υπ' αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν καταργηθούν από 1-1-2016 με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο και το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 ν. 4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης που προαναφέρθηκε και οι πρόσθετοι λόγοι της ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παρ. 1 β, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν με τον κύριο λόγο της αναίρεσης, η οποία επομένως πρέπει να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο τόσο του κυρίου, όσο και των προσθέτων λόγων της (άρθρα 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής :
Α. Οι ενάγοντες, Α. Γ. του Π., Θ. Σ. του Α. και Α. Τ. του Κ., ήδη πρώτος, δεύτερη και τρίτος αναιρεσείοντες, υπό στοιχείο (Α), κάτοικοι Λάρισας, στην από 8-11-2008 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... αγωγή τους - την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεψαν κατά της εναγομένης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." και έδρα την Αθήνα, ισχυρίσθηκαν ότι είχαν καταρτίσει με την εναγομένη σε συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες ο καθένας τους συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε παρείχαν προσηκόντως την εργασία τους σε αυτή έως και τη λύση των συμβάσεων εργασίας που είχαν καταρτίσει με την εργοδότριά τους.
Ότι, είχαν δικαίωμα να λαμβάνουν άδεια αναψυχής 25 ημερών κάθε χρόνο, την οποία ωστόσο η εναγομένη από το έτος 1999 έως και το έτος 2005 είτε δεν χορηγούσε, είτε δεν χορηγούσε πλήρως σε αυτούς παρά τις αιτήσεις τους προς τη διοίκησή της. Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν - εκτός άλλων - είτε να υποχρεωθεί η εναγομένη, είτε να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς νομιμότοκα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά για τις αποδοχές άδειας που δικαιούντο και τις προσαυξήσεις τους.
Β. Οι ενάγοντες, Α. Π. του Θ. και Ε. Τ. του Κ., ήδη τέταρτος αναιρεσείων υπό στοιχείο (Β), κάτοικοι ..., στην από ... και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 29558-804/24-2-2009 αγωγή τους -την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεψαν κατά της εναγομένης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε." - ισχυρίσθηκαν ότι είχαν καταρτίσει με την εναγομένη σε συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες ο καθένας τους συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε παρείχαν προσηκόντως την εργασία τους σε αυτή έως και τη λύση των συμβάσεων εργασίας που είχαν καταρτίσει με την εργοδότριά τους.
Ότι, είχαν δικαίωμα να λαμβάνουν άδεια αναψυχής 25 ημερών κάθε χρόνο, την οποία ωστόσο η εναγομένη από το έτος 2003 έως και το έτος 2007 είτε δεν χορηγούσε, είτε δεν χορηγούσε πλήρως σε αυτούς παρά τις αιτήσεις τους προς τη διοίκησή της. Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν - εκτός άλλων - είτε να υποχρεωθεί η εναγομένη, είτε να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς νομιμότοκα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά για τις αποδοχές άδειας που δικαιούντο και τις προσαυξήσεις τους.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών συνεκδίκασε τις δύο (2) αγωγές αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015) και εξέδωσε την υπ' αριθμό ... απόφαση, με την οποία απέρριψε τις αγωγές ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας (άρθρα 111 παρ. 2, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, 914 ΑΚ, 2 παρ. 1 α.ν. 539/1945).
Οι ενάγοντες και των δύο αγωγών άσκησαν κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 27-7-2011 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7293/24-10-2011 κοινή έφεση - την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και έστρεψαν κατά της εφεσίβλητης-εναγομένης, η οποία μετά την άσκηση της έφεσης συγχωνεύθηκε νόμιμα με απορρόφηση από την ήδη αναιρεσίβλητη - καθολική της διάδοχο που συνέχισε νόμιμα τη δίκη (άρθρα 68 παρ. 2, 78 ν. 2190/1920 και 16 ν. 2515/1997) - παραπονούμενοι για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του Νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εξέδωσε την υπ' αριθμό ... απόφαση, με την οποία δέχθηκε την έφεση κρίνοντας ορισμένες τις αγωγές, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και κράτησε και δίκασε την αγωγή στην ουσία της.
Η εφεσίβλητη-εναγομένη προέβαλε μεταξύ άλλων, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου τους ισχυρισμούς - τους οποίους είχε προβάλει προφορικά και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με καταχώρισή τους στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του - ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων είχαν υποπέσει σε παραγραφή.
Το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε τις εντάσεις αυτές ως παραδεκτές και βάσιμες και για το λόγο αυτό απέρριψε τις αξιώσεις των εναγόντων κατά της εναγομένης για τα έτη που εκεί διαλαμβάνονται ως παραγεγραμμένες, ενώ δέχθηκε κατά τα λοιπά τις δύο αγωγές ως παραδεκτές και βάσιμες και επιδίκασε στους ενάγοντες νομιμότοκα για την αιτία που προαναφέρθηκε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά. 3.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο (...) δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοιος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό, μόνο, δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, Ολ.ΑΠ 12/2000, ΑΠ 19/2022).
Περαιτέρω η ένσταση (άρθρο 262 παρ. 1 α ΚΠολΔ πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα (...). Η ένσταση είναι ποσοτικά ή ποιοτικά αόριστη, αν δεν αναφέρονται σε αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το νόμο για να θεμελιωθεί το αίτημά της. Η έλλειψη αυτή ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ (...), (ΑΠ 19/2022).
Ο συγκεκριμένος εξάλλου λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός, αν ο αναιρεσείων επικαλείται στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο Δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό ότι η ένσταση είναι ποιοτικά ή ποσοτικά αόριστη, επειδή δεν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 1, ΑΠ 1676/2001).
Η διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ ορίζει ότι "Για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή σε ανώτερο Δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.".
Η επαναφορά συνεπώς ισχυρισμών ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με τις προτάσεις που κατατίθενται σε αυτό με γενική αναφορά στις προτάσεις που είχαν κατατεθεί ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν αρκεί και συνεπώς δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 1048/2020). Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 249, 250, 251, 261, 270, 272, 277 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ένσταση παραγραφής είναι ορισμένη, όταν αναφέρονται σε αυτή α) ο χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση, β) το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής και γ) ο χρόνος επίδοσης της αγωγής.
Σε διαφορετική περίπτωση ο ισχυρισμός ότι η επίδικη αξίωση έχει υποπέσει σε παραγραφή είναι αόριστος και συνεπώς απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1453/2022, ΑΠ 448/2015). Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται στο λόγο αναίρεσης του κυρίου δικογράφου της ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 216 παρ. 1 α, 262 παρ. 1 α ΚΠολΔ, 247, 250 αριθμός 17, 253, 261 παρ. 1 α, 270 παρ. 2 και 277 ΑΚ και ότι για το λόγο αυτό υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ με συνέπεια να πρέπει να αναιρεθεί, επειδή α) αποφάνθηκε ότι οι ισχυρισμοί που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη και ενώπιόν του ότι οι επίδικες αξιώσεις του πρώτου, της δεύτερης και του τρίτου από αυτούς, οι οποίες είχαν γεννηθεί τα έτη 1999, 2000, 2001 και 2002 και του τέταρτου από αυτούς που είχε γεννηθεί το έτος 2003, είχαν υποπέσει σε παραγραφή ήταν παραδεκτοί και βάσιμοι και μετά από αυτό β) αφού προηγουμένως είχε δεχθεί την έφεση και είχε εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση για άλλο λόγο, απέρριψε τις αξιώσεις τους από το έτος 1999 έως και το έτος 2003 ως παραγεγραμμένες, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει τους ισχυρισμούς αυτούς ως απαράδεκτους και να επιδικάσει σε αυτούς τα ποσά που είχαν αιτηθεί με τις αγωγές τους και για τα συγκεκριμένα έτη και επί πλέον ότι τον σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό τους τον είχαν προβάλει ενώπιον του Εφετείου με την προσθήκη στις προτάσεις τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα εξής : "(...) οι αξιώσεις από τη μη καταβολή των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας όπως και η αξίωση για την προσαύξηση ποσοστού 100 % παραγράφονται μετά την πάροδο 5ετίας του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ (...) Ενόψει του ότι οι αμέσως προηγούμενες αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή (...), η παραγραφή (α) των επί μέρους αξιώσεων της πρώτης αγωγής που ανάγονται στο έτος 1999 άρχισε την 1.1.2000, αυτών που ανάγονταν στο έτος 2000, άρχισε την 1.1.2001, αυτών που ανάγονταν στο έτος 2001 άρχισε την 1.1.2002 και αυτών που ανάγονταν στο έτος 2002 άρχισε την 1.1.2003 και συμπληρώθηκε στις 31.12.2004, 31.12.2005, 31.12 2006 και 31.12.2007, αντιστοίχως οι σχετικές αξιώσεις κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής αυτής (η οποία επιδόθηκε στην "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" στις 30.12.2008, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...
έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου της Αθήνας Β. Δ.), είχαν ήδη υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 του ΑΚ, ενώ η παραγραφή (β) των επί μέρους αξιώσεων της δεύτερης αγωγής του έτους 2003, που άρχισε την 1.1.2004, συμπληρώθηκε στις 31.12.2008, με αποτέλεσμα, οι εν λόγω αξιώσεις, κατά τον χρόνο άσκησης της δεύτερης αγωγής (η οποία επιδόθηκε στην προαναφερόμενη τραπεζική εταιρεία στις 30.11.2009, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...
έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου της Αθήνας Β. Δ.) να έχουν υποπέσει ήδη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 του ΑΚ. Κατ' αντίστοιχη δε παραδοχή της παραδεκτώς προταθείσας και επαναφερόμενης από την καθ' ης η κλήση ένστασης τα αγωγικά αιτήματα που αφορούν στα αμέσως προηγούμενα έτη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.".
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των από 3-12-2008 προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη-εφεσίβλητη και εναγομένη ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου για να ερευνηθεί ο αναιρετικός λόγος που προαναφέρθηκε (βλ. σελ. 24-25 αυτών) προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη είχε επικαλεσθεί για να απαντήσει στις δύο (2) αγωγές που είχαν ασκηθεί εναντίον της ότι " (...) Α.
Προς αντίκρουση της πρώτης υπό κρίση αγωγής (...) προβάλλουμε : ένσταση παραγραφής,(...) όπως αναλύεται στις πρωτόδικες προτάσεις μας Β. Προς αντίκρουση της δεύτερης υπό κρίση αγωγής (...) προβάλλουμε (...) ένσταση παραγραφής, όπως αναλύεται στις πρωτόδικες προτάσεις μας.". Ο ισχυρισμοί ωστόσο αυτοί είναι ελλιπείς ως προς την ιστορική τους βάση, επειδή η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέσθηκε επιπλέον α) πότε είχαν γεννηθεί οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων εναντίον της, β) πότε είχε αρχίσει η παραγραφή τους και γ) πότε οι αναιρεσείοντες είχαν επιδώσει σε αυτή την αγωγή τους.
Η αναιρεσίβλητη εν πάση περιπτώσει δεν είχε επαναφέρει παραδεκτά ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου τους ίδιους ισχυρισμούς, επειδή δεν είχε τηρήσει τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα α) δεν είχε εκθέσει, έστω περιληπτικά, στις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου τόσο το περιεχόμενο, όσο και τον τρόπο με τον οποίο είχε υποβάλει τις ενστάσεις παραγραφής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 591 παρ. 1 β, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1 δ ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, όταν κατατέθηκε η αγωγή στις 1-12-2008 και 24-2-2009, πριν δηλαδή αρχίσει να ισχύει ο ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 241/2022) και β) δεν είχε αναφέρει σε ποια σελίδα των προτάσεων που είχε υποβάλει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου υπήρχαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί.
Η γενικώς αναφορά που έκανε η αναιρεσίβλητη στις προτάσεις που είχε καταθέσει ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ότι οι ενστάσεις παραγραφής που προβάλλει αναλύονται ειδικότερα στις προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν αρκούσε για να επαναφερθούν νομότυπα οι αυτοτελείς της αυτοί ισχυρισμοί ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (ΑΠ 1048/2020 ό.π.).
Επισημαίνεται ότι οι αναιρεσείοντες είχαν εκθέσει ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - με την από 7-12-2018 προσθήκη στις προτάσεις που είχαν προηγουμένως καταθέσει ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου - ότι οι ενστάσεις που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη ήταν αόριστες και ότι εν πάση περιπτώσει δεν είχαν επαναφερθεί νομότυπα ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και συνεπώς έπρεπε να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Η αναιρεσίβλητη, τέλος, με τις προτάσεις που κατάθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων εναντίον της έχουν υποπέσει σε παραγραφή. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρα 573 παρ. 1, 111 παρ. 2, 262 παρ. 1 και 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), επειδή η προβολή της ένστασης παραγραφής μιας αξίωσης προϋποθέτει ότι υπάρχει εκκρεμοδικία της αγωγής (άρθρα 221 επ.
ΚΠολΔ). Η εκκρεμοδικία όμως στην προκειμένη περίπτωση περατώθηκε με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου που προσβάλλεται με την αναίρεση και δεν αναβίωσε με την άσκησή της, επειδή ο Άρειος Πάγος ερευνά μόνο αν οι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί και βάσιμοι και όχι την ουσία της διαφοράς (ΑΠ682/2005). 4.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν το Μονομελές Εφετείο - το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τις ενστάσεις παραγραφής ως παραδεκτές και για το λόγο αυτό απέρριψε στη συνέχεια ως παραγεγραμμένες τις αξιώσεις των εναγόντων της υπό στοιχείο "Α" αγωγής που είχαν γεννηθεί από το έτος 1999 έως και το έτος 2002 και της υπό στοιχείο "Β" αγωγής που είχαν γεννηθεί το έτος 2003 - παραβίασε τις δικονομικού δικαίου για το ορισμένο της ένστασης παραγραφής (αρθ. 251, 250 αριθ.17, 253, 261 παρ.1α, 270 παρ.2 και 277 του ΑΚ) διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 216 παρ. 1 α, 262 παρ. 1 α ΚΠολΔ.
Για το λόγο αυτό υπέπεσε στη αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσής τους. Η αίτηση συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή και μετά από αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμό ...
απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η έρευνα των προσθέτων λόγων αναίρεσης παρέλκει, επειδή έγινε δεκτός ο κύριος λόγος της. Η υπόθεση εξάλλου, επειδή χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει να παραπεμφθεί για εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο είναι δυνατό να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις - μετά από το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παρ. 1, 106, 176 παρ. 1, 180 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ