Legislator Case Law & Legislation
245/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to invalid service of process on the insurance fund.

Case Number 245/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible because the insurance fund was not properly summoned to the hearing. The appellants submitted evidence showing they delivered the appeal documents to a deputy director, but failed to prove this person was the legal representative or authorized to receive service. Consequently, the court ruled that without valid summons, the hearing could not proceed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(2) and 576(2)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio whether a party was validly summoned, and if the summons is invalid due to improper service, the hearing is declared inadmissible.

Keywords

AI generated
invalid service of process supreme court procedure appeal inadmissibility legal representative code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 568(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 129 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 245 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 245/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ζ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 2)Ν. Φ. του Α., κατοίκου ..., 3)Μ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 4)Ι. Κ. του Μ., 5)Φ. Β. του Π., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά του δικαστικού συμπαραστάτη του Π. Β., και 6)Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ... Οι 4ος και 5ος υπό την ιδιότητα του δικαστικού συμπαραστάτη, δεν παραστάθηκαν και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κώτση, ο οποίος δήλωσε ότι α)ο 4ος (Ι. Κ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Μ. Κ. του Ι. και τον Ν. Κ. του Ι., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο και β)ο Π. Β. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον Φ. Β. , ο οποίος συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος - Τ.Α.Π.ΕΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1654/2010 εν μέρει οριστική, 2000/2015 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και 6305/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-10-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικο του.

Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1121/2020, ΑΠ 24/2016).

Τις κλητεύσεις, δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018). Με την παρ.2 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) με τίτλο "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 1255/2020. ΑΠ 1121/2020). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. γ, 127 παρ. 1, 128 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, πρέπει αυτό να παραδοθεί στον κατά νόμο ή κατά το καταστατικό νόμιμο εκπρόσωπό του είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου.

Αν ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα κ.λπ. του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη περίπτωση, σ' έναν από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους, που συνοικούν με τον παραλήπτη και στη δεύτερη περίπτωση σ' ένα από τα διαζευκτικώς αναφερόμενα πρόσωπα (στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σ' έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες), χωρίς να είναι απαραίτητο για το κύρος της επίδοσης να τηρηθεί καμιά σειρά τόσο ως προς τον τόπο επίδοσης, δηλαδή αναζήτηση του νόμιμου εκπροσώπου πρώτα στην κατοικία και μετά στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, όσο και ως προς τα πρόσωπα, που θα παραδοθεί το επιδιδόμενο έγγραφο, σε απουσία του (ΑΠ 1024/2019).

Στην έκθεση επίδοσης, πρέπει να αναγραφεί από τον δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμο του νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, αν η επίδοση γίνεται στον ίδιο. Σε περίπτωση που αυτός δεν βρεθεί στο γραφείο του (άρθρο 124 παρ. 2 ΚΠολΔ) και η επίδοση γίνει με παράδοση του εγγράφου σε πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν απαιτείται μεν η αναγραφή στην έκθεση του ονόματος του νόμιμου εκπροσώπου του, πρέπει, όμως, να αναφέρεται σ' αυτή το γεγονός της μη ανεύρεσης του και το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο έγινε η παράδοση του εγγράφου, για να διαπιστωθεί, αν αυτό το φυσικό πρόσωπο είναι από τα αναφερόμενα στην διάταξη αυτή ως δεκτικά παράδοσης (ΑΠ 1024/2019, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 641/2017 ΑΠ 322/2015, ΑΠ 2182/2014, ΑΠ 396/2006).

Επίσης, ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο (δικηγόρο, υπάλληλο, κ.λπ.) ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, οπότε στην τελευταία περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλάβει δικόγραφο, σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος (ΑΠ 189/2021, ΑΠ 1024/2019, ΑΠ 2137/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπό κρίση από 31 Οκτωβρίου 2019 με αριθ. κατάθεσης 2375/242/10.3.2020 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμ. 6305/19.12.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας η συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 23 Μαρτίου 2021 ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης με αριθμ.

Δ1α/Γ.Π.οικ. 17698/20.3.2021 (ΦΕΚ 1076/Β/ 20.3.2021), επαναπροσδιορίστηκε, δε, αυτή αυτεπαγγέλτως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με την από 20.5.2021 πράξη της Προέδρου του Β2 πολιτικού τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Κατά την ως άνω δικάσιμο (9.11.2021), κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν παρέστη το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο, ούτε είχε κατατεθεί κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Όπως προεκτέθηκε, ο ορισμός, αυτεπαγγέλτως, από την Πρόεδρο του Β2 Τμήματος της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας για τη συζήτηση της από 31.10.2019 αίτησης και η εγγραφή της στο οικείο πινάκιο, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να ερευνηθεί αν το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο είχε κληθεί νόμιμα να παραστεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (23.3.2021) για τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, προσκομίσουν μετ' επικλήσεως την υπ' αριθμ. 7724Ε/7.12.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Ά. Χ. στην οποία αναγράφεται, μεταξύ των άλλων, ότι ύστερα από έγγραφη παραγγελία του Φωτίου Κώτση, Δικηγόρου Αθηνών, ως πληρεξουσίου των 1) Ζ.

Μ. (πρώτου αναιρεσείοντα), 2) Ν. Φ. (δεύτερου αναιρεσείοντα), 3)Μ. Σ. (τρίτου αναιρεσείοντα), 4) Ι. Κ. (τέταρτου αναιρεσείοντα), 5) Γ. Γ. (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη), 6) Ι. Μ. (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη), 7) Π. Β. (πέμπτου αναιρεσείοντα) και 8) Δ. Κ. (έκτου αναιρεσείοντα), πήγε για να επιδώσει προς το αναιρεσίβλητο νόμιμο πρόσωπο ακριβές αντίγραφο της από 31.10.2019 ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο στις 23.3.2021 και ότι αφού μετέβη στην οδό Εμμανουήλ Μπενάκη αριθμ. 5, όπου βρίσκεται η έδρα του αναιρεσίβλητου και βρήκε την υποδιευθύντρια αυτού Α.

Π., όπως της δήλωσε, επέδωσε σ' αυτή το ανωτέρω έγγραφο. Πλην, όμως, στην ως άνω έκθεση επίδοσης δεν αναγράφεται ότι ως η άνω υποδιευθύντρια του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου, στην οποία επιδόθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης ήταν η κατά το νόμο ή κατά το καταστατικό νόμιμη εκπρόσωπός του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ή ότι είχε ορισθεί από το νόμιμο εκπρόσωπό του ως αρμόδια για την παραλαβή δικογράφων, ούτε αναγράφεται σ' αυτή ότι δεν ανευρέθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός αυτού προκειμένου να παραδοθεί το δικόγραφο σε κάποιο από τα αναγραφόμενα στο άρθρο 129 του ΚΠολΔ πρόσωπα, με συνέπεια η ως άνω επίδοση να μην είναι έγκυρη.

Επομένως εφόσον δεν αποδείχθηκε η νόμιμη κλήτευση του απολειπόμενου αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (23.3.2021), πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 εδ.β. του ΚΠολΔ, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 31 Οκτωβρίου 2019 με αριθ. κατάθ. 2375/242/10.3.2020 αίτησης για αναίρεση της με αριθμ. 6305/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ