Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim due to lack of prior conduct evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding inheritance acceptance. The appellant argued that the heir's long inaction constituted an abuse of right, but the court found no evidence of specific prior conduct creating a reasonable belief of non-exercise. Consequently, the court ruled that the subsequent assertion of the right was not abusive under Article 281 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 559, 561 of the Civil Code and Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; Abuse of right requires specific circumstances and prior conduct creating a reasonable belief of non-exercise, which is absent here.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 245 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 245/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Δ. Κ. θυγατέρας Β. και Ο. Ξ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ., το γένος Φωτίου Λαγού και της Φ., 2) Ι. Μ. του Χ. και της Δ., κατοίκων ..., 3) Α. Μ. του Χ. και της Δ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος την …-…-2018 Χ. Μ. του Ι. και της Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσουκαλά και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ. αρ. κατ. 12/24-2-2017 αγωγή του αποβιώσαντος Χ. Μ. και την από 20-4-2017 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2019 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-2-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 65/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, Χ. Μ., με την από 24.2.2017 αγωγή του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, στρεφομένη κατά της εναγομένης, Μ.
Κ., ήδη αναιρεσείουσας, εξέθετε, ότι είναι συγκύριος με παράγωγο τρόπο κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου διώροφου ακινήτου που βρίσκεται στον οικισμό ..., δύο δωμάτια του πρώτου ορόφου του οποίου, οι προηγούμενοι συγκύριοι είχαν παραχωρήσει άνευ ανταλλάγματος ως χρησιδάνειο στην αδελφή τους Ο. Μ., μητέρα της αναιρεσείουσας, επιτρέποντάς της την προσωρινή διαμονή της κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1944 μέχρι 9.3.1956, οπότε και αποχώρησε, εγκαθιστάμενη πλέον στην …, έχοντας όμως μεταφέρει τα πράγματά της σε μικρή αποθήκη κάτω από το κλιμακοστάσιο.
Στη συνέχεια ανέφερε, ότι στο πλαίσιο διενέργειας ελέγχου τίτλων στο Υποθηκοφυλακείο Καρδαμύλης διαπίστωσε, στις 18.5.2016, ότι στο αντίγραφο τα μερίδας της μητέρας της αναιρεσείουσας με ημερομηνία έκδοσης 10.5.2016 έχει καταχωρηθεί το νόμιμα μεταγραμμένο .../...1997 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Π.
Ρ., με το οποίο η αναιρείουσα αποδέχεται την επαχθείσα σε αυτήν εκ διαθήκης κληρονομιά της μητέρας της, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το νότιο έμπροσθεν δωμάτιο του ισογείου του ως άνω διώροφου ακινήτου, (κατάστημα 1) εμφανιζόμενη παρανόμως ως ιδιοκτήτρια αυτού, προβαίνοντας στην εκμετάλλευσή του. Με την επίκληση των παραπάνω αιτήθηκε μεταξύ άλλων:
α) να αναγνωρισθεί συγκύριος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του τμήματος του επιδίκου ακινήτου, διακριτό τμήμα του οποίου αποτελεί το νότιο έμπροσθεν του ισογείου δωμάτιο, β) να διαταχθεί η αποβολή της εναγομένης από αυτό κατά το αναλογούν σε αυτόν ποσοστό συγκυριότητάς του και γ) να υποχρεωθεί η ίδια να του καταβάλλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής το ποσό των 28.284,58 ευρώ, ως αντιστοιχούσα στο ποσοστό συγκυριότητάς του, αποζημίωση χρήσεως, από την είσπραξη μισθωμάτων από το επίδικο ακίνητο.
Με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η ήδη αναιρεσείουσα προέβαλε την ένσταση παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος, καθώς και ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως τους, επί πλέον δε άσκησε την από 20.4.2017 ανταγωγή, εκθέτοντας ότι έχει καταστεί συγκυρία του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον κατέχει και νέμεται τούτο με διάνοια κυρίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκώντας επί αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, αιτήθηκε δε να αναγνωρισθεί ότι είναι αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου μετά του αντιστοιχούντος σε αυτό ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής και επικουρικά να αναγνωρισθεί ότι είναι συγκυρία, συννομεύς και κάτοχος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της άνω διώροφης οικοδομής και ότι έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης του επίδικου καταστήματος.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας με την 21/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αφού συνεκδίκασε την αγωγή με την ανταγωγή, απέρριψε την αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και δέχθηκε την ανταγωγή κατά το ως άνω επικουρικό της αίτημα ως κατ'ουσίαν βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από τον ενάγοντα και επί αυτής εκδόθηκε η 65/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, το οποίο την έκανε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή και την ανταγωγή, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη και απέρριψε την ανταγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, στρέφεται η υπό κρίση από 7.2.2020 αίτηση αναιρέσεως της εφεσίβλητης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔικ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 532 και 533 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ήτοι αν αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Αντικείμενο της έρευνας, κατά το στάδιο αυτό αποτελεί το εκκλητό ή μη της εκκαλουμένης απόφασης η κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, η νομότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άλλων διατυπώσεων εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 ΚΠολΔ.
Αν λείπει μία από αυτές η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1429/2018), ενώ, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι παραδεκτή εξετάζει το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Επίσης κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 727/2017, ΑΠ 81/2017, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).
Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής, ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΟλΑΠ22/2005, ΑΠ 782/2019, ΑΠ207/2017) και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος δεν ιδρύεται για παραβιάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 383/2021, ΑΠ 768/2019, ΑΠ 1596/2018, ΑΠ1001/2018), όπως, προδήλως, είναι οι μνημονευθείσες ως άνω διατάξεις, που αναφέρονται στις προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα άσκησης του ενδίκου μέσου της εφέσεως. (ΑΠ 613/2016, ΑΠ 603/2016).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, όταν είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/..., ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).
Επίσης, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαίωμα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 504/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, υπό στοιχείο I, και κατά την εκτίμησή του, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των αριθμών 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, με το πρώτο μέρος του λόγου αυτού η αναιρεσείουσα αναφέρεται στις παραδοχές της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σύμφωνα με τις οποίες η αγωγή του αναιρεσίβλητου απορρίφθηκε "καθολοκληρίαν προεχόντως ως ουσιαστικώς αβάσιμη και σε κάθε περίπτωση και, επαλλήλως, λόγω παραγραφής των προβαλλομένων με αυτήν αξιώσεων, παρελκομένης της εξετάσεως της προβληθείσης εκ μέρους της εναγομένης ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος".
Με βάση τα παραπάνω η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο έπρεπε πρωτίστως να απορρίψει την έφεση του αναιρεσίβλητου ως απαράδεκτη και ειδικότερα ως αλυσιτελή, διότι ο ίδιος με τους λόγους της εφέσεώς του έπληττε την ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόνο όσον αφορά την απόρριψη της αγωγής του ως ουσιαστικά αβάσιμης, χωρίς να υφίσταται λόγος εφέσεως που να πλήττει την επάλληλη επικουρική αιτιολογία της περί της, σε κάθε περίπτωση, παραγραφής των αξιώσεων του.
Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος : α) υπό την επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρεται σε παραβίαση των προϋποθέσεων του παραδεκτού της ασκήσεως της έφεσης, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, οι οποίες ερευνώνται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και προηγούνται της έρευνας του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της.
Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος για παραβίαση του ως άνω αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι για το παραδεκτό της έφεσης πρέπει να πλήττονται όλα τα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης, ήτοι όλες οι χωριστές διατάξεις αυτής οι οποίες εκδόθηκαν επί των αυτοτελών αιτήσεων δικαστικής προστασίας των διαδίκων, ενώ με την έφεση είναι δυνατόν να πλήττονται ορισμένα κεφάλαια μόνο της εκκαλουμένης απόφασης, κατ'επιλογή του εκκαλούντος, β) υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του άρθρου 522 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου και γ) υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον η ίδια πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 522 ΚΠολΔ, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου και ειδικότερα την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα επανάκριση του κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης περί παραγραφής ή μη της διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσίβλητου από το Εφετείο, χωρίς να έχει προσβληθεί το κεφάλαιο αυτό με λόγο έφεσης, δεν αφορά, κατά τα προαναφερόμενα, στο παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης, αλλά το παραδεκτό η μη των λόγων αυτής, το οποίο ελέγχεται από το δικαστήριο, μετά από την αυτεπάγγελτη έρευνα των προϋποθέσεων του παραδεκτού της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων ενώπιον του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : "...Από τους διαδίκους συνομολογείται ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος παππούς αυτών Χ.
Μ. του Σ., ο οποίος απεβίωσε στις 7-1-1942, κατέλειπε την από 5-10-1937 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας κατά τη συνεδρίαση της 24-9-1942, συνταχθέντων των... 292/24-9-1942 πρακτικών του ανωτέρω δικαστηρίου, στην οποία, μεταξύ άλλων, όριζε και τα εξής: "... Ονομάζω και εγκαθιστώ κληρονόμους μου τα τέκνα Σ.
Μ., Κ. Μ., Ι. Μ., Π. Μ., Ε. Χ. Χ., Ε. Σ. Δ. και Ο. Μ.... Τους υιούς μου Σ., Κ., Ι. και Π. ονομάζω και εγκαθιστώ γενικούς και καθολικούς κληρονόμους μου και επιθυμώ και θέλω περιέλθη κοινώς και αδιαιρέτως άπασα η μετά θάνατον μου ευρεθησομένη οπουδήποτε κινητή και ακίνητος περιουσία μου... Την δε θυγατέραν μου Ο. ονομάζω και εγκαθιστώ κληρονόμον μου εις δραχμές 80.000 χιλιάδας τας οποίας θα καταβάλουν εις αυτήν οι υιοί μου Σ., Κ., Ι.
και Π. Μ. συμμέτρως, δηλαδή από 20.000 χιλιάδας δραχμάς έκαστος. Η θυγάτηρ μου αυτή θα έχει δικαίωμα να έγγραφη υποθήκην μετά το θάνατο μου επί της κληρονομιαίας περιουσίας που θα περιέλθει εις τους άνω υιούς μου και δια το βαρύνον έκαστον ποσόν των δραχμών 20.000. Εάν τις ή και όλοι των τεσσάρων υιών μου δεν δυνηθούν να δώσουν τας βαρύνουσας έκαστον δραχμές 20.000 εντός δύο ετών από του θανάτου μου θα δίδουν αναγκαστκώς ακίνητα κτήματα εκ των μεριδίων των ίσης αξίας κατ'εκλογήν της μητρός των.
Εάν νυμφεύσω την θυγατέραν μου προ του θανάτου μου τότε την ονομάζω και την εγκαθιστώ κληρονόμον μου εις την προίκα ην δια συμβολαίου θα χορηγήσω εις τον άνδρα της και να μην έχει άλλην αξίωσιν ακυρούμενης εν τοιάυτη περιπτώσει της άνω εγκαταστάσεως της και απαλλασσομένων των υιών μου της άνω υποχρεώσεως...".
Η μητέρα της εναγομένης Ο. Μ. τελικά παντρεύτηκε μετά το θάνατο του πατέρα της τον Β. Ξ.... και οι ανωτέρω εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος Χ. Μ., αδελφοί της και θείοι της εναγομένης, επειδή αποδείχθηκε ότι δεν της κατέλαβαν το καταλειφθέν σε αυτήν χρηματικό ποσό των 80.000 δραχμών, αντ'αυτού της παραχώρησαν κτήματα κείμενα στη θέση "..." και "..." …, η αξία των οποίων αντιπροσωπεύει οικονομικά το ποσό των 80.000 χιλιάδων, το οποίο καταλείφθηκε σε αυτήν με τη διαθήκη του πατέρα της, ένα εκ των οποίων μάλιστα κείμενο στη θέση "..." μετέπειτα πώλησε.
Μεταξύ των κληρονομιαίων περιλαμβανόταν και ένα διώροφο πέτρινο κτήριο επί οικοπέδου, κειμένου εντός του οικισμού της ..., επί της επαρχιακής οδού .. - …, ήδη σήμερα στο Ο.Τ. ... της τοπικής κοινότητας … της Δημοτικής Ενότητας … του Δήμου … της Περιφερειακής Ενότητας … της Περιφέρειας …. Το ανωτέρω οικόπεδο έχει έκταση, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης του ενάγοντα υπ'αριθμ. .../...-...-1976 συμβόλαιο.... 390 τ.μ., ενώ σύμφωνα με το από μηνός Ιανουαρίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού...
έχει έκταση 431, 72 τ.μ. εκ του οποίου τμήμα... έκτασης 15, 48 τ.μ. είναι ρυμοτομούμενο... Το πέτρινο διώροφο κτήριο, το οποίο είναι χτισμένο επί του προαναφερομένου οικοπέδου και επί του οποίου δεν έχει γίνει σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας αποτελείται από: α) ισόγειο όροφο επιφανείας 138, 54 τ.μ. (μετά τη ρυμοτόμηση), ενώ μαζί με τα ρυμοτομούμενα (15, 48 τ.μ.) έχει έκταση 154, 02 τ.μ.
και περιλαμβάνει 3 δωμάτια, ήδη σήμερα διαμορφωμένα ως καταστήματα- γραφεία, δύο λουτρά, είσοδο, κλιμακοστάσιο προς τον πρώτο όροφο και αποθήκη κλιμακοστασίου και β) πρώτο όροφο, επιφανείας 130, 40 τ.μ. (μετά τη ρυμοτόμηση), ενώ μαζί με τα ρυμοτομούμενα... έχει εμβαδόν 145, 86 τ., και περιλαμβάνει 5 κύρια δωμάτια, κουζίνα, λουτρό, διάδρομο, χώρο υποδοχής, δύο μπαλκόνια και κλιμακοστάσιο προς τον βάση το πολεοδομικό κανονισμό και ρυμοτομικό σχέδιο …, βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, εμφαίνεται στο από μηνός Οκτωβρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.
Π.... και έχει έκταση σύμφωνα με αυτό 380, 83 τ.μ.... Σύμφωνα δε με τις από μηνός Οκτωβρίου 2016 κατόψεις της αρχιτέκτονα μηχανικού Έ. Γ., το διώροφο κτήριο το οποίο κείται εντός του οικοπέδου είναι συνολικού εμβαδού 288, 50 τ.μ. εκ του οποίου τμήμα έκτασης 10, 07 είναι ρυμοτομούμενο και αποτελείται από: α) ισόγειο όροφο επιφανείας 134, 18 τ.μ.
μετά τη ρυμοτόμηση και περιλαμβάνει 3 δωμάτια ήδη σήμερα διαμορφωμένα ως καταστήματα γραφεία και συγκεκριμένα το επίδικο δωμάτιο - κατάστημα 1, με ωφέλιμο εμβαδόν 32,50 τ.μ. και επιφάνεια 46,48 τ.μ., το δωμάτιο - κατάστημα 2, με ωφέλιμο εμβαδόν 34 τ.μ. και επιφάνεια 47,30 τ.μ., το δωμάτιο - κατάστημα 3, με ωφέλιμο εμβαδόν 17,67 τ.μ.
και επιφάνεια 36,37 τ.μ., είσοδο, κλιμακοστάσιο προς τον πρώτο όροφο και αποθήκη επιφανείας 14,26 τ.μ. Υπάρχουν επίσης δύο λουτρά όπισθεν του κτηρίου, ωφέλιμου εμβαδού 2,49 και 1,76 τ.μ. καθώς και προθάλαμος, ωφέλιμου εμβαδού 2,60 τ.μ., με συνολικό εμβαδόν 9,60 τ.μ. και β) πρώτο όροφο, επιφανείας 134,18 τ.μ. μετά τη ρυμοτόμηση και περιλαμβάνει 4 κύρια δωμάτια, δύο κουζίνες, λουτρό, διάδρομο, χώρο υποδοχής, κλιμακοστάσιο προς το ισόγειο όροφο και δύο μπαλκόνια.
Ειδικότερα το νότιο έμπροσθεν ισόγειο μέρος (δωμάτιο) του επίδικου ακινήτου, το οποίο είναι ήδη διαμορφωμένο ως γραφείο, με την ένδειξη "κατάστημα 1", έχει δύο εισόδους, μία μπροστά και μία στο πλάι, εσωτερικό πατάρι και αποτελείται σήμερα από δύο χώρους με διαχωριστικό τοιχίο. Έχει πραγματική επιφάνεια 46, 48 τ.μ., διαστάσεις 7, 02Χ 4,67μ.
και συνορεύει βόρεια με το δωμάτιο -κατάστημα 2 ανατολικά με αποθήκη και κλιμακοστάσιο, νότια με κοινόχρηστο χώρο και ιδιοκτησία Ν. και δυτικά με επαρχιακή οδό ... και αποτελεί το επίδικο τμήμα του όλου διώροφου ακινήτου. Οι δικαιοπάροχοι του Ι. Μ. του Χ. (πατέρας του) Π. Μ. του Χ. (θείος του) και Σ. Μ. του Χ. (θείος του) κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος του περιγραφόμενου διώροφου ακινήτου, επί του οποίου δεν έχει γίνει σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, δυνάμει της από 15-10-1949 άτυπης διανομής ακινήτων, στην οποία προέβησαν ως κληρονόμοι του αποβιώσαντς την 7-1-1942 πατέρα τους...
υπογράφοντας το από 15-10-1949 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής, με το οποίο διένειμαν μεταξύ τους την περιουσία που κατέλειπε ο δικαιοπάροχος πατέρας τους με την προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη.... Για την κληρονομιά αυτή δε συντάχθηκε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς από τους ανωτέρω συγκληρονόμους, καθόσον ο θάνατος του κληρονομούμενου επήλθε προ του έτους εισαγωγής του Αστικού Κώδικα.
Στη συνέχεια ο πατέρας του ενάγοντα μεταβίβασε στον τελευταίο το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του επί του παραπάνω ακινήτου δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ. .../...-...-1976 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Καρδαμύλης..., το οποίο διορθώθηκε με την ...2016 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών... Τα τρία αδέλφια Ι., Π.
και Σ. Μ., συγκύριοι κατά τα ανωτέρω κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος του παραπάνω ακινήτου είχαν παραχωρήσει άνευ ανταλλάγματος για ένα χρονικό διάστημα κατά τη μεταπολεμική περίοδο του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, την κατοχή και χρήση δύο δωματίων του πρώτου ορόφου της επίδικης οικοδομής, επιτρέποντας σε αυτή και το σύζυγο της Β.
Ξ. του Σ. να παραμείνουν προσωρινά μετά το γάμο τους, λόγω των δύσκολων οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν εκείνη την εποχή, καταρτίζοντας κατά τον τρόπο αυτό μαζί της σύμβαση χρησιδανείου. Στον πρώτο όροφο της ανωτέρω οικοδομής... η οικογένεια της μητέρας της εναγομένης Ο.-Μ. Ξ., δηλαδή η ίδια, ο σύζυγος της, η εναγόμενη και ο αδελφός της, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1995, κατοίκησαν από το έτος 1942 έως και την 9-3-1956, κατά το χρονικό δε αυτό διάστημα ο πατέρας της εναγομένης χρησιμοποιούσε το επίδικο κατάστημα για την άσκηση του επαγγέλματος του ως τσαγκαράδικο.
Η αποχώρηση της μητέρας της εναγομένης κατά την ανωτέρω ημερομηνία επιβεβαιώνεται από το με αριθμό .../...-...-1958 αποδεικτικό επίδοσης της από 5-3-1958 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης και διαμαρτυρίας των τεσσάρων αδελφών της... και θείων της εναγομένης με την οποία, αφού συνομολογούν ότι αντί του καταλειφθέντος με την ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα τους χρηματικού ποσού της παραχώρησαν ακίνητα από την πατρική περιουσία τα οποία βρίσκονται στη θέση ...
και ... …, τα οποία υπερκαλύπτουν το κληρονομικό της μερίδιο, εκδηλώνουν την ενόχλησή τους για την παραμονή της ίδιας και της οικογένειάς της στο ακίνητο τους. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η μητέρα της εναγομένης και ο σύζυγος της χρησιμοποιούσαν, επίσης με τη μορφή χρησιδανείου και το νότιο έμπροσθεν δωμάτιο του ισογείου (επίδικο) ως αποθήκη, καθώς όταν αποχώρησαν από τον πρώτο όροφο και πριν μετακομίσουν στην … μετέφεραν στο συγκεκριμένο χώρο όσα δικά τους πράγματα είχαν απομείνει, χρησιμοποιώντας το χώρο αυτό ως αποθήκη.
Όμως επειδή ο χώρος αυτός παρέμεινε κλειδωμένος και παρεμποδιζόταν η πρόσβαση των συνιδιοκτητών σε αυτόν, οι τελευταίοι κοινοποίησαν στις 26-6-1976 στην αδελφή τους και το σύζυγο της την από 12-5-1976 εξώδικη όχλησή τους με την οποία κατήγγειλαν τη σύμβαση χρησιδανείου, η οποία είχε μεταξύ τους καταρτισθεί προφορικά σχετικά με την παραχώρηση άνευ ανταλλάγματος της χρήσης του συγκεκριμένου χώρου και την καλούσαν, όπως και στο παρελθόν είχαν πράξει, να τους παραδώσει το δωμάτιο αυτό κενό.
Για μία ακόμη φορά στην παραπάνω εξώδικη δήλωση, οι αδελφοί Μ. υπενθυμίζουν στην αδελφή τους ότι έχει λάβει από την πατρική περιουσία ακίνητα, η αξία των οποίων ανταποκρίνεται στο κληρονομικό της μερίδιο. Έτσι δυνάμει της από 14-6-1977 εισαγγελικής παραγγελίας η Ο. Μ. αποχώρησε από το συγκεκριμένο διακριτό τμήμα του ισογείου της ως άνω διώροφης οικοδομής, μεταφέροντας τα πράγματά της στη μικρή αποθήκη κάτω από το κλιμακοστάσιο και ο χώρος αυτός εκμισθώθηκε από τον έτερο συγκύριο κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου Π.
Μ. σε μία επιχείρηση ειδών λαϊκής τέχνης έως το έτος 1995. Από τις 13-1-1996 οπότε και απεβίωσε η μητέρα της εναγομένης έως το έτος 2001, το εν λόγω δωμάτιο του ισογείου ήταν κενό, όπως προκύπτει από τους προσκομιζόμενους από τον ενάγοντα λογαριασμούς της ΔΕΗ της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Η τελευταία δε δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../...-...-1997 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Καλαμάτας...
αποδέχθηκε με την ιδιότητα της κληρονόμου της μητέρας της, το επίδικο διακριτό τμήμα του όλου διώροφου ακινήτου και συγκεκριμένα το νότιο έμπροσθεν δωμάτιο του ισογείου, διαμορφωμένο ήδη σε γραφείο, το οποίο της κατέλειπε δυνάμει της υπ'αριθμ. .../...-...-1995 δημόσιας διαθήκης της συνταχθείσας ενώπιον της συμβολαιογράφου Καρδαμύλης..., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 13-1-1996 δυνάμει του με αριθμό .../1996 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και περιγράφεται σε αυτήν "ως ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία", η οποία περιήλθε σε αυτήν μετά από άτυπη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομή του πατέρα της και ιδιοκτήτη ολόκληρης της οικίας και άτυπη παραχώρηση σε αυτήν της ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου.
Με τη μεταβίβαση όμως αυτή δεν απέκτησε η εναγομένη, μετά το θάνατο της δικαιοπαρόχου μητέρας της την κυριότητα του καταλειφθέντος με την ανωτέρω δημόσια διαθήκη ακινήτου, αφού ούτε η δικαιοπάροχος μητέρα της απέκτησε την κυριότητα αυτού, εφόσον... δεν είναι νομικώς δυνατή η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί κοινής οικοδομής με άτυπη διανομή και έκτακτη χρησικτησία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη, αλλά ούτε και τη συγκυριότητα, ως συγκληρονόμος, δυνάμει της παραπάνω ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα της Χ.
Μ. του Σ., μετά των λοιπών τριών αδελφών της εφόσον με τη μεταβίβαση προς αυτήν των παραπάνω ακινήτων συμπληρώθηκε η καταλειφθείσα με την ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα της κληρονομική της μερίδα της, απορριπτομένης ως κατ'ουσίαν αβάσιμης της ένστασης ιδίας κυριότητας την οποία πρωτοδίκως προέβαλε η εναγομένη.
Αποδείχθηκε επίσης, ότι με την γενόμενη με το προαναφερόμενο συμβόλαιο μεταβίβαση προσβάλλεται το επί του επιδίκου ακινήτου δικαίωμα συγκυριότητας του ενάγοντα, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον προς αναγνώριση της επ'αυτού συγκυριότητάς του και απόδοσή του από την εναγομένη. Τα ανωτέρω πληροφορήθηκε ο ενάγων στις 25-5-2016, οπότε και παρέλαβε το πιστοποιητικό μερίδας της μητέρας της εναγομένης, το οποίο είχε ζητήσει να λάβει στα πλαίσια ελέγχου των τίτλων των συγκυρίων της διώροφης οικοδομής, στην προσπάθεια εξωδικαστικής διανομής του κοινού ακινήτου.
Η εναγόμενη από το έτος 2001 και εντεύθεν χρησιμοποιούσε το επίδικο διακριτό τμήμα της διώροφης οικοδομής αυθαίρετα και παρά την αντίθετη βούληση του ενάγοντα συγκυρίου, ούσα κακής πίστεως νομέας κατά το χρόνο που κατέλαβε το επίδικο ακίνητο, εφόσον γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα νομής επί αυτού όπως και η μητέρα της.
Συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα 1-1-2002 έως 31-12-2009, εκμίσθωνε αυτό στην Ρ. Ρ. Λ. λαμβάνοντας από τα μισθώματα τα οποία η τελευταία της κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 23.572, 74 ευρώ... και κατά το χρονικό διάστημα από 1-5- 2011 έως 31-7-2016 εκμίσθωσε το επίδικο κατάστημα στην Ε. Τ., λαμβάνοντας από τα μισθώματα τα οποία η τελευταία της κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 17.900 ευρώ..., όπως τούτο προκύπτει από τα υπ'αριθμ.
πρωτ. .../…-…-2016 και .../…-…-2016 έγγραφα του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Νέας Σμύρνης και Ψυχικού σε συνδυασμό με τα έντυπα Ε3 (δελτία οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών) των παραπάνω μισθωτριών που αφορούν στα αντίστοιχα οικονομικά έτη και συνολικά έλαβε από μισθώματα (ωφελήματα) το χρηματικό ποσό των 41.472, 74 ευρώ εκ των οποίων ο ενάγων, ως συγκύριος του επίδικου καταστήματος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, δικαιούται το χρηματικό ποσό των 13.824, 24 ευρώ...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την 21/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, και αφού κράτησε την υπόθεση και συνεκδίκασε την από 24.2.2017 αγωγή αυτού και την από 20.4.2017 ανταγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε την ανταγωγή, ενώ δέχθηκε εν μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο αρχικός διάδικος, δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, είναι συγκύριος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του επίδικου καταστήματος, το οποίο αποτελεί μέρος του ως άνω διώροφου κτιρίου που βρίσκεται εντός του οικισμού ..., επί της επαρχιακής οδού ...
και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να του το αποδώσει κατά το ποσοστό της συγκυριότητάς του και να του καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής το ποσό των 13.824, 24 ευρώ, που αποτελεί το 1/3 των ωφελημάτων που έλαβε η ίδια από την εκμίσθωση του επιδίκου καταστήματος σε τρίτους...".
Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Ο παραπάνω από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Επί πλέον, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφαση του χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογεί το καθένα ξεχωριστά. (ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 333/2017, ΑΠ 217/2016).
Τέλος λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δε προσκομίσθηκαν (περ. β') ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, (υπό στοιχεία IV, Α, Β, Γ, Δ και Ε), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 10, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που δεν είχαν προταθεί και δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς της, επί πλέον δε έλαβε υπόψη του μη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που η ίδια είχε προσκομίσει μετ' επικλήσεως προς απόδειξη ουσιωδών ισχυρισμών της και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθώς περιέχει ελλιπείς κα αντιφατικές αιτιολογίες.
Όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες και μόνο ελέγχονται οι αναιρετικοί λόγοι, με αυτήν έγιναν δεκτά τα εξής : α) ότι ο Χ. Μ., δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού, απέκτησε τη συγκυριότητα κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου του διώροφου κτιρίου, που βρίσκεται στον οικισμό ...
και αποτελείται από ισόγειο όροφο διαμορφωμένο σε καταστήματα - γραφεία, ένα εκ των οποίων αποτελεί το επίδικο ακίνητο, καθώς και πρώτο όροφο, με παράγωγο τρόπο, ήτοι με το νόμιμα μεταγραμμένο …/… …. .1976 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή από τον πατέρα του Ι. Μ., όπως διορθώθηκε με την νόμιμα μεταγραμμένη ... συμβολαιογραφική πράξη, β) ότι στον Ι.
Μ., το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό 1/3 επί του συγκεκριμένου ακινήτου είχε περιέλθει επίσης με παράγωγο τρόπο, ήτοι ως κληρονόμο εκ της από 5.10.1937 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος την 7.1.1942 πατέρα του Χ. Μ., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα, και της επακολουθήσασας άτυπης διανομής μεταξύ αυτού και των λοιπών εκ της ίδιας διαθήκης συγκληρονόμων των στοιχείων της κληρονομιάς που καταλείφθηκαν με αυτήν, η οποία αποτυπώθηκε στο από 15.10.1949 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής.
γ) ότι με την ίδια διαθήκη, κατέστη κληρονόμος του διαθέτη και η θυγατέρα του Ο. Μ., μητέρα της αναιρεσείουσας, για το ποσό των 80.000 δραχμών, το οποίο υποχρεώθηκαν με αυτήν να της καταβάλλουν συμμέτρως τα τέσσερα αδέλφια της, καθολικοί κληρονόμοι του διαθέτη πατέρα τους, και σε περίπτωση αδυναμίας τους να της μεταβιβάσουν ίσης αξίας ακίνητα, ο όρος δε αυτός της διαθήκης εκτελέσθηκε μεταγενέστερα με τη μεταβίβαση ακινήτων προς τη μητέρα της αναιρεσείουσας, η αξία των οποίων υπερκάλυπτε το ως άνω ποσό της προς αυτήν κληρονομιάς, δ) ότι από το έτος 1942 οι συγκληρονόμοι και συγκύριοι του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μεταξύ των οποίων και ο απώτερος δικαιοπάροχος παππούς των αναιρεσιβλήτων Ι.
Μ., είχαν παραχωρήσει άνευ ανταλλάγματος για ένα χρονικό διάστημα κατά τη μεταπολεμική περίοδο του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, την κατοχή και χρήση δύο δωματίων του πρώτου ορόφου της επίδικης οικοδομής, επιτρέποντας σε αυτή και το σύζυγο της να παραμείνουν προσωρινά μετά το γάμο τους, λόγω των δύσκολων οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν εκείνη την εποχή, καταρτίζοντας κατά τον τρόπο αυτό μαζί της σύμβαση χρησιδανείου, με βάση την οποία η οικογένεια της μητέρας της αναιρεσείουσας κατοίκησε έκτοτε στον πρώτο όροφο της ανωτέρω οικοδομής κατοίκησε η οικογένεια της μητέρας μέχρι την 9-3-1956, κατά το χρονικό δε αυτό διάστημα ο πατέρας της εναγομένης χρησιμοποιούσε το επίδικο κατάστημα για την άσκηση του επαγγέλματος του ως τσαγκαράδικο, ε) ότι έκτοτε η μητέρα της αναιρεσείουσας με την οικογένειά της, κατόπιν κοινοποίησης εξωδίκου από τους συγκυρίους της διώροφης οικοδομής αδελφούς της, αποχώρησε από τον πρώτο όροφο αυτού και μετακόμισε στην …, πλην όμως η ίδια και ο σύζυγος της, οι οποίοι μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν επίσης με τη μορφή χρησιδανείου και το νότιο έμπροσθεν δωμάτιο του ισογείου (επίδικο) ως αποθήκη, κατά την αποχώρησή τους, εξακολούθησαν να χρησιμοποιούν τον συγκεκριμένο χώρο, έχοντας μεταφέρει σε αυτόν δικά τους πράγματα, οπότε οι ως άνω συνιδιοκτήτες του ακινήτου κοινοποίησαν σε αμφοτέρους την από 12-5-1976 εξώδικη όχλησή τους με την οποία κατήγγειλαν τη σύμβαση χρησιδανείου, η οποία είχε μεταξύ τους καταρτισθεί προφορικά σχετικά με την παραχώρηση άνευ ανταλλάγματος της χρήσης του συγκεκριμένου χώρου και την καλούσαν, όπως και στο παρελθόν είχαν πράξει, να τους παραδώσει το δωμάτιο αυτό κενό, όπως και πράγματι συνέβη, καθόσον η μητέρα της αναιρεσείουσας, κατόπιν της από 14.6.1977 εισαγγελικής παραγγελίας εκκένωσε το επίδικο και αποχώρησε από αυτό.
Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι έκτοτε, μετά την αποχώρηση της μητέρας της αναιρεσείουσας από το επίδικο, εκμισθώθηκε αυτό από τον έτερο συγκύριο κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου της ως άνω διώροφης οικοδομής Π. Μ. έως το έτος 1995, ενώ από τις 13-1-1996, οπότε και απεβίωσε η μητέρα της αναιρεσείουσας έως το έτος 2001, παρέμεινε κενό, έκτοτε δε (από το έτος 2001) και εντεύθεν η αναιρεσείουσα χρησιμοποιούσε το επίδικο διακριτό τμήμα της διώροφης οικοδομής αυθαίρετα και παρά την αντίθετη βούληση του ενάγοντα συγκυρίου, με την επίκληση ότι δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../...-...-1997 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς αποδέχθηκε με την ιδιότητα της κληρονόμου της μητέρας της, το επίδικο διακριτό τμήμα του όλου διώροφου ακινήτου και συγκεκριμένα το νότιο έμπροσθεν δωμάτιο του ισογείου, διαμορφωμένο ήδη σε γραφείο, το οποίο η μητέρα της κατέλειπε σε αυτήν με την νόμιμα δημοσιευθείσα .../...-...-1995 δημόσια, διαθήκης της.
Επί πλέον δέχθηκε το Εφετείο, αποφαινόμενο εν τέλει, ότι με τη μεταβίβαση αυτή, η αναιρεσείουσα δεν απέκτησε μετά το θάνατο της δικαιοπαρόχου μητέρας της την κυριότητα του καταλειφθέντος με την ανωτέρω δημόσια διαθήκη ακινήτου, αφού ούτε η δικαιοπάροχος μητέρα της είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού, εφόσον δεν είναι νομικώς δυνατή η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί κοινής οικοδομής με άτυπη διανομή και έκτακτη χρησικτησία, αλλά ούτε και τη συγκυριότητα, ως συγκληρονόμος, δυνάμει της παραπάνω ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα της Χ.
Μ. του Σ., μετά των λοιπών τριών αδελφών της, εφόσον με τη μεταβίβαση προς αυτήν των παραπάνω ακινήτων συμπληρώθηκε η καταλειφθείσα με την ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα της κληρονομική της μερίδα της. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου ότι ο αρχικός διάδικος, δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, είναι συγκύριος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του επίδικου καταστήματος, το οποίο αποτελεί μέρος του ως άνω διώροφου κτιρίου που βρίσκεται εντός του οικισμού ..., επί της επαρχιακής οδού ...
και ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα αυτού για τους προαναφερόμενους λόγους. Επομένως, είναι αβάσιμος ο ως άνω τέταρτος λόγος αναιρέσεως ως προς το μέρος του, με το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως της αοριστίας του ως άνω λόγου, εξαιτίας του ότι δεν γίνεται μνεία, ως έδει για να είναι ορισμένος, της διατάξεως ή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, ούτε το περιεχόμενο αυτής ή αυτών.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ως προς μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 8, με τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και ειδικότερα έλαβε υπόψη της και απέρριψε ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας, την οποία όμως αυτή δεν είχε προτείνει στα πλαίσια της αντικρούσεως της αγωγής του δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου, αλλά για την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου είχε αναφερθεί με την ανταγωγή της, είναι αβάσιμος, διότι τα περιστατικά που επικαλούνταν στις προτάσεις της η αναιρεσείουσα προς αντίκρουση της αγωγής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων αναγόμενα σε χρονικό διάστημα 74 ετών, συνέπιπταν μεν με τα περιστατικά της αγωγής, τα οποία στήριζαν το δικαίωμα κυριότητας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου, πλην όμως στο χρονικό διάστημα αυτό χωρούσαν δύο χρησικτησίες, οπότε ορθά εκτιμήθηκε από το Εφετείο, κατά την κυριαρχική κρίση του, ότι αυτά στοιχειοθετούσαν ένσταση ιδίας κυριότητας.
Επί πλέον, αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός αναιρέσεως (τέταρτος) και ως προς το μέρος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, όπως σαφώς αναφέρεται σε αυτήν και προκύπτει από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί των ανωτέρω ζητημάτων από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει αναλυτικά στην απόφασή του.
Τέλος, όπως ήδη εκτέθηκε, με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση του αριθμού 11 υποστηρίζει ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, τα οποία αυτή προσκόμισε μετ'επικλήσεως ενώπιον του. Συγκεκριμένα, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αποδεικτικά μέσα, ήτοι:
α) την από 2.10.1958 "Εκτίμηση Κτημάτων", σύμφωνα με την οποία η αξία των κτημάτων που παραχωρήθηκαν στη μητέρα της αναιρεσείουσας ανερχόταν "στο ποσό των 1800 οκάδων ελαίου", ήτοι σε ποσό υπολειπόμενο εκείνο των 80.000 δραχμών που καταλείφθηκε στην ίδια με τη διαθήκη του πατέρα της, β) την δήλωση των συγκληρονόμων της στο προς αυτήν εξώδικο τους του έτους 1958, σχετικά με την παραχώρηση στην ίδια 20 επί πλέον ελιών, γ) το με αριθμό πρωτοκόλλου ... 1997 πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας, που εκδόθηκε με βάση την ... 1997 ένορκη βεβαίωση των Π.
Μ. και Δ. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Καρδαμύλης Π. Ρ., με μνεία του περιεχομένου του πιστοποιητικού αυτού, δ) αντίγραφο της από 7 Απριλίου 2017 ανταγωγής της ως άνω συμβολαιογράφου και υποθηκοφύλακα Καρδαμύλης κατά του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, με μνεία του περιεχομένου της. Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από:
ι) τα έγγραφα τα οποία νομότυπα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, με τη μνεία της εκτίμησής τους είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στα οποία περιλαμβάνεται και η σχηματισθείσα σε βάρος της αναιρεσείουσας ποινική δικογραφία, ιι) τις μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφίες, ιιι) τις ληφθείσες με τις νόμιμες προϋποθέσεις ένορκες βεβαιώσεις, ήτοι την ...2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Μ.
Β. του Ι. Μ., για λογαριασμό του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και τις ... και .../.......2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Ρ. - Κ. των μαρτύρων Σ. συζ. Ι. Ε. και Ε. συζ. Κ. Ρ.. Εκτός δε από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους, με συγκεκριμένες αναφορές σε πλείστα έγγραφα, εξαίροντας μερικά από αυτά, όπως έχει δικαίωμα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους (ΑΠ 155/2020), χωρίς να ήταν αναγκαίο να αιτιολογήσει ειδικώς όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, ούτε το περιεχόμενο τους Επομένως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί του ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε κατέστη συγκύρια της ως άνω διώροφης οικοδομής, είτε με παράγωγο (κληρονομιά) είτε με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) ούτε της είχε παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση του επίδικου τμήματος του ισογείου (καταστήματος) με συμφωνία των λοιπών συγκυρίων επιδίκων ακινήτων, αλλά αντιθέτως ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων είναι συγκύριος του διώροφου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτού.
Κατά συνέπεια ο ως άνω τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11 (11 γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ως προς την ως άνω αποδιδόμενη πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον οι αιτιάσεις, με τις οποίες η αναιρεσείουσα, εκφράζει την άποψη ότι η εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, σε συνδυασμό με τα δικά της συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγούν σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος, ως προς την αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίσθηκε (αριθμός 11 β του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα), ήτοι ότι αναφέρθηκε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του στην από 14.6.1977 εισαγγελική παραγγελία, κατόπιν της οποίας αποχώρησε η μητέρα της από το επίδικο κατάστημα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Τούτο δε, διότι, όπως η ίδια η αναιρεσείουσα αναφέρει και όπως προκύπτει από τις προτάσεις του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Εφετείου, αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε ως σχετικό με την ένδειξη 25, την από 14.6.1977 Αίτηση - Καταγγελία του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καλαμάτας των δικαιοπαρόχων του ακινήτου, προκειμένου να τους παραδώσει η μητέρα της αναιρεσείουσας ελεύθερο προς χρήση το επίδικο κατάστημα.
Με την αναφορά της στο έγγραφο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, και τον προσδιορισμό του ως εισαγγελική παραγγελία, και όχι ως αίτηση-καταγγελία προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίσθηκε, χωρίς να έχει έννομη επιρροή ο διαφορετικός προσδιορισμός του, εφόσον ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης είχε ο χρονικός προσδιορισμός της αποχώρησης της μητέρας της αναιρεσείουσας από το επίδικο κατάστημα, περί του οποίου δεν υφίσταται αμφισβήτηση και όχι αν η αποχώρησή της έγινε κατόπιν της καταγγελίας αυτής, ή κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας με βάση την καταγγελία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 251, 1094, 1095 ΑΚ συνάγεται ότι η διεκδικητική αγωγή, ως εμπράγματη αξίωση και δη απορρέουσα από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας, εμπίπτει στη γενική εικοσαετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 249 ΑΚ. Σε παραγραφή υπόκειται μόνο η αξίωση που απορρέει από το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και η οποία γεννιέται από την προσβολή της και απευθύνεται κατά ορισμένου προσώπου.
Ο χρόνος της παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής αρχίζει από τότε που λαμβάνει χώρα η προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας, όπως η κατάληψη του πράγματος από τρίτον, ή η αφαίρεσή του, από την οποία γεννάται η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της κατά το άρθρο 251 ΑΚ (ΑΠ 180/2018, ΑΠ 1014/2017, ΑΠ 1825/2014, ΑΠ 1425/2011).
Η παραγραφή επέρχεται από μόνη την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής ή κατοχής που ασκεί ο προβολέας, ούτε αν η νομή αυτή οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1096 και 1098 ΑΚ, συνάγεται ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο, πέρα από την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, και την απόδοση των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από το πράγμα μετά την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής, αλλά και των ωφελημάτων που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα μετά την επίδοση της αγωγής, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, περαιτέρω δε αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, χωρίς να αποκλείεται περαιτέρω ευθύνη του από υπερημερία.
Επίσης, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στην παραγραφή της διάταξης αυτής υπάγονται οι αξιώσεις από τα άρθρα 1096-1100 του ΑΚ και μόνον κατ' εξαίρεση η από το άρθρο 1099 ΑΚ αξίωση για αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 1290/2019, 572/2017, ΑΠ 907/2015, ΑΠ 1372/2014, ΑΠ 508/2011, αντίθ. 1771/2014).
Εξαίρεση της κατά το άρθρο 249 του ίδιου Κώδικα παραγραφής των αξιώσεων θεσπίζεται με το άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ, και σύμφωνα με αυτό, οι αξιώσεις των καθυστερούμενων προσόδων, κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά κλπ παραγράφονται σε πέντε χρόνια. Στην έννοια των καθυστερούμενων προσόδων υπάγονται οι φυσικοί ή πολιτικοί καρποί και τα εν γένει ωφελήματα που παρέχει η χρήση του πράγματος βάσει έννομης σχέσης, ενώ στην έννοια της περιοδικώς επαναλαμβανόμενης παροχής υπάγεται εκείνη που έχει εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο και επαναλαμβάνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα χωρίς να τελεί ως προς τη γέννηση και την ύπαρξή της υπό κάποια αίρεση ή προθεσμία, αλλά παρέχεται από μόνη την πάροδο του χρόνου.
Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, ιδρύεται για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όχι δε και για παράβαση κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο τα όργανα και τη μορφή της δικαστικής προστασίας (ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 768/2019, ΑΠ 1001/2018, ΑΠ 843/2018).
Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔΙκ. ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, σχετικά με το ζήτημα της ενστάσεως παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, που είχε προβληθεί πρωτοδίκως από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο διέλαβε στις παραδοχές του τα εξής: "Επίσης η εναγομένη προβάλλει ένσταση παραγραφής του δικαιώματος του ενάγοντα, υπό την έννοια ότι, ακόμη και αληθείς υποτιθέμενοι οι ισχυρισμοί του, η μητέρα της διέμενε στο επίδικο ακίνητο αρχικά λόγω χρησιδανείου, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του έληξε στις 26-6-1976 και πάντως έκτοτε διανοία κυρίας και έως τις 13-1-1996, οπότε αυτή (μητέρα της) απεβίωσε, η δε ίδια συνέχισε να νέμεται, να κατέχει και να εκμεταλλεύεται το επίδικο κατάστημα συνεχώς έως την 24-2-2017, οπότε ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, οπότε μεταξύ των ανωτέρω χρονικών σημείων, δηλαδή τη λύση του χρησιδανείου ή το θάνατο της μητέρας της και την άσκηση της αγωγής παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας.
Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη και τούτο διότι... κρίσιμο χρονικό στοιχείο για την έναρξη της παραγραφής της αξίωσης από διεκδικητική αγωγή είναι από τότε που λαμβάνει χώρα η προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας, όπως η κατάληψη του πράγματος από τρίτον, ή η αφαίρεσή του από την οποία γεννάται η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη κατά το άρθρο 251 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβολή του δικαιώματος συγκυριότητας του ενάγοντα έλαβε χώρα το έτος 2001, οπότε η εναγομένη προέβη στη μίσθωση αυτού σε τρίτους, οπότε από το χρονικό αυτό σημείο μέχρι την άσκηση της αγωγής (έτος 2016) δεν συμπληρώθηκε διάστημα 20 ετών, ώστε το δικαίωμα που ασκεί ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του, να μην έχει υποπέσει σε παραγραφή...".
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης υπό τα στοιχεία II Α, Β και Γ η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενη κατά το πρώτο σκέλος του, ότι το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας παραβίασε τη διάταξη του προαναφερόμενου άρθρου 522 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, καθώς και τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 247, 249, 251, 982, 1045, 810, 816, 817 και 818 ΑΚ.
Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του ως άνω δεύτερου λόγου αναιρέσεως, κατά την εκτίμησή του, αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο: α)προέβη στην παραδοχή ανύπαρκτου λόγου εφέσεως, καθόσον έκρινε με τις ως άνω παραδοχές του και απέρριψε την προβαλλόμενη πρωτοδίκως από την ίδια ένσταση παραγραφής του αγωγικού δικαιώματος του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, που είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με επάλληλη αιτιολογία της απόφασής του, η οποία (αιτιολογία) δεν είχε προσβληθεί με την έφεση του ίδιου, β) σε κάθε περίπτωση παραβίασε, με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, περί παραγραφής, κτήσης κυριότητας ακινήτου και χρησιδανείου, διότι δέχθηκε ότι η προσβολή του δικαιώματος συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου έλαβε χώρα το έτος 2001, οπότε η ίδια προέβη στη μίσθωση αυτού σε τρίτους, και έτσι από το χρονικό αυτό σημείο μέχρι την άσκηση της αγωγής (έτος 2016) δεν συμπληρώθηκε διάστημα 20 ετών, ώστε το αγωγικό δικαίωμα να έχει υποπέσει σε παραγραφή, ενώ αν τις ερμήνευε και τις εφάρμοζε ορθά, έπρεπε να δεχθεί ότι η εικοσαετής παραγραφή διεκδικητικής κυριότητας αγωγής χρησιδανεισθέντος πράγματος αρχίζει με τη λύση του χρησιδανείου είτε με καταγγελία, είτε με το θάνατο του χρησαμένου, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και ότι συνεπώς, εφόσον η άτυπη σύμβαση χρησιδανείου βάσει της οποίας διέμενε η δικαιοπάροχος μητέρα της στο επίδικο ακίνητο έληξε στις 26.6.1976, και οπωσδήποτε με το θάνατο της στις 13.1.1996, και, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, η ίδια έκτοτε συνέχισε να νέμεται, κατέχει και εκμεταλλεύεται αυτό μέχρι την άσκηση της αγωγής (24.2.2017), μεταξύ των ανωτέρω χρονικών σημείων, δηλαδή τη λύση του χρησιδανείου ή το θάνατο της μητέρας της και την άσκηση της αγωγής παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, με αποτέλεσμα την παραγραφή του δικαιώματος που άσκησε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων με την αγωγή του.
Αναφορικά με το πρώτο σκέλος του ως άνω λόγου (δεύτερου) αναιρέσεως λεκτέα τα εξής: Όπως ήδη εκτέθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, που επιλήφθηκε πρωτοδίκως της συγκεκριμένης υποθέσεως, με την 21/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αφού συνεκδίκασε την αγωγή του αναιρεσίβλητου με την ανταγωγή της αναιρεσείουσας απέρριψε την αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και δέχθηκε την ανταγωγή κατά το ως άνω επικουρικό της αίτημα ως κατ'ουσίαν βάσιμη.
Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των συγκεκριμένων διαδικαστικών εγγράφων, ήτοι της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και της εφέσεως που άσκησε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων σχετικά με τα όσα προβάλλονται με το πρώτο σκέλος του προαναφερόμενου δεύτερου λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας απέρριψε την αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων με την αιτιολογία ότι αυτός δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα επί του επιδίκου ακινήτου, διότι στο πρόσωπο της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης και της ίδιας συμπληρώθηκαν αυτοτελώς για την κάθε μια οι προϋποθέσεις για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας, διαλαμβάνοντας επί πλέον στις παραδοχές του ότι "...ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι ο ενάγων έχει οποιοδήποτε δικαίωμα επί του επιδίκου καταστήματος, υπόθεση ωστόσο, η οποία...
δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια... οι ερειδόμενες σε αυτό (το υποτιθέμενο δικαίωμα και ασκούμενες με την αγωγή αξιώσεις έχουν υποπέσει στην εκ του άρθρου 249 ΑΚ εικοσαετή παραγραφή...". Η κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περί της, σε κάθε περίπτωση, παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων στηρίχθηκε στις ουσιαστικές παραδοχές ότι κρίσιμο χρονικό σημείο για την έναρξη της εν λόγω παραγραφής είναι το έτος 1976, οπότε λύθηκε η σύμβαση χρησιδανείου, με βάση την οποία η μητέρα της αναιρεσείουσας είχε τη νομή του επιδίκου ακινήτου, και οπωσδήποτε το έτος 1996, με το θάνατο της, και ότι έκτοτε μέχρι την άσκηση της αγωγής (24.2.2017) η ίδια συνέχισε να νέμεται, κατέχει και εκμεταλλεύεται αυτό, με αποτέλεσμα την παραγραφή της διεκδικητικής κυριότητας αγωγής του δικαιοπαρόχου των, αναιρεσιβλήτων, λόγω παρελεύσεως εικοσαετίας μεταξύ των δύο αυτών χρονικών σημείων Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι η αγωγή είναι απορριπτέα καθ'ολοκληρίαν "προεχόντως" ως ουσιαστικά αβάσιμη "και σε κάθε περίπτωση και, επαλλήλως, λόγω παραγραφής των προβαλλομένων με αυτήν αξιώσεων...".
Με την από 5.5.2018 έφεσή του ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων αιτήθηκε την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως επί της ουσίας της, άλλως τη μεταρρύθμισή της, βάλλοντας με τους λόγους αυτής καθολοκληρίαν επί όλων των ουσιαστικών παραδοχών της, με τις οποίες το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε στην απόρριψη της αγωγής και στην παραδοχή της ανταγωγής της αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα, με τους λόγους της εφέσεώς του ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, υποστήριξε διεξοδικά ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις σχετικά με τις παραδοχές του ότι η αναιρεσείουσα κατέστη συγκυρία, συννομεύς και συγκάτοχος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της προαναφερόμενης διώροφης οικοδομής, ως κληρονόμος της μητέρας της, η οποία είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού κατά το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό ως κληρονόμος (συγκληρονόμος) εκ διαθήκης του πατέρα της, καθώς και ότι αυτή με βάση συμφωνία των συγκυρίων του όλου ακινήτου έχει το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης του επίδικου καταστήματος του ισογείου της οικοδομής αυτής για την οποία δεν έχει γίνει σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι από το έτος 1977, όταν αποχώρησε οριστικά η μητέρα της αναιρεσίβλητης από το επίδικο κατάστημα μέχρι το έτος 2001, οπότε η τελευταία άρχισε "παρανόμως" να το εκμισθώνει, παρά την αντίθετη βούληση του εκκαλούντος, δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, αυτό είτε εκμισθώνονταν από τον Π.
Μ. (τότε συνιδιοκτήτη του ακινήτου) είτε παρέμενε κλειστό, όπως αποδεικνύεται και από τους λογαριασμούς ΔΕΗ εκείνης της περιόδου.
Συνεπώς, σαφώς συνάγεται από την εκτίμηση των λόγων της εφέσεως του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων ότι ο ίδιος έβαλλε με αυτούς και κατά των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με τη λήξη του χρησιδανείου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η μητέρα της αναιρεσείουσας εξακολουθούσε να έχει τη νομή και εκμετάλλευση του επιδίκου ακινήτου, την οποία κατά τις αιτιάσεις της, εξακολούθησε να έχει η ίδια μέχρι την άσκηση της αγωγής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, επικαλούμενος, αντιθέτως ότι από την αποχώρηση της μητέρας της αναιρεσείουσας από το επίδικο ακίνητο η ίδια έπαυσε να βρίσκεται στη νομή του και αυτό είτε παρέμενε κενό, είτε χρησιμοποιούνταν από τον προαναφερόμενο συγκύριο τούτου, μέχρι το έτος 2001 οπότε το κατέλαβε αυθαιρέτως η αναιρεσείουσα, η οποία επικαλούμενη δικαίωμα συγκυριότητά της επ'αυτού, με βάση κληρονομική διαδοχή από τη μητέρα της, και συμφωνία μεταξύ των συγκυρίων της όλης οικοδομής, συνέχισε να χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται το κατάστημα του ισογείου αυτής μέχρι και το έτος 2016, οπότε ο ίδιος έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού και οδηγήθηκε στην άσκηση της διεκδικητικής αγωγής του.
Με βάση αυτά τα περιστατικά, τα οποία πλειστάκις εξέθετε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων στους λόγους της εφέσεώς του, έπληττε την εκκαλουμένη απόφαση και ως προς την παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής της αναιρεσείουσας, έστω και χωρίς πανηγυρική αναφορά περί της απορρίψεώς της, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε προβεί στην ουσιαστική έρευνα της ενστάσεως αυτής και την είχε δεχθεί με τις ως άνω πληττόμενες παραδοχές του, σε συνδυασμό και με το αίτημα της εφέσεως περί ολοσχερούς εξαφάνισης της πρωτόδικης αποφάσεως.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ως προς το πρώτο μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι αυτή ασχολήθηκε με ανύπαρκτο λόγο εφέσεως, επανακρίνοντας την επάλληλη αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης περί παραγραφής του ασκούμενου δια της διεκδικητικής αγωγής δικαιώματος του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων.
Επίσης, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων διαλαμβάνοντας στις παραδοχές του ότι κρίσιμο χρονικό στοιχείο για την έναρξη της παραγραφής της αξίωσης από αυτήν (διεκδικητική αγωγή) είναι από τότε που λαμβάνει χώρα η προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας, όπως η κατάληψη του πράγματος από τρίτον, ή η αφαίρεσή του από την οποία γεννάται η αξίωση και ότι η προσβολή του δικαιώματος συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων έλαβε χώρα το έτος 2001, οπότε η αναιρεσείουσα προέβη στη μίσθωση αυτού σε τρίτους, από δε το χρονικό αυτό σημείο μέχρι την άσκηση της αγωγής (έτος 2016) δεν συμπληρώθηκε διάστημα 20 ετών, ώστε να έχει επέλθει η εν λόγω παραγραφή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 247, 249, 251, 982, 1045, 810, 816, 817 και 818 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Επομένως ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει (επικουρικά) την προσβαλλόμενη απόφαση: α) για παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, β) για παραβίαση του αριθμού 8 του ίδιου Κώδικα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της επέλευσης παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος λόγω παρόδου εικοσαετίας από τη λήξη του ως άνω χρησιδανείου μέχρι την έγερση της αγωγής, είναι απαράδεκτος, εφόσον ο λόγος αυτός, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, δεν ιδρύεται όταν ο προβαλλόμενος αυτοτελής ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, καθόσον η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής αρχίζει από τότε που λαμβάνει χώρα η προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας, όπως η κατάληψη του πράγματος από τρίτον, ή η αφαίρεσή του, όπως κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, με το δεύτερο μέρος του ίδιου (δεύτερου) λόγου αναίρεσης, κατά την εκτίμησή του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του προαναφερόμενου αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό της για την έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του, τον επικουρικά προβληθέντα ενώπιον του ισχυρισμό της περί του ότι οι χρηματικές αξιώσεις του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες αφορούσαν ωφελήματα που έλαβε η ίδια από την εκμετάλλευσή του κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 31.12.2011, και αληθείς υποτιθέμενες είχαν υποπέσει σε πενταετή παραγραφή.
Το Εφετείο, που έκρινε ότι στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων οφείλεται το 1/3 των ωφελημάτων που εισέπραξε η αναιρεσείουσα από την αυθαίρετη χρήση - εκμετάλλευση του επίδικου καταστήματος, ήτοι μισθώματα του χρονικού διαστήματος : α) από 1.1.2002 μέχρι 31.12.2009, β) από 1.5.2011 μέχρι 31.7.2016, συνολικού ποσού 13.824, 24 ευρώ, το οποία και του επιδίκασε, με το να μη λάβει υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί παραγραφής των αξιώσεων που αφορούσαν τα ωφελήματα που εισέπραξε η ίδια κατά το ως άνω χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 31.12.2011, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον κατά τα όσα αναφέρονται στις ανέλεγκτες παραδοχές του, η σχετική αξίωση αφορά ωφελήματα που εισέπραξε η αναιρεσείουσα ως κακόπιστη νομέας, από την αυθαίρετη χρήση - εκμετάλλευση του ακινήτου συγκυριότητας του αναιρεσείοντος και όχι ωφελήματα με βάση έννομη σχέση, οπότε, σύμφωνα και με τα όσα εκτέθηκαν στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, οι αξιώσεις αυτές, ως ερειδόμενες στο άρθρο 1096 του ΑΚ, δεν υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, αλλά στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.
Συνεπώς, στον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί επέλευσης πενταετούς παραγραφής των ως άνω χρηματικών αξιώσεων του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα το Εφετείο δεν υποχρεούταν να απαντήσει, εφόσον πρόκειται περί μη νόμιμου ισχυρισμού, ο οποίος, ως εκ τούτου, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε δεν ιδρύεται παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτό μέρος του είναι απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002 και 1117 ΑΚ, 1 και 14 του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ'ορόφους", 1 και 2 ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου", 1 και 6 του ν. 1562/1985 και 480 Α ΚΠολΔλ, προκύπτει ότι χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου, μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή είτε με σύμβαση μεταξύ όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου, είτε με μονομερή δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου, εν ζωή ή αιτία θανάτου, ή με δικαστική απόφαση, όχι όμως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η οποία είναι δυνατή μόνο επί συνεστημένης ήδη χωριστής κυριότητας ορόφου ή διαμερίσματος, η σύσταση της οποίας περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (ΑΠ 1207/2021, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 1187/2015, ΑΠ1120/2012).
Επίσης κατά τα άρθρα 5 και 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929 στην οριζόντια ιδιοκτησία με ομόφωνη συμφωνία των κοινωνών - συγκυρίων, μπορεί να συμφωνηθεί η εκ μέρους του συγκοινωνού-συγκυρίου αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή μέρους του κοινού ακινήτου. Οι εν λόγω συμφωνίες συνήθως περιλαμβάνονται στον καταρτιζόμενο με κοινή συναίνεση όλων κανονισμό, χωρίς να αποκλείεται να περιληφθούν και στην ίδια τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929 στην οριζόντια ιδιοκτησία οι συμφωνίες μεταξύ των ιδιοκτητών για να είναι ισχυρές πρέπει να γίνονται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγράφονται. Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός τότε οι εμπράγματες συμφωνίες είναι άκυρες, οι δε ενοχικές ισχύουν μεταξύ των συμβαλλομένων και δεν καταλαμβάνουν τους διαδόχους και τους τρίτους (ΑΠ273/2018, ΑΠ 92/2017, ΑΠ 298/2015).
Επιπροσθέτως, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή του.
Η δε ποιοτική αοριστία δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται αντιστοίχως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ(ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 1089/2019).
Εξάλλου, κατά τις περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 Α.Κ., 118 εδ. 4 και 216 ΚΠολΔ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ'αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού.
Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Ασκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ'αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίαση.
Τις υλικές αυτές πράξεις πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων που επικαλείται τη χρησικτησία και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής να αναφέρει και εκείνες των δικαιοπαρόχων του και δεν αρκεί η έκφραση ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου, χωρίς αναφορά των υλικών πράξεων που ενήργησε σε αυτό.
Η μη αναφορά δε αυτών των υλικών πράξεων καθιστά την αγωγή αόριστη (ΑΠ 793/2021, ΑΠ 368/2020, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 694/2018). Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας έκρινε κατ'αρχήν ότι η ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας είναι μη νόμιμη και ως προς το κύριο και ως προς το επικουρικό αίτημά της για αμφότερα τα σκέλη του, διαλαμβάνοντας στις σχετικές με το ζήτημα αυτό παραδοχές του τα εξής: "Η ανταγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι μη νόμιμη κατά το κύριο αίτημα της περί αναγνωρίσεως της κυριότητας της αντενάγουσας - εναγομένης επί του περιγραφομένου σε αυτήν διακεκριμένου τμήματος (δωματίου - καταστήματος), το οποίο βρίσκεται στο νότιο μέρος του ισογείου της περιγραφόμενης σε αυτήν διώροφης οικοδομής και τούτο διότι η τελευταία χωρίς να επικαλείται σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της ανωτέρω οικοδομής, θεμελιώνει το δικαίωμα κυριότητάς της επί διακριτού τμήματος αυτής σε έκτακτη χρησικτησία, καθόσον δεν είναι δυνατή η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας με χρησικτησία...
κατά δε το επικουρικό αίτημα της περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητάς της κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της περιγραφόμενης διώροφης οικοδομής την οποία επιχειρεί να θεμελιώσει σε έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και τούτο διότι η αντενάγουσα δεν επικαλείται συγκεκριμένες πράξεις νομής εφ'όλου του ακινήτου παρά μόνο σε ένα διακριτό μέρος και συγκεκριμένα στο προαναφερόμενο κατάστημα.
Επίσης απορριπτέο ως μη νόμιμο τυγχάνει το αίτημα περί αναγνώρισης του δικαιώματος της αντενάγουσας περί αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης του επίδικου καταστήματος και τούτο διότι η επίκληση συμφωνίας περί αποκλειστικής χρήσης διακριτού μέρους του κοινού ακινήτου προϋποθέτει συγκυριότητα νομίμως κτηθείσα, προϋπόθεση όμως η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, εφόσον η τελευταία δεν επικαλείται νόμιμο τρόπο κτήσης συγκυριότητας ποσοστού 1/4 εξ αδιαιρέτου, εφ' όλης της οικοδομής..." Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεχόμενο περαιτέρω ότι εφόσον ο ενάγων - αντεναγόμενος, με την έφεσή του αιτείται την απόρριψη της ανταγωγής, δύναται και χωρίς ειδικό λόγο έφεσης να κρίνει το νόμω βάσιμο αυτής, την απέρριψε ως μη νόμιμη, ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επίσης απορρίψει το κύριο αίτημά της ως μη νόμιμο, πλην όμως την είχε κρίνει νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη ως προς το επικουρικό αίτημά της.
Με βάση αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ήτοι ότι το επικουρικό αίτημα της ανταγωγής της αναιρεσείουσας είναι αόριστο και συνεπώς απαράδεκτο, καθόσον η ίδια, επιχειρώντας να στηρίξει την επικαλούμενη συγκυριότητά της κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου της εν λόγω διώροφης οικοδομής, δεν επικαλέσθηκε πράξεις νομής επί του όλου ακινήτου, αλλά μόνο επί του επίδικου καταστήματος που αποτελεί διακριτό μέρος αυτού, επί πλέον δε ότι το αίτημά της περί αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης από την αναιρεσείουσα του ως άνω καταστήματος είναι μη νόμιμο, καθόσον προαπαιτούμενο της συμφωνίας μεταξύ συγκυρίων περί αποκλειστικής χρήσης διακριτού τμήματος του κοινού ακινήτου, από τον επικαλούμενο τη συμφωνία αυτή, είναι η ύπαρξη συγκυριότητάς του επί αυτού, η οποία αποκτήθηκε με νόμιμο τρόπο, προϋπόθεση που, κατά τα προαναφερόμενα, δεν συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω της απόρριψης της ανταγωγής της ως μη νόμιμης τόσο κατά το κύριο, όσο και κατά το επικουρικό αίτημά της είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 του του ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 7/2002).
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπαίτιο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη. (ΟλΑΠ 8/2001). Ειδικότερη μορφή καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος συνιστά η αποδυνάμωση δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αποδυναμώνεται και, άρα, δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, υπό τις συνθήκες δε αυτές η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο, εφόσον συνεπάγεται δυσμενείς - επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, αποτελεί ενέργεια ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη συμπεριφορά του δικαιούχου και αντίκειται, προφανώς, στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών της ΑΚ 281 είναι δηλαδή καταχρηστική (ΑΠ 502/2021, ΑΠ 200/2018).
Ήδη, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης (υπό το στοιχείο V), η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόβαση για παραβίαση των αριθμών 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιώμενη ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την παραδεκτά προβαλλόμενη ένσταση της ίδιας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, για την αναγνώριση της συγκυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου, παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της, οι οποίοι είχαν προταθεί προς θεμελίωση της ως άνω ενστάσεως.
Όσον αφορά την ως άνω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως των αγωγικών αξιώσεων του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, η οποία προτάθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε νομότυπα από την αναιρεσείουσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας δέχθηκε τα ακόλουθα : " Η εναγομένη ισχυρίζεται...
ότι η ένδικη αγωγή ασκείται καταχρηστικά υπό την έννοια ότι ο ενάγων μετά πάροδο 74 και πλέον ετών επιδιώκει να ανατρέψει μία κατάσταση η οποία δημιουργήθηκε και παγιώθηκε καλόπιστα, ενώ με τη μακροχρόνια αδράνειά του (74 έτη) επέδειξε συμπεριφορά ότι δεν πρόκειται να ασκήσει κάποια αξίωση εναντίον της.
Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν... για τη θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ δεν αρκεί μόνη η αδράνεια του δικαιούχου ενάγοντα, εφόσον η εναγομένη δεν επικαλείται ότι συνέτρεχαν και άλλα περιστατικά, αναγόμενα στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου ενάγοντα όσο και της ίδιας, ενόψει των οποίων η άσκηση από τον ενάγοντα του ένδικου δικαιώματος του στο επίδικο ακίνητο να υπερβαίνει, κατά τρόπο ολοφάνερο, τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό ή κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος.
Συνεπώς η παραπάνω ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη.". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, που υπέβαλε η αναιρεσείουσα, ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, εφόσον, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην ως άνω νομική σκέψη, μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, σύμφωνα δε με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επίκληση της συνδρομής τέτοιων επί πλέον περιστατικών αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, όσο και της ίδιας, δεν έγινε από την αναιρεσείουσα.
Η μνεία περιστατικών που αναφέρει η αναιρεσείουσα στον ως άνω λόγο αναίρεσης, με την επίκληση ότι αυτά τα επικαλέσθηκε προς στήριξη του σχετικού ισχυρισμού της περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, με τα οποία επιχειρεί να στοιχειοθετήσει τις συνδεόμενες με προηγούμενη συμπεριφορά του ίδιου και των δικαιοπαρόχων του, ειδικές περιστάσει και συνθήκες, που, κατά τις αιτιάσεις της, δημιούργησαν στη μητέρα της και σε αυτήν την εύλογη πεποίθηση περί μη ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, αποτελούν άρνηση της αγωγικής αξίωσης του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και όχι "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο.
Συνεπώς ο πέμπτος ως άνω λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος ως προς το μέρος του, με το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται από την αναιρεσείουσα για παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και απαράδεκτος ως προς το μέρος του, με το οποίο ελέγχεται για παραβίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση Μ. συζύγου Δ. Κ., για αναίρεση της 65/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.2.2020 αίτηση Μ. συζύγου Δ. Κ. για αναίρεση της 65/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ