Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of claim for construction services payment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the hotel company's appeal against the appellate court's decision rejecting their claim for construction services payment. The appellant argued the appellate court improperly considered invoices not submitted by the defendants, but the court found these documents were legally submitted by the appellant and thus valid evidence. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 346 of the Code of Civil Procedure: An appellate court may lawfully consider documents submitted by the appellant as common evidence if they were properly offered during the appeal proceedings, rendering an appeal based on their non-submission by the opposing party inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 245 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 245/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Θ. Τ. Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "KEFALONIA BAY PALACE A.E.", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μπουρμπούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) K. P. του V., 2) A. P. του V., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Θεοτοκάτο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/4/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2012 μη οριστική και 102/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 194/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/12/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 27-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 194/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο, δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 102/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί καταβολής του αναφερόμενου ποσού ως αμοιβή για την εκτέλεση εκ μέρους τους του περιγραφόμενου έργου δυνάμει σχετικής σύμβασης, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ 4/2018, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 3/2019).
Παράβαση που ελέγχεται με την ως άνω διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποτελεί η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 266/2018, ΑΠ 339/2017).
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 681 και 694 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Ειδικότερα δε στην αγωγή του εργολάβου κατά του εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, πρέπει να γίνει επίκληση της σύμβασης έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή αυτής που καταρτίσθηκε, του έργου που συμφωνήθηκε με αυτή να εκτελεσθεί, της εκτέλεσης και της παράδοσης ή της προσφοράς του έργου και της αμοιβής που συμφωνήθηκε και, αν αυτή είχε συμφωνηθεί κατά μονάδα εργασίας, και των ποσοτήτων στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία που εκτελέστηκαν (ΑΠ 1381/2017, ΑΠ 233/2016, ΑΠ 1255/2010, ΑΠ 682/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 12.4.2010 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων περί καταβολής σ' αυτούς της από 63.014,75 ευρώ για τον καθένα νομιμότοκα εργολαβικής αμοιβής, σ' αυτή σαφώς περιγράφεται το συμφωνηθέν και παραδοθέν προσηκόντως έργο κατασκευής μανδρότοιχων, μικρών και μεγάλων εσοχών μέσα σε μανδρότοιχους (κουτιών για τοποθέτηση βρυσών και φώτων), μικρών και μεγάλων καμαρών, σκαλοπατιών, πλακόστρωσης, κολωνών και πλατύσκαλων στον περιβάλλοντα χώρο των ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων της αναιρεσείουσας στην ..., η συμφωνηθείσα αμοιβή κατά τιμή μονάδας για κάθε επιμέρους εργασία, καθώς και οι ποσότητες των εργασιών που εκτέλεσαν κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Ιανουαρίου 2009 έως τα τέλη του δευτέρου δεκαημέρου του μηνός Οκτωβρίου 2009.
Συνεπώς, το δικόγραφο αυτό της ως άνω αγωγής πληροί τους όρους των άρθρων 681, 694 του ΑΚ και 216 του ΚΠολΔ σχετικά με τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την άσκησή της κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, την ακριβή περιγραφή του συμφωνηθέντος και εκτελεσθέντος έργου, καθώς και τη συμφωνηθείσα αμοιβή, ουδόλως δε ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της αγωγής, όπως η αναιρεσείουσα εσφαλμένα ισχυρίζεται, τα συγκεκριμένα τμήματα του περιβάλλοντος χώρου του ακινήτου στα οποία αναφέρονταν οι εν λόγω εργασίες, καθώς και το εμβαδόν αυτών. Τούτο δε διότι τα πιο πάνω αναγκαία για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων πραγματικά περιστατικά αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξειδικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση, η οποία απορρέει απ' αυτά, με συνέπεια να είναι δυνατό το δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα αυτής, η δε αναιρεσίβλητη (εναγομένη) να μπορεί να αμυνθεί με ανταπόδειξη ή ένσταση. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο λόγω αοριστίας αυτής και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλονται τα αντίθετα.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 1112/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες ειδικεύονται στο χτίσιμο οικοδομικών έργων από πέτρα, όπως ενδεικτικά μανδρότοιχους, σκάλες, κολώνες κλπ, η δε εναγομένη ανήγειρε ξενοδοχείο στην περιφέρεια .... Με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, Θ.
Τ., οι ενάγοντες συνεργάστηκαν για πρώτη φορά τον Αύγουστο του έτους 2006 και συγκεκριμένα ανέλαβαν να κατασκευάσουν στο ανωτέρω ξενοδοχείο της εναγομένης όποιες εργασίες τους είχε υποδείξει τότε ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπός της, ήτοι ενδεικτικά, πέτρινες τοιχοποιίες, καπάκια, γωνίες, σκαλοπάτια, καμάρες, πέτρινα τοιχία αντιστήριξης κλπ.
Στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2009 η εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπούμενη από το Θ. Τ., ανέθεσε στους ίδιους να προβούν για λογαριασμό της στο αυτό ως άνω ξενοδοχείο της, σε κατασκευή μανδρότοιχων, μικρών και μεγάλων εσοχών μέσα σε μανδρότοιχους (κουτιών για τοποθέτηση βρυσών και φώτων), μικρών και μεγάλων καμαρών, σκαλοπατιών, πλακόστρωσης, κολώνων και πλατύσκαλων.
Κατά δε την κατάρτιση της ανωτέρω συμφωνίας, που ήταν προφορική και πραγματοποιήθηκε στην ... στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2009 μεταξύ του προαναφερόμενου νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και των εναγόντων, συμφωνήθηκε ότι θα χρειαζόταν να συνεργασθούν και με άλλον τεχνίτη "πετρά", λόγω του μεγάλου όγκου του έργου και κατόπιν και της συναίνεσης του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, οι ενάγοντες προσέλαβαν τον I.
R., στον οποίο κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, η εναγομένη θα του κατέβαλε μέρος της συνολικά οφειλόμενης αμοιβής για το εκτελεσθέν έργο, όπως αυτή θα την προσδιόριζαν οι ίδιοι οι ενά-γοντες. Το ανωτέρω έργο, αποπερατώθηκε προσηκόντως και εμπροθέσμως, παραδόθηκε δε, στην εναγομένη και αυτή το παρέλαβε ανεπιφύλακτα περίπου στο τέλος του δεύτερου δεκαημέρου του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2009.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανωτέρω συμφωνίας, η εναγομένη, έπρεπε να καταβάλει στους ενάγοντες για κάθε τετραγωνικό μέτρο μανδρότοιχου που θα κατασκεύαζαν ποσό 30 ευρώ, για κάθε τρέχον μέτρο γωνιών μανδρότοιχου ποσό 30 ευρώ, για κάθε τρέχον μέτρο μικρού κουτιού και μεγάλου κουτιού (δηλαδή διαστάσεων 25 Χ 25 και 40 Χ 50 αντίστοιχα κράσο) 30 ευρώ, για κάθε μεγάλη καμάρα (περίπου 80 εκ.
ύψος Χ 50-60 εκ. άνοιγμα) 200 ευρώ, για κάθε μικρή καμάρα (περίπου 55 εκ. ύψος Χ 30-40 εκ. άνοιγμα) 100 ευρώ, για κάθε τρέχον μέτρο σκαλοπατιών 30 ευρώ, για κάθε τρέχον μέτρο γωνιών σκαλοπατιών 30 ευρώ, για κάθε τετραγωνικό μέτρο πλακόστρωσης 15 ευρώ, για κάθε τρέχον μέτρο στρογγυλής κολώνας 100 ευρώ, για κάθε τρέχον μέτρο απλής κολώνας 30 ευρώ, για κάθε τετραγωνικό μέτρο πλατύσκαλου 30 ευρώ και για δύο καμάρες ύψους 1,70 μ.
και άνοιγμα περίπου 1,70 μ. εκάστη, το ποσό των 400 ευρώ για εκάστη. Όλα τα ανωτέρω ποσά θα επιβαρύνονταν και με Φ.Π.Α. ποσοστού 19%...Το ύψος των συμφωνηθέντων αμοιβών στα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά, επιβεβαιώνεται επιπλέον και από την ομολογία της ίδιας της εναγομένης, όπως αυτή διατυπώθηκε στην κατατεθειμένη στις 7-11-2011 προσθήκη-αντίκρουσή της επί των προτάσεων αυτής της πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας επαγγελματικής συνεργασίας των διαδίκων που είχε αρχίσει από το έτος 2006, συνάπτονταν επιμέρους συμβάσεις έργου με τις οποίες ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ανέθετε στους ενάγοντες την εκτέλεση διαφόρων εργασιών σχετικές με την επαγγελματική τους ειδικότητα, στο ανωτέρω ξενοδοχείο της εναγομένης, με τελευταία, τη σύμβαση που συνήψαν αρχές Ιανουαρίου 2009, που αποτελεί και την επίδικη.
Ενόψει της ανωτέρω ομολογίας της εναγομένης, με την οποία αυτή δεν αμφισβήτησε τις συμφωνηθείσες αμοιβές για την τιμή μονάδας για κάθε εργασία, όπως αυτές προαναφέρθηκαν, ανεξαρτήτως του χρόνου που αυτές πραγματοποιήθηκαν, θα μπορούσε εύκολα να προκύψει από την άθροιση των επιμέρους κονδυλίων για το σύνολο των εκτελεσθεισών από τους ενάγοντες εργασιών σε συνδυασμό με τις γενόμενες από την εναγομένη καταβολές ως τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αν οι καταβολές αυτές κάλυπταν ή όχι την αμοιβή για τις εκτελεσθείσες εργασίες.
Στη δεύτερη περίπτωση δε, το προκύψαν οφειλόμενο ποσό θα αφορούσε το έργο που ανατέθηκε στους ενάγοντες με την επίδικη σύμβαση που συνήφθη τον Ιανουάριο του έτους 2009, αφού, σύμφωνα με την κοινή λογική η σύμβαση αυτή, ως αποτελούσα την τελευταία χρονικά κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, θα ήταν και αυτή για την οποία θα είχε δημιουργηθεί η οφειλόμενη διαφορά για την εκτέλεση των εργασιών του τελευταίου έργου που ανατέθηκε στους ενάγοντες.
Επί τη βάσει του ανωτέρω συλλογισμού, τον οποίο υιοθέτησε και η εναγομένη, όπως αυτός διατυπώθηκε στην προαναφερόμενη ως άνω προσθήκη-αντίκρουση επί των προτάσεων αυτής, της πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δεδομένου ότι κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρουσιάσθηκαν αμφίβολα σημεία ως προς το μέγεθος του συνολικού έργου που ανέλαβαν και ολοκλήρωσαν οι ενάγοντες, λαμβανομένου δε υπόψη ότι για το αμφισβητούμενο θέμα απαιτούνται ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις, σε συνδυασμό επιπροσθέτως και με το υποβαλλόμενο αίτημα της εναγομένης περί διεξαγωγής τεχνικής πραγματογνωμοσύνης για τη διαμόρφωση ασφαλούς κρίσης του Δικαστηρίου περί του ανωτέρω ζητήματος, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας με την υπ' αριθ. 39/2012 μη οριστική απόφασή του διέταξε ως συμπληρωματική απόδειξη, τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από πραγματογνώμονα-πολιτικό μηχανικό, με την οποία διετάχθη η επιμέτρηση του συνόλου των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν από τους ενάγοντες στο ως άνω ξενοδοχειακό συγκρότημα της εναγομένης και ο προσδιορισμός της τιμής ανά μονάδα μέτρησης για κάθε επιμέρους εργασία, όπως αυτές αναλυτικά προσδιορίσθηκαν στην ανωτέρω απόφαση.
Διενεργηθείσας της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης συντάχθηκε η υπ' αριθ. …/…-10-2012 έκθεση που διενήργησε ο διορισθείς με την ως άνω μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας πραγματογνώμονας - πολιτικός μηχανικός, Γ. Κ., σύμφωνα με την οποία, μετά από επιτόπια και λεπτομερή επιμέτρηση των εργασιών τοποθέτησης πέτρας που πραγματοποιήθηκαν στο ξενοδοχείο της εναγομένης, κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: 1) Τα τετραγωνικά μέτρα μάντρας, τα οποία τοποθετήθηκαν στο ξενοδοχείο είναι 5.100,65 τ.μ..
Εξ αυτών τα 4.468.29 τ.μ. είναι μάντρες-τοιχία αντιστήριξης (δηλ. κατασκευάστηκαν για να κρατούν άμεσα υπερκείμενες μάζες και βάρη) και η τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται στα 40-60 ευρώ/τ.μ.. Τα υπόλοιπα 632,56 τ.μ. είναι μάντρες-τοιχία επένδυσης (δηλ. η πέτρα έχει τοποθετηθεί πάνω από άλλο υλικό, π.χ.
σκυρόδεμα το οποίο είναι το υλικό τοιχίου αντιστήριξης και η τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται στα 25-35 ευρώ/τ.μ.. 2) Τα τρέχοντα μέτρα γωνιών μάντρας (καπάκια) τα οποία τοποθετήθηκαν στο ξενοδοχείο είναι 5.749,36 μ. Η τιμή ανά τρέχον μέτρο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται σε 25-35 ευρώ/μ.. 3) Τα τρέχοντα μέτρα μεγάλων κουτιών όπου μέσα τους τοποθετήθηκαν βρύσες και πυρόσβεση είναι 96,50 μ..
Η τιμή ανά τρέχον μέτρο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται στα 25-35 ευρώ/μ.. 4) Τα τρέχοντα μέτρα μικρών κουτιών (συνήθων διαστάσεων 0,20 μ. Χ 0,20 μ, 0,25 μ. Χ 0,25 μ και 0,30 μ Χ 0,30 μ.) όπου εντός αυτών τοποθετήθηκαν φώτα εξωτερικού χώρου ("χελώνες" κ.λ.π.) είναι 176,00 μ.. Η τιμή ανά τρέχον μέτρο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται στα 25-35 ευρώ/μ.. 5) Οι μεγάλες καμάρες που κατασκευάστηκαν εντός των μαντρών και ανάγλυφα κατά μήκος αυτών, έχουν ως επί το πλείστον διαστάσεις 0,60 μ.
Χ 0,90 μ. (μια είναι 0.80 μ. Χ 1.60 μ.) και είναι 21 τεμάχια. Η τιμή ανά τεμάχιο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται στα 150-200 ευρώ/τεμ.. 6) Οι μικρές καμάρες που κατασκευάστηκαν εντός των μαντρών και ανάγλυφα κατά μήκος αυτών, έχουν διάφορες διαστάσεις : 0,30 μ. Χ 0.35 μ., 0.30 μ. Χ 0.45 μ., 0.50 μ Χ 0,75 μ., 0,40 μ. Χ 0,60 μ. και είναι 71 τεμάχια.
Η τιμή ανά τεμάχιο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται στα 90-120 ευρώ/τεμ.. 7) Τα τρέχοντα μέτρα σκαλοπατιών που κατασκευάστηκαν είναι 936,30 μ.. Η τιμή ανά τρέχον μέτρο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται στα 25-35 ευρώ/τεμ.. 8) Τα τρέχοντα μέτρα γωνιών σκαλοπατιών που κατασκευάστηκαν είναι 966,50 μ..
Η τιμή ανά τρέχον μέτρο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται στα 25-35 ευρώ/τεμ.. 9) Τα τετραγωνικά μέτρα πλακοστρώσεων τα οποία τοποθετήθηκαν στο ξενοδοχείο είναι 1.744,80 τ.μ.. Η τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται στα 10-20 ευρώ/τ.μ.. 10) Τα τρέχοντα μέτρα γωνιών πλακόστρωσης τα οποία τοποθετήθηκαν στο ξενοδοχείο είναι 274,50 μ..
Η τιμή ανά τρέχον μέτρο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται στα 10-20 ευρώ/τ.μ.. 11) Τα τρέχοντα μέτρα στρογγυλών κολώνων τα οποία τοποθετήθηκαν στο ξενοδοχείο είναι 12,25 μ.. Η τιμή ανά τρέχον μέτρο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται στα 90-120 ευρώ/τ.μ.. 12) Τα τρέχοντα μέτρα απλών (ορθογωνίων) κολώνων τα οποία τοποθετήθηκαν στο ξενοδοχείο είναι 1440 μ.
Η τιμή ανά τρέχον μέτρο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται στα 25-35 ευρώ/τ.μ.. 13) Τα τετραγωνικά μέτρα πλατύσκαλου τα οποία τοποθετήθηκαν στο ξενοδοχείο είναι 131,51 τ.μ.. Η τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο σύμφωνα με τα δεδομένα του έτους 2009 ανέρχεται στα 25-35 ευρώ/τ.μ.. 14) Οι μεγάλες καμάρες-αψίδες που κατασκευάστηκαν με διαστάσεις και ανοίγματα ποικίλα, της τάξης των 1,30 μ.
Χ 2,30 μ., 1,30 μ. Χ 3,20 μ. (αψίδες εισόδου-πόρτες), 1,80 μ Χ 2,10 μ (ανάγλυφη σε μάντρα) καθώς και 0,90 μ. Χ 0,95 μ. με βάθος 1,80 μ., 1,15 μ. Χ 1,35 μ. με βάθος 1,80 μ., 2,10 μ. Χ 2,90 μ. με βάθος 1,80 μ., 2,10 μ. Χ 2,00 μ. με βάθος 2,90 μ. (όλες μεγάλες αψίδες -"γέφυρες" που ενοποιούν ή στηρίζουν άλλα στοιχεία όπως μάντρες ή σκάλες κ.λ.π.), είναι 7 τεμάχια. Η κοστολόγηση αυτών δεν μπορεί να γίνει με τιμή μονάδος τετραγωνικών ή τρεχόντων μέτρων, αφού η κατασκευή τους είναι ξεχωριστή και με ιδιαίτερη εργασία λόγω τεχνοτροπίας, δυσκολίας κατασκευής και μέγεθος αυτών.
Η κατ' αποκοπή αξία αυτών είναι δύσκολο να βρεθεί με ακρίβεια, πάντως δεν μπορεί να δοθεί αξία κάτω από 400-600 ευρώ/τεμ. για τις πιο απλές και κάτω από 800-1000 ευρώ/τεμ. για τις πιο σύνθετες και πολύπλοκες. Στην ανωτέρω έκθεση αναφέρεται ότι η επιμέτρηση όλων των προαναφερομένων εργασιών έγινε με απλά μέσα μέτρησης (κορδέλα μετρήσεων, μέτρο χειρός και καταγραφή διαστάσεων κ.λ.π.), με τη συγκρότηση μικρού "συνεργείου" αποτελούμενου από τρία άτομα συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου του πραγματογνώμονα.
Επίσης αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια των επιμετρήσεων ο κατασκευαστής (ενάγοντες) δήλωσε πως θεωρεί ότι οι μάντρες που έχει κατασκευάσει σε πολλά σημεία είναι μπαζωμένες και άρα τα ύψη τους δεν είναι αυτά που φαίνονταν και καταγράφηκαν αλλά αρκετά μεγαλύτερα. Από πλευράς του ιδιοκτήτη (εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της) δεν επήλθε τελικά συμφωνία στο να γίνουν τομές ώστε να δειχθούν αυτά τα τυχόν "κρυμμένα" βάθη (ύψη) των τοιχίων, αν υφίστανται ή όχι, ούτε βεβαίως κάποια οριστική συγκατάβαση και συναίνεση των δύο πλευρών για κάποιο βάθος (ύψος) το οποίο θα οριζόταν ως επιπρόσθετο και θα ήταν αποδεκτό από αμφότερους.
Επίσης, αναφέρεται ότι ειπώθηκε από τον ιδιοκτήτη ότι ένα βάθος 0,20 μ. θα ήταν αποδεκτό εκ μέρους του, όμως ο κατασκευαστής επέμενε ότι το βάθος είναι ακόμα μεγαλύτερο. Κατόπιν τούτων, αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ότι αν ληφθεί υπόψη έστω και το χαμηλότερο βάθος των μαντρών αυτών (που δεν φαίνεται), τα 0,20 μ., τότε στα τετραγωνικά μέτρα μάντρας (φάτσες), θα πρέπει να προστεθούν ακόμα 705,30 τ.μ, όπως επίσης να προστεθούν ακόμα 147,20 τρέχοντα μέτρα γωνιών μάντρας (καπακιών).
Σύμφωνα με την ομολογία της εναγομένης που περιλαμβάνεται στην από 7-11-2011 προσθήκη-αντίκρουση αυτής, η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων τιμή για κάθε τετραγωνικό μέτρο για τις εργασίες της τοποθέτησης μαντρών και της τοποθέτησης πλατύσκαλων, για κάθε τρέχον μέτρο για τις εργασίες της τοποθέτησης γωνιών μάντρας, για κάθε τρέχον μέτρο κατασκευής μεγάλων και μικρών κουτιών, κατασκευής σκαλοπατιών, γωνιών σκαλοπατιών και ορθογώνιων κολώνων, ανέρχεται σε 30 ευρώ ανά την αντίστοιχη μονάδα μέτρησης (τρέχον μέτρο ή τ.μ.), η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων τιμή για την κατασκευή μεγάλων και μικρών καμαρών ανέρχεται σε 200 και 100 ευρώ αντίστοιχα/τεμ., η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων τιμή για κάθε τετραγωνικό μέτρο για τις εργασίες πλακόστρωσης ανέρχεται σε 15 ευρώ/τ.μ.
και η συμφωνηθείσα τιμή για κάθε τρέχον μέτρο για τις εργασίες τοποθέτησης γωνιών πλακόστρωσης ανέρχεται σε 15 ευρώ/μ., η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων τιμή για κάθε τρέχον μέτρο για τις εργασίες τοποθέτησης στρογγυλών κολώνων ανέρχεται σε 100 ευρώ/μ. και η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων για την κατασκευή μεγάλων καμάρων-αψίδων ανέρχεται σε 400 ευρώ/τεμαχ.
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το συνολικό κόστος κατασκευής των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν στο ξενοδοχείο της εναγομένης, όπως το σύνολο των εργασιών αυτών προέκυψε δυνάμει της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης, η ορθότητα της οποίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι πρόκειται κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας, όπως διαλαμβάνονται στον έβδομο λόγο της εφέσεώς της, για μεροληπτική και αναιτιολόγητη γνωμοδότηση του διενεργούντος αυτήν πραγματογνώμονα, ανέρχεται στα κάτωθι ποσά και ειδικότερα: 1) το συνολικό κόστος κατασκευής των μανδρότοιχων ανέρχεται στο ποσό των 153.019,50 ευρώ (5.100,65 τ.μ.
Χ 30 ευρώ), 2) το συνολικό κόστος κατασκευής των γωνιών μανδρότοιχων ανέρχεται στο ποσό των 172.480,80 ευρώ (5.749,36 μ. Χ 30 ευρώ), 3) το συνολικό κόστος κατασκευής των μεγάλων κουτιών ανέρχεται στο ποσό των 2.895,00 ευρώ (96,50μ. Χ 30 ευρώ), 4) το συνολικό κόστος κατασκευής των μικρών κουτιών ανέρχεται στο ποσό τον 5.280,00 ευρώ (176,00 μ.
Χ 30 ευρώ), 5) το συνολικό κόστος κατασκευής των μεγάλων καμαρών ανέρχεται στο ποσό των 4.200 ευρώ (21 τεμάχια Χ 200 ευρώ), 6) το συνολικό κόστος κατασκευής των μικρών καμαρών ανέρχεται στο ποσό των 7.100,00 ευρώ (71 τεμάχια Χ 100 ευρώ), 7) το συνολικό κόστος κατασκευής των σκαλοπατιών ανέρχεται στο ποσό των 28.089,00 ευρώ (936,30 μ.
Χ 30 ευρώ), 8) το συνολικό κόστος κατασκευής των γωνιών σκαλοπατιών ανέρχεται στο ποσό των 28.995,00 ευρώ (966,50 μ. Χ 30 ευρώ), 9) το συνολικό κόστος κατασκευής των πλακοστρώσεων ανέρχεται στο ποσό των 26.172,00 ευρώ (1.744,80 μ. Χ 15 ευρώ), 10) το συνολικό κόστος κατασκευής των γωνιών πλακόστρωσης ανέρχεται στο ποσό των 4.117,50 ευρώ (274,50 μ.
Χ 15 ευρώ), 11) το συνολικό κόστος κατασκευής στρογγυλών κολώνων ανέρχεται στο ποσό των 1.225,00 ευρώ (12,25 ευρώ Χ 100 ευρώ), 12) το συνολικό κόστος κατασκευής των απλών κολώνων ανέρχεται στο ποσό των 435,00 ευρώ (14,50 μ, Χ 30 ευρώ), 13) το συνολικό κόστος κατασκευής των πλατύσκαλων ανέρχεται στο ποσό των 3.945,30 ευρώ (131,51 τ. μ.
Χ 30 ευρώ) και 14) το συνολικό κόστος κατασκευής των μεγάλων καμαρών - αψίδων ανέρχεται στο ποσό των 2.800,00 ευρώ (7 τεμάχια Χ 400 ευρώ). Κατόπιν των προαναφερομένων, το καθαρό ποσό που όφειλε να έχει καταβάλει η εναγομένη στους ενάγοντες για τις εργασίες που οι τελευταίοι πραγματοποίησαν στο ξενοδοχείο της ανέρχεται σε 440.754,10 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
ποσοστού 19%, ποσού 83.743,28 ευρώ, ήτοι συνολικά το χρέος της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των 524.497,38 ευρώ για όλες συνολικά τις εργασίες που οι ενάγοντες εκτέλεσαν στο ξενοδοχείο της ιδιοκτησίας της από το μήνα Αύγουστο του έτους 2006, οπότε ξεκίνησε η συνεργασία τους, μέχρι και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009, οπότε και της παρέδωσαν ολοκληρωμένο το έργο, το οποίο η εναγομένη παρέλαβε δια του νομίμου εκπροσώπου της ανεπιφύλακτα.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, τα οποία έχουν εκδώσει προς την εναγομένη τόσο οι ενάγοντες όσο και ο μη διάδικος I. R., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, εργάσθηκε στο έργο μετά από υπόδειξη των εναγόντων, η εναγομένη έχει καταβάλει για το σύνολο των εργασιών τους στο ξενοδοχείο της τα κάτωθι ποσά, τα οποία αντιστοιχούν στις εργασίες που αυτοί πραγματοποίησαν από την αρχή της συνεργασίας τους τον μήνα Αύγουστο του έτους 2006 έως και την αποπεράτωση του έργου και ειδικότερα έχει καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό τον 204.381,31 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 89.607 ευρώ και στον I.
R. το συνολικό ποσό των 95.497,50 ευρώ, όπως τα ανωτέρω ποσά προκύπτουν από τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που ο καθένας από αυτούς εξέδωσε προς την εναγομένη και έχουν εξοφληθεί από αυτήν. Ειδικότερα, ο πρώτος των εναγόντων εξέδωσε τα κάτωθι τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ήτοι: .... Ο δεύτερος των εναγόντων εξέδωσε τα κάτωθι τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ήτοι,...Ο I.
R. εξέδωσε τα κάτωθι τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ήτοι:...Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι έκαστος των εναγόντων εξέδωσαν αντίστοιχα τα υπ' αριθ. …/…-12-2009 και …/…-12-2009 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών ποσού 24.097,50 ευρώ έκαστο, τα οποία παρότι εκδόθηκαν μεταγενεστέρως του χρόνου αποπερατώσεως του έργου αφορούσαν τελεσθείσες εργασίες πριν την παράδοση αυτού το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009, όπως βεβαιώθηκε από το νομίμως εξετασθέντα μάρτυρα των εναγόντων στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, τα οποία δεν εξοφλήθηκαν από την εναγομένη σε αντίθεση με το προαναφερόμενο υπό στοιχεία iii) με την ίδια ημερομηνία εκδοθέν από τον μη διάδικο I.
R. τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών το οποίο όπως προαναφέρθηκε, εξοφλήθη από αυτήν. Το σύνολο της αξίας των ανωτέρω εξοφληθέντων από την εναγομένη τιμολογίων παροχής υπηρεσιών που εκδόθηκαν από τους δύο ενάγοντες και από τον I. R., και αφορούν τη χρονική περίοδο από την έναρξη της μεταξύ τους συνεργασίας έως και την άσκηση της ένδικης αγωγής ανέρχονται στο ποσό των 389.485,81 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το ποσοστό του ΦΠΑ 19%.
Επομένως, από την σύγκριση του ποσού των 524.497,38 ευρώ (στο οποίο περιλαμβάνεται και το αναλογούν σε αυτό ποσοστό ΦΠΑ 19%, όπως προαναφέρθηκε), που σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης όφειλε να έχει καταβάλει η εναγομένη στους ενάγοντες για τις εργασίες που οι τελευταίοι πραγματοποίησαν στο ξενοδοχείο της από το μήνα Αύγουστο του έτους 2006, οπότε ξεκίνησε η συνεργασία τους, μέχρι και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009, οπότε και της παρέδωσαν ολοκληρωμένο το έργο, με το ποσό των 389.485,81 ευρώ (στο οποίο επίσης περιλαμβάνεται και το αναλογούν σε αυτό ποσοστό ΦΠΑ 19%, όπως προαναφέρθηκε), που τους έχει καταβάλει η εναγομένη, προκύπτει μια χρηματική διαφορά ύψους 135.011,57 ευρώ, που αποτελεί το μη καταβληθέν ποσό της αμοιβής τους και το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται από την εναγομένη στους ενάγοντες (δεδομένου ότι ο έτερος συνεργαζόμενος τεχνίτης I.
R. έχει εξοφληθεί πλήρως), απορριπτόμενου, κατ' ακολουθίαν ως ουσιαστικά αβάσιμου του προβαλλόμενου εκ μέρους της εναγομένης ισχυρισμού περί οριστικής εξοφλήσεως της οφειλόμενης αμοιβής των εναγόντων. Εξάλλου, οι αιτιάσεις της εκκαλούσας-εναγομένης με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς της ότι οι πέραν των αναφερομένων στην αγωγή των εφεσίβλητων εργασίες που εκτελέστηκαν από αυτούς και τον I.
R. δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο της εκκρεμούς δυνάμει της ένδικης αγωγής δίκης, ώστε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να δύναται να επιδικάσει, όπως και έπραξε, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, υπέρ αυτών, αμοιβή για εργασίες που δεν αποδείχθηκε ότι είχαν εκτελεστεί στα πλαίσια της επικαλούμενης από αυτούς σύμβασης έργου που συνήφθη τον Ιανουάριο του έτους 2009, δεν ευσταθούν.
Και τούτο διότι, όπως ανωτέρω προεκτέθηκε, το αποδεικτέο θέμα τάχθηκε για το σύνολο των εργασιών που οι ενάγοντες πραγματοποίησαν στην ξενοδοχειακή μονάδα της εναγομένης κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006-2009, λαμβανομένου υπόψη από την υπ' αριθ. 39/2012 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας του γεγονότος ότι, ενόψει της μη αμφισβήτησης από την εναγομένη των τιμών που συμφωνήθηκαν για την μονάδα μέτρησης κάθε εργασίας, που εκτελέσθηκε καθόλη τη διάρκεια της μακροχρόνιας επαγγελματικής συνεργασίας των διαδίκων, όπως αυτές προσδιορίζονται στην ένδικη αγωγή και αναφέρθηκαν ανωτέρω, σε περίπτωση που παρά τις γενόμενες καταβολές από την εναγομένη για τις εκτελεσθείσες από τους ενάγοντες εργασίες προέκυπτε οφειλόμενο ποσό, αυτό θα αφορούσε το έργο που ανατέθηκε στους ενάγοντες με την επίδικη σύμβαση που συνήφθη τον Ιανουάριο του έτους 2009, η οποία ως αποτελούσα την τελευταία χρονικά κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, θα ήταν και αυτή για την οποία θα είχε δημιουργηθεί η οφειλόμενη διαφορά.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια δεχόμενο περί της ύπαρξης οφειλής της εναγομένης-εκκαλούσας προς τους ενάγοντες- εφεσίβλητους για τις εκτελεσθείσες από αυτούς εργασίες στο ξενοδοχείο της, κατά τα προεκτιθέμενα, λαμβάνοντας υπόψη του τις μετρήσεις των εργασιών, όπως αυτές προέκυψαν ιδίως, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η ακρίβεια του συμπεράσματος της οποίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από το γεγονός ότι, ο τρόπος με τον οποίο έγιναν οι σχετικές μετρήσεις δεν αξιολογείται ο ενδεδειγμένος από την εναγομένη-εκκαλούσα, δεδομένου ότι αυτές διενεργήθηκαν από τριμελές συνεργείο και με την παρουσία του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας, όπως προκύπτει από τη σχετική αναφορά που γίνεται στην εν λόγω έκθεση, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και δέκατος λόγος της έφεσης, με τους οποίους προβάλλεται ότι δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις και εσφαλμένα εφάρμοσε της διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ και επιδίκασε σε αυτούς το κάτωθι ποσό, διότι δέχθηκε ότι εκτελέσθηκαν εργασίες πέραν αυτών που είχαν συμφωνηθεί, ή ότι αυτές εκτελέσθηκαν εκτός στης επίδικης συμβάσεως του Ιανουαρίου του έτους 2009, ή ότι δεν ήταν ορθή η μέτρηση των εργασιών από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα, μη λαμβάνοντας υπόψη την από μηνός Φεβρουαρίου 2014 τεχνική έκθεση του ορισθέντος από την εναγομένη-εκκαλούσα τεχνικού συμβούλου, πολιτικού μηχανικού, Γ.
Γ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ωστόσο, η εναγομένη-εκκαλούσα οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες-εφεσίβλητους προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτών, το μειωμένο (μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής) σε σχέση με το ανωτέρω αναφερθέν ποσό των 135.011,57, ποσό των 118.334,51 ευρώ, ήτοι, 59.167,255 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών, το οποίο πρέπει να επιδικασθεί σε καθένα από αυτούς κατ' άρθρο 106 του ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αγωγή των εναγόντων έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει σε αυτούς το συνολικό ποσό των 118.334,51 ευρώ, ήτοι το ποσό των 59.167,255 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών, με το νόμιμο τόκο από τη επίδοση της αγωγής, η επιδίκαση δε, του νομίμου τόκου υπερημερίας αφορά το σύνολο του ανωτέρω επιδικασθέντος για καθένα από τους ενάγοντες ποσού των 59.167,255 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το αναλογούν ποσοστό 19% του ΦΠΑ, αφού αποτελούσε μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής των εναγόντων και περιλαμβάνονταν κατά τα επιμέρους ποσά αυτού στα εκδοθέντα από αυτούς τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, παρά τις αντίθετες με τον ενδέκατο λόγο της εφέσεως αιτιάσεις της εκκαλούσας ότι εσφαλμένα επιδικάσθηκε τόκος υπερημερίας και για το ποσό που αντιστοιχεί στον αναλογούντα ΦΠΑ συνολικού ύψους για αμφότερους των εναγόντων 12.247,36 ευρώ και για έκαστο εξ αυτών ύψους 6.213,68 ευρώ, που είναι αβάσιμες και ως εκ τούτου και ο ανωτέρω σχετικός λόγος είναι απορριπτέος.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε τα ίδια και με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την αγωγή...ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενου του ένατου λόγου της εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα αιτιάται τα αντίθετα, ως αβάσιμου....". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι οι αναιρεσίβλητοι εκτέλεσαν και παρέδωσαν στην αναιρεσείουσα εργοδότη το αναφερόμενο ένδικο έργο και ειδικότερα τις επί μέρους ποσότητες κάθε εργασίας, με βάση τη συναφθείσα μεταξύ τους τον Ιανουάριο του 2009 σχετική σύμβαση έργου, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής, καθώς και την προσήκουσα εκτέλεση και παράδοση αυτού.
Επίσης, δεν δημιουργείται κάποια έλλειψη ή ανεπάρκεια στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης από το ότι σ' αυτήν αναφέρεται αναλυτικά το σύνολο των εκτελεσθεισών από τους αναιρεσείοντες και το μη διάδικο I. R. εργασιών πέτρας στον περιβάλλοντα χώρο του ξενοδοχειακού συγκροτήματος της αναιρεσείουσας κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως και 2009.
Τούτο δε διότι από το όλο περιεχόμενο των παραδοχών αυτής (απόφασης) συνάγεται ότι στις ως άνω εργασίες περιλαμβάνονται και οι κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή εργασίες της σύμβασης έργου, που καταρτίστηκε τον Ιανουάριο του 2009 και εκτελέστηκαν μέχρι και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους.
Εξάλλου, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "...ενόψει της μη αμφισβήτησης από την εναγομένη των τιμών που συμφωνήθηκαν για τη μονάδα μέτρησης κάθε εργασίας..., σε περίπτωση που παρά τις γενόμενες καταβολές από την εναγομένη για τις εκτελεσθείσες από τους ενάγοντες εργασίες προέκυπτε οφειλόμενο ποσό, αυτό θα αφορούσε το έργο που ανατέθηκε στους ενάγοντες με την επίδικη σύμβαση που συνήφθη τον Ιανουάριο του 2009, η οποία ως αποτελούσα την τελευταία χρονικά κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, θα ήταν και αυτή για την οποία θα είχε δημιουργηθεί η οφειλόμενη διαφορά..." δεν αποτελεί ενδοιαστική αιτιολογία και διατύπωση αυτής.
Από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή περιέχει σαφές και αναμφίβολο αποδεικτικό πόρισμα ότι εκτελέστηκαν οι αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες με βάση την ένδικη σύμβαση έργου που καταρτίστηκε τον Ιανουάριο του 2009, η δε χρήση της λέξης (γραμματικά μορίου) "θα" δεν έχει την έννοια της πιθανολόγησης, αλλά της βεβαιότητας κατά την κατάρτιση του σχετικού αποδεικτικού συλλογισμού, ο οποίος δεν είναι υποθετικός αλλά λογικά και πραγματικά ορθός.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος (τέταρτος) κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 9α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι το Εφετείο έκρινε επί του ως άνω αιτήματος της αγωγής για την επιδίκαση στους αναιρεσιβλήτους του αιτούμενου ποσού εργολαβικής αμοιβής στον καθένα για το αναφερόμενο σ' αυτήν έργο και όχι για κάποιο άλλο αίτημα και συγκεκριμένα το αιτούμενο από καθένα απ' αυτούς χρηματικό ποσό ως ζητούμενο απ' αυτούς μέρος της προκύψασας διαφοράς από την άθροιση των επιμέρους κονδυλίων για το σύνολο των εκτελεσθεισών για λογαριασμό αυτής από τους αναιρεσίβλητους και το μη διάδικο I.
R. εργασιών, σε συνδυασμό με τις γενόμενες από την ίδια καταβολές προς αυτούς έως και τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
IV. Κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ γ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ ημέρες πριν από αυτή.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία εξαρτά το παραδεκτό του εν λόγω αποδεικτικού μέσου από την προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου για να δυνηθεί να παραστεί κατά την εξέταση, συνάγεται ότι απαιτείται στη σχετική κλήση να ορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο χρόνος και ο τόπος της εξέτασης και ότι, αν τούτο δεν συμβεί, η ένορκη βεβαίωση που έγινε χωρίς την παρουσία του αντιδίκου είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 275/2013, ΑΠ 771/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 α' ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθμ. … και …/2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβ/φου Σαμαίων Δήμητρας Ζαχαράτου των μαρτύρων Ρ.
Ρ. και Α. Ρ., τις οποίες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, καθόσον οι βεβαιώσεις αυτές δόθηκαν παρά το γεγονός ότι στην από 14-2-2011 κλήση για εξέταση αυτών, που της επιδόθηκε, δεν προσδιοριζόταν κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο χρόνος στον οποίο θα γινόταν η εξέταση των μαρτύρων, ενόψει του ότι αυτή εκαλείτο να παρασταθεί στις 21-2-2011, ημέρα Δευτέρα και ώρες 11.00, 12.00, 13.00, 14.00, 15.00 και 16.00, δηλαδή σε έξι διαφορετικές ώρες της ίδιας ημέρας, μολονότι οι αναιρεσίβλητοι μπορούσαν να λάβουν μόνο τρεις (κατ' ανώτατο όριο) και τελικά έλαβαν μόλις δύο.
Από την επισκόπηση της από 14-2-2011 κλήσης των αναιρεσιβλήτων, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι οι πρώτοι γνωστοποίησαν στην τελευταία την πρόθεσή τους να εξετάσουν μάρτυρες ενώπιον της ως άνω Συμβ/φου κατά τους ως άνω χρόνους της ίδιας ημέρας. Ο με τον ανωτέρω κατά διαζευκτικό τρόπο προσδιορισμός στην κλήση περισσοτέρων συνεχόμενων και διαδοχικών χρόνων, στην ίδια όμως ημέρα, για την εξέταση των μαρτύρων είναι σαφής και συγκεκριμένος, έτσι ώστε να παρέχεται στην αναιρεσείουσα η δυνατότητα να παρασταθεί κατά την εξέταση και ως εκ τούτου πληρούται στην προκειμένη περίπτωση η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.γ' ΚΠολΔ προϋπόθεση της προηγούμενης κλήτευσης των αντιδίκων και γι' αυτό οι δοθείσες ως άνω δύο ένορκες βεβαιώσεις χωρίς να παρίσταται η αναιρεσείουσα είναι παραδεκτές και νόμιμες.
Επομένως, το Εφετείο που έλαβε υπόψη τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο ως άνω λόγος αναίρεσης.
V. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την σχετική αποδεικτική κρίση (ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 2110/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του ως προς τη σύναψη της ένδικης σύμβασης έργου και τη βασιμότητα των απ' αυτή απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα και είχαν ιδιαίτερη αποδεικτική σπουδαιότητα ήτοι: 1) τα από 15-7-2009 τρία ιδιωτικά συμφωνητικά, που υπογράφηκαν μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας) και των αναιρεσιβλήτων και αυτής (αναιρεσείουσας) και του I.
R., 2) τα υπ' αριθ. …, … και …/2009 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών έκδοσης των αναιρερσιβλήτων το πρώτο και τρίτο και του μη διαδίκου I. R. το δεύτερο και 3) τις με ημεροχονολογία λήξης την 30-6-2011, 31-7-2011, 31-8-2011, 30-9-2011, 31-10-2011 και 30-11-2011 έξι συναλλαγματικές έκδοσης και αποδοχής αυτής (αναιρεσείουσας) και αξίας 5.000 ευρώ καθεμία, που εκδόθηκαν και έγιναν αποδεκτές από την τελευταία χάριν καταβολής της οφειλόμενης στους αναιρεσίβλητους από τις μεταξύ των διαδίκων συναφθείσες με τα ως άνω από 15-7-2009 συμφωνητικά συμβάσεις έργου αμοιβής αυτών.
Από τα παραπάνω όμως αναφερόμενα, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα από τη μη αντίκρουση από το Εφετείο των προαναφερομένων εγγράφων, δεδομένου ότι από το όλο περιεχόμενο και το σύνολο των σαφών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η μόνη (και τελευταία) καταρτισθείσα σύμβαση έργου μεταξύ των διαδίκων είναι η ένδικη από Ιανουαρίου 2009 προφορική συμφωνία μεταξύ τους, συνάγεται ότι θεωρούνται απ' αυτήν (απόφαση) τα εν λόγω έγγραφα ως μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα.
Περαιτέρω, με τον ίδιο (τρίτο) λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση 10 του άρθρου 599 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το προκύπτον από την ως άνω επιμέτρηση των εργασιών οφειλόμενο στους αναιρεσιβλήτους χρηματικό ποσό αφορά την ένδικη από Ιανουαρίου 2009 σύμβαση έργου, χωρίς όμως να προκύπτει τούτο από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει και του ότι η αναφερόμενη τεχνική πραγματογνωμοσύνη στην οποία στηρίχθηκε, διατάχθηκε για την απόδειξη άλλων γεγονότων και συγκεκριμένα για την απόδειξη της ποσότητας του συνόλου των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν από τους αναιρεσίβλητους και το μη διάδικο I.
R. στον περιβάλλοντα χώρο του ξενοδοχειακού συγκροτήματος αυτής (αναιρεσείουσας). Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (τρίτος) κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αναφερομένων σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα, που εκείνοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, καθώς και την υπ' αριθ.
…/2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ., η οποία διατάχθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας για την απόδειξη της εκτέλεσης των επικαλουμένων με την ένδικη αγωγή εργασιών, κατά την οποία αυτές περιλαμβάνονται στο σύνολο των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν από τους αναιρεσίβλητους και από το μη διάδικο I.
R. και ως εκ τούτου αυτή (πραγματογνωμοσύνη) αφορούσε τη συγκεκριμένη υπόθεση και δεν διατάχθηκε για άλλα γεγονότα.
VI. Με τον πέμπτο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 11β' (κατ' εκτίμηση ) και όχι 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν και ειδικότερα δέχθηκε ότι τα επιδικασθέντα για καθένα των αναιρεσιβλήτων ως οφειλόμενη αμοιβή χρηματικά ποσά από 59.167,55 ευρώ ορθά επιδικάστηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το νόμιμο τόκο υπερημερίας στο σύνολό τους, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος ποσοστού (19%) του ΦΠΑ, ήτοι 6.213,68 ευρώ υπέρ καθενός των αναιρεσιβλήτων, αφού "αποτέλεσε μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής των αναιρεσιβλήτων και περιλαμβανόταν κατά τα επιμέρους ποσά στα εκδοθέντα απ' αυτούς τιμολόγια παροχής υπηρεσιών", παρά το ότι οι τελευταίοι με τις προτάσεις τους στο Εφετείο δεν προσκόμισαν ούτε επικαλέστηκαν τα εκδοθέντα απ' αυτούς για τις ένδικες απαιτήσεις τιμολόγια παροχής υπηρεσιών.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού τα ως άνω έγγραφα (τιμολόγια) επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα με τις προτάσεις της στο Εφετείο η αναιρεσείουσα (βλ. σελίδα 54 των από 9-10-2017 προτάσεων αυτής) και συνεπώς αυτά κατέστησαν κοινά αποδεικτικά μέσα (άρθρ. 346 ΚΠολΔ) και νομίμως λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την απόδειξη των ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων (εφεσιβλήτων).
Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε'του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-12-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Θ. Τ. Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 194/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ