245/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated245/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω κατά το άρθρο 7 του ν.3919/2011 που σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 αυτού αρχίζει να ισχύει από 3.7.2011, η αμοιβή των μηχανικών, για την μελέτη των έργων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 696/1974 (ΦΕΚ 301 Α'), καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων. Οι προβλεπόμενες στο προεδρικό διάταγμα τούτο ως υποχρεωτικώς ελάχιστες αμοιβές παύουν εφεξής να ισχύουν με αυτόν το χαρακτήρα. 5.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 245 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 245/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ξενοδοχειακής Εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ EL GRECO Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κάντζιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Βλαχογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 168/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 167/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-2-2018 αίτησή της και τους από 4-10-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Υπόκεινται προς κρίση η από 15-2-2018 αίτηση αναιρέσεως και οι από 4-10-2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της 167/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 249), να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους. 2.
Η σύμβαση, δια της οποίας ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, φέρει τον χαρακτήρα της συμβάσεως έργου. Συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, ο μηχανικός υπέχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε εργοδότης να καταβάλει την συμφωνηθείσα αμοιβή, την είσπραξη της οποίας δύναται να επιδιώξει δικαστικώς και το Τεχνικό Επιμελητήριο συμφώνως προς την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 2726/1953, προστεθείσα δια του άρθρου 15 παρ. 3 Ν. 2308/1995 ".
Η αμοιβή του μηχανικού δεν δύναται να υπολείπεται των υποχρεωτικώς εφαρμοζομένων σχετικώς κατωτάτων ορίων, τα οποία καθορίζονται δια των διατάξεων του Π.Δ. 696/1974 "περί αμοιβών μηχανικών δια σύνταξιν μελετών, επίβλεψιν, παραλαβήν κλπ συγκοινωνιακών, υδραυλικών και κτηριακών έργων, ως και τοπογραφικών κτηματογραφικών και χαρτογραφικών εργασιών και σχετικών τεχνικών προδιαγραφών μελετών", εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 59 του από 17ης Ιουλίου 1923 Ν.Δ. "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών", ως έχει τροποποιηθεί δια του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 2726/1953.
Εξάλλου, από τη διάταξη της § 1 του άρθρου μόνου του ανωτέρω ν.δ. 2.726/1953, ενόψει και του επιδιωκόμενου με αυτή, κατά τα εκτιθέμενα στην εισηγητική έκθεση του νόμου, σκοπού της αποτροπής της καταστρατηγήσεως, με ιδιαίτερη συμφωνία πελάτη και μηχανικού, των ελάχιστων ορίων αμοιβής και της αποφυγής του αθέμιτου ανταγωνισμού προς βλάβη της επαγγελματικής στάθμης των μηχανικών και της ποιότητας των μελετών και των έργων, προκύπτει ότι, αν η αμοιβή δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμον ελάχιστης, ο μηχανικός δικαιούται να λάβει την αμοιβή που καθορίζεται από τις διατάξεις αυτού (ΑΠ 1146/2012).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1 και 6 του ως άνω Π.Δ., όπως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 2 Π.Δ. 515/1989, αντιστοίχως, "Η αμοιβή Α για την εκπόνηση των μελετών των αναφερομένων στο άρθρ. 1 κατηγοριών έργων και εργασιών καθορίζεται κατά τμήματα και κεφάλαια του παρόντος με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:
α. Σε ποσοστά επί τοις εκατό του προϋπολογισμού (Σ) των μελετωμένων έργων που υπολογίζονται βάσει τύπου. β. Κατά μονάδα έργου (π.χ. χλμ οδού, στρέμμα επιφανείας κ.λπ.) με βάση τιμές μονάδας, γ. Κατ' αποκοπή ή ανάλογα με το χρόνο απασχόλησης. δ. Κατά ειδικό τρόπο που καθορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του παρόντος", " και "Ειδικά για την έκδοση οικοδομικών αδειών, ο προϋπολογισμός εξάγεται είτε βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού, είτε σύμφωνα με τιμές μονάδος που καθορίζονται με υπουργική απόφαση, η οποία λαμβάνει υπόψη το κόστος κατασκευής όπως εξάγεται από τον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων, (άρθρ. 41 του Νομ. 1249/1982 ΦΕΚ 43, όπως κάθε φορά ισχύει).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 7 του ν.3919/2011 που σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 αυτού αρχίζει να ισχύει από 3.7.2011, η αμοιβή των μηχανικών, για την μελέτη των έργων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 696/1974 (ΦΕΚ 301 Α'), καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων. Οι προβλεπόμενες στο προεδρικό διάταγμα τούτο ως υποχρεωτικώς ελάχιστες αμοιβές παύουν εφεξής να ισχύουν με αυτόν το χαρακτήρα. 5.
Οι αναφερόμενες στο π.δ. 696/1974 "ελάχιστες αμοιβές" ή "αμοιβές" νοούνται εφεξής ως νόμιμες αμοιβές κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ίδιου διατάγματος όπως αντικαθίσταται με την παράγραφο 8 και, πέραν της λήψεως υπόψη για τον υπολογισμό νόμιμων εισφορών και δικαιωμάτων από το Τ.Ε.Ε. κατά την προηγούμενη παράγραφο, λαμβάνονται επίσης υπόψη από τα δικαστήρια κατά την εκδίκαση διαφορών από αμοιβές μηχανικών για την παροχή εργασίας σύμφωνα με τα άρθρα 677 έως 681 του Κ.Πολ.Δ., όταν δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αυτών.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι προβλεπόμενες στο ανωτέρω πδ αμοιβές δεν ισχύουν ως κατώτατες αμοιβές, νοούνται ως νόμιμες αμοιβές και λαμβάνονται υπόψη όταν δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη γι' αυτές συμφωνία των συμβαλλομένων.
3. Με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα. Ειδικότερη εκδήλωση της ελευθερίας αυτής αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και άσκησης ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου.
Στην ελευθερία αυτή μπορεί ο νόμος να επιβάλει περιορισμούς δικαιολογουμένους από αποχρώντες λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ορίζονται γενικώς και κατά τρόπο αντικειμενικό και να τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζομένης επαγγελματικής δραστηριότητας.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (βλ. ήδη το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του 2001), οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι εν σχέσει προς αυτόν.
Ειδικότερα, όταν ο θεσπιζόμενος περιορισμός αφορά όχι απλώς την άσκηση, αλλά την πρόσβαση σε επάγγελμα προσώπων που συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει να είναι εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη η αναγκαιότητα επιβολής ενός τέτοιου εξαιρετικού περιορισμού για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το νόμο σκοπού.
Εξάλλου, προκειμένου ο δικαστής να είναι σε θέση να ελέγξει αν οι επιβαλλόμενοι στην επαγγελματική ελευθερία περιορισμοί αποβλέπουν στην ικανοποίηση συνταγματικώς θεμιτού σκοπού, πρέπει να προκύπτει ή να συνάγεται από την ίδια τη ρύθμιση, ερμηνευόμενη σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και σε συνδυασμό με τη διέπουσα την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος λοιπή νομοθεσία, ή από την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το σχετικό νόμο, ο σκοπός που επιδιώκεται με τους περιορισμούς αυτούς (ΣΤΕ. 705/2015,1070/2009).
4. Με το άρθρο 81 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ήδη άρθρο 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφεξής Σ.Λ.Ε.Ε. ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:
α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής β).." Περαιτέρω, έχει γίνει δεκτό ότι μολονότι τα άρθρα 101 και 102 Σ.Λ.Ε.Ε. ρυθμίζουν αποκλειστικά τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και δεν αφορούν τα θεσπιζόμενα από τα κράτη μέλη νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα, ωστόσο τα άρθρα αυτά σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ.3 ΣΕΕ, επιβάλλουν στα κράτη μέλη να μη θεσπίζουν ή διατηρούν σε ισχύ μέτρα δυνάμενα να εξουδετερώσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των εφαρμοστέων επί επιχειρήσεων κανόνων ανταγωνισμού.
Τούτο συμβαίνει όταν το κράτος μέλος είτε επιβάλλει ή ευνοεί τη σύναψη συμπράξεων αντίθετων προς το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ ή ενισχύει τα αποτελέσματα τέτοιων συμπράξεων είτε αφαιρεί από τη δική του κανονιστική ρύθμιση τον κρατικό της χαρακτήρα, μεταβιβάζοντας σε ιδιώτες την αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων περί παρεμβάσεως σε οικονομικά θέματα.
Υπό τα διαλαμβανόμενα οι προβλεπόμενες από το π.δ 696/1974 κατώτατες αμοιβές μηχανικών που έχουν θεσπισθεί νομοθετικά και ανήκουν στην κανονιστική εξουσία του κράτους με σκοπό την ανάγκη διατήρησης υψηλής στάθμης εκπόνησης άρτιων μελετών ικανών να διασφαλίσουν την κατασκευή υψηλής ποιότητας έργων δεν αντίκεινται στις ανωτέρω ενωσιακές διατάξεις περί ανταγωνισμού αφού δεν μπορεί να προσαφθεί ότι μ' αυτές επιβάλλεται ή ευνοείται η σύναψη από τους επαγγελματικούς συλλόγους των μηχανικών συμπράξεων είτε ακόμη ενισχύονται καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσεως αντίθετες προς το άρθρο 102 ΣΛΕΕ ή ότι ενισχύονται τα αποτελέσματα τέτοιων καταχρήσεων (πρβλΣΤΕ3154/2014,ΔΕΚ C 532- 538/2015). 5.
Με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, ως έκφραση της κατοχυρωμένης και από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος οικονομικής ελευθερίας.
Σύμφωνα με την ως άνω αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για την κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιαδήποτε περιεχόμενο επιθυμούν, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ 1519/2013, ΑΠ 1936/2008, ΑΠ 228/2007).
Επομένως, στο πλαίσιο αυτό οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καθορίσουν ως περιεχόμενο της μεταξύ αυτών σύμβασης, ρυθμίσεις από κανονιστικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, οπότε οι ρυθμίσεις αυτές καθίστανται συμβατικοί όροι της μεταξύ των μερών καταρτισθείσας σύμβασης.
6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε υπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης δεν ιδρύει το λόγο αυτό, αρκεί δε να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχτηκε ως διατακτικό.
7. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση παραδεκτώς επισκοπούμενη προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη : Ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ξενοδοχιακαί Επιχειρήσεις EL GRECO ΑΕ" συστάθηκε με το 9334/30-1-1989 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...
Γ. Μ. και καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας ... (ΦΕΚ 303/17-2-1989) με σκοπό την εκμετάλλευση της ξενοδοχειακής επιχείρησης που λειτουργεί στην επί της οδού ... αρ.8 στα ... ευρισκόμενη οικοδομή τεσσάρων ορόφων με ισόγειο, με το διακριτικό τίτλο Ελ Γκρέκο. Ότι κατά μήνα Ιούλιο του 2008, Δ. Γ., εκπρόσωπος της εναγόμενης εταιρείας, ως διευθύνουσα σύμβουλος και προέδρος του ΔΣ αυτής, και ο Δ.
Τ. ως μέλος του ΔΣ με την προαναφερόμενη ιδιότητα τους ο καθένας, επισκέφθηκαν στο γραφείο της στα ..., την υποκαθιστάμενη στη δίκη αυτή από το ενάγον εδώ αναιρεσίβλητο TEE και μέλος αυτού Χ. Κ., αρχιτέκτονα μηχανικό και μετά από συμφωνία τους, της ανέθεσαν το έργο της εκπόνησης μελέτης και την εκτέλεση όλων των απαιτούμενων εργασιών για την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας, με σκοπό την αναβάθμιση της ξενοδοχειακής επιχείρησης της εναγομένης εταιρείας από ξενοδοχείο κλασσικού τύπου δύο αστέρων σε ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων.
Ότι η αμοιβή για το έργο αυτό συμφωνήθηκε να είναι η νόμιμη, όπως αυτή θα προέκυπτε με βάση τον προϋπολογισμό του έργου. Ότι η ως άνω υποκαθιστάμενη μηχανικός άρχισε αμέσως τις εργασίες για την εκτέλεση του έργου που της ανατέθηκε. Ότι αυτή, ειδικότερα, αποτύπωσε την υπάρχουσα κατάσταση της οικοδομής και τροποποίησε τις κατόψεις όλων των ορόφων, του ισογείου, καθώς και του υπογείου, τροποποίησε όλες τις εσωτερικές διαρρυθμίσεις και αναμόρφωσε τις όψεις του ξενοδοχείου, έτσι ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τους σχετικούς νόμους για την αναβάθμιση του υπάρχοντος ξενοδοχείου σε ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων και συνέταξε τα τεύχη δημοπράτησης.
Ότι, περαιτέρω, αυτή σχεδίασε και εκπόνησε όλες τις κατόψεις του κτιρίου και το διάγραμμα κάλυψης αυτού, προέβη, επίσης στη σύνταξη της από 13-11-2008 τεχνικής έκθεσης, στην οποία αναφέρονται λεπτομερώς τα υλικά και ο τρόπος κατασκευής του έργου, οι εγκαταστάσεις του νέου ξενοδοχείου και αναλυτικά η τεχνική περιγραφή όλων των προβλεπόμενων εργασιών (κατεδαφίσεις και κατασκευές) για κάθε επί μέρους χώρο του ξενοδοχείου.
Ότι αυτή ολοκλήρωσε το έργο που της ανατέθηκε, το οποίο εγκρίθηκε από τους εναγόμενους, όσον αφορά δε τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων με την προαναφερθείσα ιδιότητα τους, (δεύτερη διευθύνουσα σύμβουλος-πρόεδρος διοικητικού και λοιποί μέλη ΔΣ της εναγόμενης εταιρείας) υπέβαλε το σχετικό φάκελο με όλα τα σχέδια και τα απαραίτητα έγγραφα στην Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού Ηπείρου του EOT του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης προκειμένου το έργο να υπαχθεί, μέσα στις σχετικές προθεσμίες, στις ευεργετικές διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου.
Ότι η Υπηρεσία αυτή, μετά από έλεγχο του σχετικού φακέλου που της προσκομίστηκε, με το 2477/24-11-2008 έγγραφο της ενέκρινε τα τροποποιητικά σχέδια για την αναβάθμιση του ξενοδοχείου κλασσικού τύπου από δύο σε τέσσερα αστέρια, με νέα δυναμικότητα 32 δωματίων (4 μονόκλινα, 13 δίκλινα, 10 τρίκλινα δωμάτια και 5 σουίτες) και 74 κλινών.
Ότι μετά την έγκριση αυτή, οι εναγόμενοι παρέλαβαν όλα τα σχέδια και τα σχετικά έγγραφα του φακέλου, όπως αυτός είχε εγκριθεί, προκειμένου να τα υποβάλουν στην Περιφέρεια Ηπείρου για την ένταξη του έργου στον αναπτυξιακό νόμο, ενώ στη συνέχεια έπρεπε να υποβληθεί ο φάκελος στην αρμόδια Πολεοδομία του Δήμου Ιωαννιτών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας.
Ότι η υποβολή, στην εν λόγω Υπηρεσία του Δήμου προϋπέθετε την καταβολή της αμοιβής της υποκαθιστάμενης μηχανικού σε σχετικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας, αφού η έκδοση οικοδομικής άδειας προϋποθέτει την προσκόμιση του διπλοτύπου της τράπεζας, από το οποίο θα αποδεικνύεται η καταβολή της αμοιβής της μηχανικού και οι κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων και του ενάγοντος ΤΕΕ.
Ότι οι εναγόμενοι, παρά το γεγονός ότι η υποκαθιστάμενη μηχανικός Χ. Κ. εκτέλεσε κανονικά το έργο το οποίο της ανατέθηκε, το οποίο μάλιστα ενέκριναν, όπως (ενέκριναν) και τον συνταχθέντα από αυτήν αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, ο οποίος ανήλθε στο συνολικό ποσό των 480.000 ευρώ, αρνήθηκαν να της καταβάλουν τη συμφωνηθείσα νόμιμη αμοιβή ποσού 29.438,40 ευρώ εξαγόμενη με βάση τον ανωτέρω αναλυτικό προϋπολογισμό κατά τις διατάξεις του πδ 696/1974.
Ότι η ένδικη σύμβαση έργου καταρτίστηκε με την εναγόμενη εταιρεία όπως εκπροσωπήθηκε από την διευθύνουσα σύμβουλο αυτής. Με βάση τις παραδοχές αυτές και την παράθεση διαφόρων επιχειρημάτων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση του εδώ αναιρεσίβλητου TEE, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη, δίκασε εκ νέου την αγωγή, απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσία για τους εναγόμενους φυσικά πρόσωπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνουσα σύμβουλο της εναγομένης εταιρείας (μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη) και δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσία ως προς την εναγόμενη εταιρεία, εδώ αναιρεσείουσα. 8.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εφόσον δέχθηκε ότι μεταξύ της υποκαθιστάμενης από το αναιρεσίβλητο TEE μηχανικού και της αναιρεσείουσας εταιρείας καταρτίστηκε σύμβαση εκπόνησης του ένδικου έργου έναντι της νόμιμης αμοιβής της μηχανικού με βάση τον προϋπολογισμό (αναλυτικό) του έργου και στη συνέχεια εξήγαγε το κατά τη συμφωνία ποσό με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό κατά τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, ως συμβατικών όρων ήτοι το πδ 696/1974 όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν.3919/2011 και κατέληξε ότι οφείλεται η με τον τρόπο αυτό εξαγόμενη ως συμφωνημένη αμοιβή ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 361, 686 ΑΚ και τις διατάξεις του πδ 696/1974, τούτο διότι οι πραγματικές παραδοχές επάγονται την υποχρέωση καταβολής της εξαγόμενης κατά τα ανωτέρω αμοιβής.
Εξάλλου, οι διατάξεις του πδ 696/1974, όπως ίσχυαν κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο πριν την τροποποίηση με το άρθρο 7 του ν.3919/2011 που κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά αποτέλεσαν περιεχόμενο της ανωτέρω συμφωνίας για συμφωνημένη νόμιμη αμοιβή με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το πδ 515/1989 (άρθρ. 1 παρ.1,2 παρ.1,2,4,3 παρ.1,6,4 παρ.2,82 παρ.1 και 2,83 παρ.1 και 2,87 παρ.2,88 παρ.1 και 100 παρ.1 και 2) και του άρθρου μόνου του νδ 2726/1953 όπως ίσχυαν κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο κατάρτισης και λειτουργίας της ένδικης σύμβασης έργου με τις οποίες καθορίζονται κατώτατα όρια αποζημιώσεων για την εκπόνηση μελετών μηχανικών δεν είναι ανίσχυρες ως αντίθετες προς τις διατάξεις του Συντάγματος άρθρα 4 παρ1, (αρχή της ισότητας) 5 παρ.1 (αρχή επαγγελματικής ελευθερίας) και 25 παρ. 1,2 (αρχή αναλογικότητας) τούτο διότι, με τον προβλεπόμενο περιορισμό από τις ανωτέρω διατάξεις δεν παραβιάζεται α) η αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) που αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες και αποκλείει τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων, που δεν βρίσκει έρεισμα εφαρμογής στην ένδικη περίσταση β)η αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος), με την οποία κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η ελευθερία επιλογής και άσκησης ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου, καθόσον ο επιδιωκόμενος από τη διάταξη του άρθρου μόνου του ν.δ. 2726/1953, κατά τα εκτιθέμενα στην εισηγητική έκθεση αυτού σκοπός εξυπηρέτησης επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος που συνίσταται στην ανάγκη διατήρησης υψηλής στάθμης εκπόνησης άρτιων μελετών ικανών να διασφαλίσουν την κατασκευή υψηλής ποιότητας έργων είναι ικανός να διασφαλίσει τη θέσπιση των ανωτέρω περιορισμών ενώ δεν θίγεται ο πυρήνας του κατοχυρωμένου δικαιώματος επαγγελματικής ελευθερίας, αφού δεν τίθεται περιορισμός στην επιλογή και πρόσβαση στο επάγγελμα του μηχανικού ούτε εν γένει στην άσκηση αυτού ούτε η ελευθερία των συμβάσεων, γ)η αρχή της αναλογικότητας εφόσον ο περιορισμός αυτός, ο οποίος δικαιολογείται κατά τα προαναφερόμενα από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, είναι πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού και από απόψεως εντάσεως της επεμβάσεως στη σφαίρα της οικονομικής ελευθερίας, τελεί σε εύλογη αναλογία προς τη σπουδαιότητα του επιδιωκόμενου να εξυπηρετηθεί λόγου δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ1222/2019).
Περαιτέρω, οι ίδιες διατάξεις δεν είναι ασύμβατες 1)με τα άρθρα 101 της ΣΛΕΕ αφού δεν μπορεί να προσαφθεί ότι μ' αυτές επιβάλλεται ή ευνοείται η σύναψη από τους επαγγελματικούς συλλόγους των μηχανικών συμπράξεων ή ότι ενισχύονται καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης αντίθετες προς το άρθρο 102 ΣΛΕΕ σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω με αρ.4. 2)με τα άρθρα 49 και 56 της ΣΛΕΕ τα οποία εγγυώνται την ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, αντιστοίχως, τα οποία δεν εφαρμόζονται σε δραστηριότητες που δεν έχουν κανένα συνδετικό κρίκο με οποιαδήποτε από τις καταστάσεις που προβλέπει το ενωσιακό δίκαιο και της οποίας όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός κράτους - μέλους, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣΤΕ1601/2019 σκ.38,3154/2014) 3) τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1,2 περ.ζ και 3β,γ της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου "Σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά" της 12ης Δεκεμβρίου 2006, η προθεσμία μεταφοράς της οποίας παρήλθε την 28η Δεκεμβρίου 2009 (άρθρο 44 της ως άνω Οδηγίας) και ενσωματώθηκε στην εθνική έννομη τάξη με το ν. 3844/2010 (ΕτΚ Α', φ. 63/3.5.2010) που δεν είχε άμεση εφαρμογή κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο της ένδικης σύμβασης έργου τουλάχιστον ως προς τις υποχρεωτικές ελάχιστες τιμές, δεδομένου ότι στην παρ. 1 του άρθρου 15 της Οδηγίας προβλέπεται διακριτική ευχέρεια του κράτους να διατηρήσει ρυθμίσεις εφόσον προηγουμένως τις αξιολογήσει σε σχέση με τις προϋποθέσεις που θέτει η παρ.3 του ίδιου άρθρου (μη εισαγωγή διακρίσεων, αναγκαιότητα, αναλογικότητα), ενώ άλλωστε οι ρυθμίσεις αυτές δικαιολογούνται κατά τα προαναφερόμενα από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
9. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 403/2017, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 470/2018, ΑΠ 403/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη την ανωμοτί κατάθεση της Χ. Κ. και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, σχημάτισε την κρίση του ότι για την παροχή των υπηρεσιών της υποκαθιστάμενης μηχανικού συμφωνήθηκε η αμοιβή να είναι η νόμιμη, όπως αυτή θα προέκυπτε με βάση τον προϋπολογισμό του έργου και στη συνέχεια εξήγαγε αυτή με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου κατά το πδ 696/1974 στο ποσό των 29.438,40 ευρώ.
Επομένως, οι λόγοι, δεύτερος της αιτήσεως από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τέταρτος πρόσθετος λόγος αυτής, κατά το μέρος που με τον τελευταίο αποδίδεται η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, και οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι στα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα το Εφετείο κατέληξε χωρίς απόδειξη, πέραν του ότι πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι αβάσιμοι.
10. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Συνεπώς δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου.(ΟλΑΠ 3/1997). Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, υπό την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς της ότι οι ένδικες αξιώσεις δεν στηρίζονται σε γραπτή ή προφορική συμφωνία, ότι έχουν εξαχθεί με βάση την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή επί του προϋπολογισμού του έργου χωρίς να συνδέονται με το κόστος παροχής των υπηρεσιών ή τη βαρύτητα και σπουδαιότητα αυτών ή τη διάρκειά της και είναι αντίθετες με τις συνταγματικές και ενωσιακές αρχές της ελευθερίας των συμβάσεων, του ελεύθερου ανταγωνισμού και της αναλογικότητας, άρθρο 15 παρ.2 περ.ζ' και παρ.3 περ.β',γ' της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006 που μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με το ν.3844/2010, 20 παρ.1, 25 παρ.1 του Συντάγματος, άρθρο 1 του Πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 6 παρ.1 ΕΣΔΑ,14 παρ.1 του ΔΣΑΠΔ του ΟΗΕ (ν.2462/1997) και άρθρο 47 του ΧΘΔ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί, αρνητικοί των αγωγικών ισχυρισμών με παράθεση νομικών επιχειρημάτων, που κατατείνουν στο να γίνουν δεκτοί αυτοί και η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα εκδοχή, ότι οι διατάξεις του πδ 696/1974 είναι ανίσχυρες ως αντίθετες στις επικαλούμενες συνταγματικές και λοιπές διατάξεις και μη εφαρμοστέες και ως εκ τούτου η υποκαθιστάμενη μηχανικός δεν δικαιούται της ένδικης αμοιβής, όπως αυτή υπολογίστηκε με την προσβαλλόμενη, δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, τούτο διότι κατά τα προαναφερόμενα αυτοί δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως ο πρώτος πρόσθετος λόγος είναι απαράδεκτος.
11. Σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσεως ενοχικών δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α' 256), "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Οι δύο τελευταίες διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν περιπτώσεις επεμβάσεως στο δικαίωμα της αδιατάρακτης χρήσεως και καρπώσεως της περιουσίας, πρέπει να ερμηνεύονται εν όψει του γενικού κανόνα ο οποίος διατυπώνεται στην πρώτη διάταξη.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση επεμβάσεως στην περιουσία ενός προσώπου, πρέπει να εξασφαλίζεται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου αφ' ενός, και των απαιτήσεων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου αφ' ετέρου. (ΣΤΕ 1601/2019). Με τους πρόσθετους λόγους της αιτήσεως, τρίτο και πέμπτο, προβάλλεται ότι οι ρυθμίσεις του πδ 696/1974, με τις οποίες προβλέπεται υποχρεωτικός νομοθετικός καθορισμός της αμοιβής μηχανικού με βάση τον προϋπολογισμό (αναλυτικό) του έργου και μαθηματικό τύπο, χωρίς δυνατότητα συμβατικού καθορισμού της αμοιβής και διαπραγμάτευσης του ύψους αυτής και ακόμη, χωρίς δυνατότητα απόδειξης ή ανταπόδειξης του πραγματικού ύψους αυτής εκ μέρους της, αποτελεί δυσανάλογο βάρος στην περιουσία της και συνεπώς αντίκεινται στο άρθρο 1 του κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 (Α' 256) Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), 5 παρ. 1,25,17 του Συντάγματος και το άρθρο 17 (δικαίωμα ιδιοκτησίας) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (ν.3671/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση ο καθορισμός της αμοιβής της μηχανικού για την έκδοση οικοδομικής άδειας αναβάθμισης ξενοδοχειακής επιχείρησης με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου και μαθηματικό τύπο όπως ορίζεται από τις διατάξεις του πδ 696/1974, που έχει τεθεί με αντικειμενικά κριτήρια κατά τρόπο γενικό, συνιστούν ρυθμίσεις πρόσφορες για την επίτευξη των συγκεκριμένων σκοπών γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου ήτοι εξασφάλισης υψηλής ποιότητας των υπηρεσιών σχεδιασμού, κατασκευής υψηλής ποιότητας έργων που έχουν ήδη αναφερθεί και δεν μπορούν να θεωρηθούν δυσανάλογες ή εξαιρετικά επαχθείς, με συνέπεια να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του περιορισμού του περιουσιακού δικαιώματος και εξυπηρετούμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος της κατασκευής υψηλής ποιότητας οικοδομικών έργων και της συνεπαγόμενης προστασίας των ιδιωτών, ούτε μπορεί να προσαφθεί ότι οι περιορισμοί από τις ρυθμίσεις αυτές είναι τέτοιας εκτάσεως, ώστε να θίγεται ο πυρήνας της αξιώσεως καθώς και η ελευθερία των συναλλαγών. (ΣτΕ 1793/2017)..Εξάλλου απαραδέκτως προβάλλεται ότι αυτές είναι αντίθετες προς τα άρθρα 4 και 5 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης διότι οι τελευταίες αυτές διατάξεις καθορίζουν το γενικό πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής κρατών μελών και της ένωσης, έχουν κατευθυντήριο χαρακτήρα και δεν γεννούν δικαιώματα ιδιωτών, δεκτικά επίκλησης ενώπιον εθνικών δικαστηρίων (ΣΤΕολ.2314/2018 σκ.22., ΣΤΕ3299/2014 σκ.21).
Συνεπώς, οι πρόσθετοι λόγοι, τρίτος και πέμπτος, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Επίσης, ενόψει του ότι οι ανωτέρω με το πδ 696/1974 διατάξεις περί καθορισμού αμοιβής μηχανικών για την έκδοση οικοδομικών αδειών με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου συνιστούν ουσιαστικού δικαίου διατάξεις δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α και 2 παρ. 3 περ. α', β' και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης, (πρβλ ΣΤΕ2123/2019).
Συνεπώς και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται η από τον ίδιο αριθμό αναιρετική πλημμέλεια είναι απαράδεκτος. 12. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση του δικαστηρίου για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 134/2013).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 89/2013).
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".
Με το ανωτέρω άρθρο καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα. (ολΑΠ2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης παραδεκτώς επισκοπούμενα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ότι μεταξύ της μηχανικού και της αναιρεσείουσας εταιρείας για την παροχή των υπηρεσιών της πρώτης για την έκδοση οικοδομικής άδειας συμφωνήθηκε η αμοιβή να είναι η νόμιμη, όπως αυτή θα προέκυπτε με βάση τον προϋπολογισμό του έργου και στη συνέχεια εξήγαγε αυτή με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου κατά το πδ 696/1974 στο ποσό των 29.438,40 ευρώ ως συμφωνημένης αμοιβής, και απέρριψε εμμέσως τους προταθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας για αντίθεση των διατάξεων του πδ στις ανωτέρω αναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, για ασυμβατότητα προς διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, τούτο διότι με αυτή ελέγχεται παραβίαση σε σχέση με την ελάσσονα πρόταση περίπτωση που δεν συντρέχει..
Ακόμη με την έμμεση απόρριψη των ανωτέρω ισχυρισμών δεν παραβιάζεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη αφού τυχόν πλημμέλεια της απόφασης ελέγχεται από τα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ μέσα (ΕΣΔΑ άρθρο 6 παρ.1). Ως εκ τούτου και οι συναφείς με το ανωτέρω πραγματικό αιτιάσεις περί παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων καθώς και των διατάξεων του άρθρων 20 παρ.1 Συντάγματος, 13 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής) 14 παρ.1 του ΔΣΑΠΔ του ΟΗΕ (Ν.2462/1997) και 47 του Χθδ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ν.3671/2008) δεν συντρέχουν.
Συνεπώς, ο πρόσθετος δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος.
13. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-2-2018 αίτηση αναιρέσεως και από 4-10-2018 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 167/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .... -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., την 28η Ιουνίου 2019. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., την 27η Φεβρουαρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ