245/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 245 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 245/2016
Legislator headnote
AI generated245/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 245 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 245/2016
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 245 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 245/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", έτσι όπως αυτή μετονομάσθηκε σε "..." και το διακριτικό τίτλο ",....", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Τσίρκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 341/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-3-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 16-10-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Βασιλείου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 16-02-2015 αίτηση-κλήση της αναιρεσίβλητης, επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 05-03-2014 αίτηση του αναιρεσείοντος Θ. Σ. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 341/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, για την οποία ορίσθηκε αρχική δικάσιμος η 27-10-2014 και μετά από αναβολή εκ του πινακίου η 12-01-2015, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε. Όπως δε προκύπτει από την υπ` αριθμ. .../27-04-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πρέβεζας Γ. Α. Ε., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, ακριβές αντίγραφο της ως άνω αίτησης-κλήσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (23-11-2015), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής. Ο αναιρεσείων όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως η συζήτηση της υποθέσεως να προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α` και γ` Κ.Πολ.Δ.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 341/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 637-646 ΚΠολΔ, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 58/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία, είχε απορριφθεί η ανακοπή του κατά της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της ανακοπής, δέχτηκε αυτήν μερικώς.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ιδίου κώδικα, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσής του κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, διότι έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση. Μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των τυχόν, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την ανακοπή του, ζήτησε την ακύρωση της ένδικης διαταγής πληρωμής, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, μερική εξόφληση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, με την καταβολή σ' αυτήν ποσού 15.000 ευρώ, στις 14/10/08 (χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής), με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται σε 78.068,09 ευρώ και όχι σε 93.068,09, ζήτησε δε να γίνει δεκτή η ένσταση μερικής εξοφλήσεως, που έλαβε χώρα με την παραπάνω καταβολή. Ούτε με την ανακοπή του, ούτε με πρόσθετο λόγο αυτής επικαλέστηκε άλλες καταβολές, που να στοιχειοθετούν περαιτέρω εξόφληση της οφειλής του. Για πρώτη δε φορά, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της εφέσεώς του, επικαλέστηκε και άλλες καταβολές (σε χρόνους προγενέστερους εκείνου της διαταγής πληρωμής), συνολικού ποσού 68.000 ευρώ, που αναφέρονται στην από 18/6/13 λογιστική έκθεση του λογιστή-φοροτεχνικού Ν. Δ., με βάση τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν οφείλει τίποτα και κακώς εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Όμως, εφόσον δεν ασκήθηκε σχετικός λόγος ανακοπής, σαφής και ορισμένος, κατά τα ανωτέρω, ο περιεχόμενος σε πρόσθετο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος ως άνω ισχυρισμός του ήταν απαράδεκτος. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον απέρριψε, ως απαράδεκτο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Σημειώνεται, επίσης, ότι οι διαλαμβανόμενοι στον ως άνω λόγο ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή με τον πρόσθετο λόγο της εφέσεώς του δεν πρόβαλε νέο ισχυρισμό, αλλά νέα αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη ισχυρισμού του που προτάθηκε πρωτοδίκως, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την ανακοπή του είχε προτείνει, κατά παραδεκτό τρόπο, περιστατικά, που να στοιχειοθετούν ένσταση πλήρους εξοφλήσεως. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται, ωσαύτως, στη αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο ενώ απέρριψε, ως απαράδεκτο, τον πρώτο πρόσθετο λόγο της εφέσεως, στη συνέχεια κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης έλαβε υπόψη του τα σχετικά περιστατικά. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Μεταξύ του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) και της εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης) συνήφθη η από 4-12-2007 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, διάρκειας πέντε ετών, στα πλαίσια της οποίας συμφωνήθηκε η λειτουργία πρατηρίου υγρών καυσίμων του εκκαλούντος στο Κανάλι Πρέβεζας υπό τα εμπορικά σήματα και διακριτικά χρώματα της εφεσίβλητης, με σκοπό τη μεταπώληση στο καταναλωτικό κοινό υγρών καυσίμων, ορυκτελαίων, λιπαντικών και λοιπών προϊόντων, που θα προμηθευόταν ο πρώτος από τη δεύτερη. Με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε η εγκατάσταση στο πρατήριο του εκκαλούντος εξοπλισμού ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης, καθώς και η εκτέλεση εργασιών από την τελευταία για την καλύτερη λειτουργία του πρατηρίου, συνολικής δαπάνης 5.808,14 ευρώ. Συμφωνήθηκε δε συγχρόνως ότι ο εκκαλών θα ενταχθεί στο σύστημα συντήρησης του ανωτέρω εξοπλισμού και ότι η εφεσίβλητη θα τον επιβάρυνε ανά τρίμηνο με την ανάλογη δαπάνη για την ένταξή του στο εν λόγω σύστημα. Συμφωνήθηκε, επίσης, με την πιο πάνω σύμβαση και ειδικότερα με το άρθρο 7 αυτής ότι ο εκκαλών θα λάβει από την εφεσίβλητη εμπορευματική πίστωση ύψους 68.000 ευρώ, το ποσό δε αυτό ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει σε πέντε ισόποσες ετήσιες άτοκες δόσεις, ποσού 13.600 ευρώ η κάθε μία. Για τη διευκόλυνση δε της αποπληρωμής των δόσεων αυτών ο εκκαλών αποδέχθηκε την ίδια ημέρα υπογραφής της πιο πάνω σύμβασης, ήτοι στις 4-12-2007, πέντε συναλλαγματικές, ποσού 13.600 ευρώ η κάθε μία και λήξης 31-12-2008 η πρώτη, 31-12-2009 η δεύτερη, 31-12-2010 η τρίτη, 31-12-2011 η τέταρτη και 4- 12-2012 η πέμπτη. Τέλος, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων με την ανωτέρω σύμβαση και ειδικότερα με τον άρθρο 14 αυτής ότι σε περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης, όλες οι οφειλές του εκκαλούντος θα καθίστανται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, επί πλέον δε ο ίδιος θα υποχρεούταν να καταβάλει στην εφεσίβλητη το ποσό των 5.808,14 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν κατά τα προαναφερθέντα το κόστος εργασιών στο πρατήριο του εκκαλούντος. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το πρατήριο υγρών καυσίμων δεν ήταν της ιδιοκτησίας του εκκαλούντος, αλλά αυτός το είχε μισθώσει με το από 1-11-2007 ιδιωτικό μισθωτήριο συμφωνητικό από την ιδιοκτήτρια αυτού Π. Ρ. του Γ., με έναρξη της μίσθωσης την 1-11-2007 και λήξη την 1- 11-2013. Ο εκκαλών δηλαδή είχε εγκατασταθεί στο πρατήριο από την 1-11 - 2007, από δε την 3-11-2007 είχε αρχίσει η συνεργασία του με την εφεσίβλητη, καθώς από τότε είχε αρχίσει να παραλαμβάνει καύσιμα και λοιπά προϊόντα απ' αυτήν, όπως ομολογεί και ο ίδιος τόσο στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης..., όσο και στην εξώδικη καταγγελία του, που θα αναφερθεί παρακάτω, ασχέτως αν η σύμβαση που προαναφέρθηκε, καταρτίστηκε την 4-12-2007. Και ενώ η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων λειτουργούσε κανονικά και όπως είχε συμφωνηθεί, δηλαδή με την προμήθεια από την εφεσίβλητη προς τον εκκαλούντα υγρών καυσίμων και άλλων προϊόντων και τη μεταπώληση αυτών στο καταναλωτικό κοινό, ο εκκαλών με την από 27-11-2008 εξώδικη καταγγελία του, που κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητη την 2-12-2008, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση. Μετά τη καταγγελία αυτή, με βάση την από 6-2-2009 αίτηση της εφεσίβλητης εκδόθηκε η 32/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία διατάχθηκε ο εκκαλών να καταβάλει στην εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των 93.068,09 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Η διαταγή αυτή πληρωμής εκδόθηκε με βάση πέντε τραπεζικές επιταγές, τις οποίες είχε εκδώσει ο εκκαλών στην Πρέβεζα σε διαταγή της εφεσίβλητης. Ειδικότερα, η πρώτη με αριθμό ... και ποσού 39.303,87 ευρώ, εκδόθηκε στις 10-9-2008, η δεύτερη με αριθμό ..., ποσού 11.202,60 ευρώ, εκδόθηκε στις 15-10-2008, η τρίτη με αριθμό ..., ποσού 22.561,62 ευρώ, εκδόθηκε στις 23-10-2008, η τέταρτη με αριθμό ..., ποσού 10.000 ευρώ, εκδόθηκε στις 15-11-2008 και η πέμπτη με αριθμό ..., ποσού 10.000 ευρώ, εκδόθηκε στις 30-11 - 2008. Οι επιταγές αυτές ήταν πληρωτέες από την Εθνική Τράπεζα η πρώτη, η τέταρτη και η πέμπτη και από την Τράπεζα Eurobank EFG η δεύτερη και η τρίτη. Παρά δε το γεγονός ότι εμφανίστηκαν από την εφεσίβλητη εμπρόθεσμα στις εν λόγω πληρώτριες τράπεζες και συγκεκριμένα στις 17-9-2008 η πρώτη, στις 17-10-2008 η δεύτερη, στις 27-10-2008 η τρίτη, στις 19-11-2008 η τέταρτη και στις 2-12-2008 η πέμπτη, δεν πληρώθηκαν λόγω μη ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη (εκκαλούντος), όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση στο σώμα των επιταγών αυτών. Αφορούσαν δε οι επιταγές αυτές πληρωμή καυσίμων που προμηθεύτηκε ο εκκαλών από την εφεσίβλητη στα πλαίσια της συνεργασίας τους, καθώς και χορήγηση από την εφεσίβλητη προς τον εκκαλούντα πρόσθετης εμπορευματικής πίστωσης. Ειδικότερα, η πρώτη από της πιο πάνω επιταγές, ποσού 39.303,87 ευρώ, εκδόθηκε από τον εκκαλούντα στις 10-9-2008 για την πληρωμή των υγρών καυσίμων που του πώλησε και παρέδωσε σταδιακά η εφεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από 12-8-2008 έως 29-8-2008 και για τις οποίες πωλήσεις η τελευταία εξέδωσε τα προσκομιζόμενα τιμολόγια με αριθμούς 1) ..., συνολικής αξίας 4.167,69 ευρώ, 2) ..., συνολικής αξίας 4.428,76 ευρώ, 3) ..., συνολικής αξίας 15.885,87 ευρώ, 4) ..., συνολικής αξίας 3.676,71 ευρώ, 5) ..., συνολικής αξίας 3.543,70 ευρώ και 6) ..., συνολικής αξίας 7.601,14 ευρώ. Η δεύτερη από τις πιο πάνω επιταγές, ποσού 11.202,60 ευρώ, εκδόθηκε από τον εκκαλούντα στις 15-10-2008 για την πληρωμή υγρών καυσίμων που του πώλησε και παρέδωσε σταδιακά η εφεσίβλητη και για τις οποίες πωλήσεις η τελευταία εξέδωσε τα προσκομιζόμενα τιμολόγια με αριθμούς 1) ..., συνολικής αξίας 7.658,55 ευρώ και 2) ..., συνολικής αξίας 3.544,05 ευρώ. Η τρίτη από τις πιο πάνω επιταγές, ποσού 22.561,62 ευρώ, εκδόθηκε από τον εκκαλούντα στις 23-10-2008 για την πληρωμή υγρών καυσίμων που του πώλησε και παρέδωσε η εφεσίβλητη σταδιακά και για τις οποίες πωλήσεις η τελευταία εξέδωσε τα προσκομιζόμενα τιμολόγια με αριθμούς 1) ... συνολικής αξίας 11.802,39 ευρώ, 2) ..., συνολικής αξίας 3.754,50 ευρώ και 3) ..., συνολικής αξίας 7.004,73 ευρώ. Οι δύο τελευταίες επιταγές (τέταρτη και πέμπτη), ποσού 10.000 ευρώ η κάθε μία, φέρονται ως εκδοθείσες από τον εκκαλούντα στις 15-11-2008 και στις 30-11-2008 αντίστοιχα και αφορούσαν πληρωμή από αυτόν εποχιακής πίστωσης ποσού 20.000 ευρώ, που του χορηγήθηκε από την εφεσίβλητη, επί πλέον αυτής των 68.000 ευρώ που του χορηγήθηκε αρχικά κατά τα προαναφερθέντα και η οποία πρόσθετη πίστωση συμφωνήθηκε να εξοφληθεί από τον εκκαλούντα σε δύο δόσεις των 10.000 ευρώ η κάθε μία στις 15-11-2008 και στις 30-11-2008. Η πρόσθετη αυτή εμπορευματική πίστωση χορηγήθηκε στον εκκαλούντα με την παράδοση σ' αυτόν υγρών καυσίμων με πίστωση, για τις παραδόσεις δε αυτές εκδόθηκαν τα προσκομιζόμενα τιμολόγια με αριθμούς 1) ..., συνολικής αξίας 9.911,93 ευρώ και 2) ..., συνολικής αξίας 9.641,74 ευρώ. Η αξία δηλαδή των δύο αυτών πωλήσεων ανήλθε στο συνολικό ποσό των 19.553,67 ευρώ, το δε υπόλοιπο ποσό των (20.000 - 19.553,67 =) 446,33 ευρώ πιστώθηκε στο λογαριασμό του ...... Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εφεσίβλητη εξέδωσε και παρέδωσε στον εκκαλούντα τα με αριθμούς ... και ... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αξίας 176,22 ευρώ το καθένα και συνολικής αξίας 528,66 ευρώ. Τα τιμολόγια αυτά αφορούσαν την ανά τρίμηνο επιβάρυνση του εκκαλούντος με τη δαπάνη συντήρησης του εξοπλισμού του πρατηρίου του, που του είχε παραχωρήσει η εφεσίβλητη, σύμφωνα με τα όσα συμφωνήθηκαν στην ανωτέρω σύμβαση. Το ποσό αυτό των 528,66 ευρώ δεν είχε καταβάλει ο εκκαλών στην εφεσίβλητη, παρά την έκδοση των ανωτέρω τιμολογίων. Περαιτέρω, ο εκκαλών στις 14-10-2008, πριν δηλαδή την έκδοση της πιο πάνω 32/2009 διαταγής πληρωμής, κατέβαλε στην εφεσίβλητη το ποσό των 15.000 ευρώ, καταθέτοντας το ποσό αυτό με έμβασμα στον ... λογαριασμό που διατηρεί η τελευταία στην Εθνική Τράπεζα ...... όπως άλλωστε συνομολογεί και η εφεσίβλητη. Με την κατά τα ανωτέρω καταγγελία της από 4-12-2007 σύμβασης εκ μέρους του εκκαλούντος, κατέστησαν, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρο της σύμβασης αυτής, ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οι οφειλές του εκκαλούντος προς την εφεσίβλητη. Μεταξύ των οφειλών αυτών περιλαμβανόταν, εκτός από το ανωτέρω ποσό των 528,66 ευρώ, το ποσό των 5.808,14 ευρώ, που όπως προαναφέρθηκε, αφορούσε τις δαπάνες της εφεσίβλητης για τις εργασίες που εκτέλεσε στο πρατήριο του εκκαλούντος, καθώς και το ποσό των 68.000 ευρώ από την απαίτηση της για τη χορηγηθείσα στον εκκαλούντα εμπορευματική πίστωση, όπως θα εκτεθεί ειδικότερα παρακάτω. Την πιο πάνω καταβολή των 15.000 ευρώ εκ μέρους του ανακόπτοντος, η εφεσίβλητη καταλόγισε σε πλήρη εξόφληση του ποσού των 528,66 ευρώ, σε πλήρη εξόφληση του ποσού των 5.808,14 ευρώ και σε μερική εξόφληση του ποσού των 68.000 ευρώ, οπότε απέμεινε υπόλοιπο από την εμπορευματική πίστωση 59.336,80 ευρώ. Ο καταλογισμός από την εφεσίβλητη του ποσού των 15.000 ευρώ στις πιο πάνω απαιτήσεις της έγινε γιατί αυτές παρείχαν κατά την κρίση της τη μικρότερη ασφάλεια για την ίδια σε σχέση με τις απαιτήσεις της από τις πωληθείσες ποσότητες υγρών καυσίμων στον εκκαλούντα (για τις οποίες απαιτήσεις της εκδόθηκε η 32/2009 διαταγή πληρωμής), όπως άλλωστε είχε το σχετικό δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 422 εδ. β' ΑΚ, από τη στιγμή που ο εκκαλών δεν όρισε κατά την καταβολή του ποσού των 15.000 ευρώ ποιο από τα περισσότερα χρέη του ήθελε να εξοφλήσει. Επομένως, με την καταβολή αυτή των 15.000 ευρώ εκ μέρους του εκκαλούντος δεν αποσβέστηκε ούτε κατά ένα μέρος η οφειλή του από την 32/2009 διαταγή πληρωμής. Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, η εφεσίβλητη καταλόγισε το ποσό των 15.000 ευρώ που της κατέβαλε ο εκκαλών, πλην των άλλων και στο ποσό των 68.000 ευρώ, που αποτελεί τη χορηγηθείσα από αυτήν στον εκκαλούντα εμπορευματική πίστωση. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η εφεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγήσει στον εκκαλούντα εμπορευματική πίστωση ποσού 68.000 ευρώ, την οποία και πράγματι κατέβαλε σ' αυτόν. Η καταβολή αυτή έγινε με την προμήθεια στον εκκαλούντα υγρών καυσίμων αξίας 68.000 ευρώ με πίστωση και μάλιστα σε δύο φάσεις. Πιο συγκεκριμένα, η συνεργασία των διαδίκων, όπως ήδη αναφέρθηκε, άρχισε πριν ακόμα την υπογραφή της ανωτέρω από 4-12-2007 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας. Στα πλαίσια αυτά και κατά το χρονικό διάστημα από 16-11-2007 έως 24-11-2007, η εφεσίβλητη χορήγησε στον εκκαλούντα το πρώτο τμήμα της εμπορευματικής πίστωσης, προμηθεύοντάς τον με υγρά καύσιμα και λοιπά προϊόντα, για την πώληση των οποίων εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια με τις αντιστοίχως αναφερόμενες τιμές: 1) το ..., ποσού 3.362,93 ευρώ, 2) το ..., ποσού 6.820,42 ευρώ, 3) το ..., ποσού 2.917,86 ευρώ, 4) το ..., ποσού 3.577,93 ευρώ και 5) το ..., ποσού 4.398,18 ευρώ. Από το συνολικό τίμημα των πωλήσεων αυτών, ποσού 21.077,32 ευρώ, ο εκκαλών χρεώθηκε μόνο με το ποσό των 20.000 ευρώ, προκειμένου αυτό να εξοφληθεί με τις πιο πάνω αναφερόμενες συναλλαγματικές, ενώ για την πληρωμή του υπολοίπου ποσού των (21.077,32 - 20.000 =) 1.077,32 ευρώ, το οποίο αφορούσε το πιο πάνω ... τιμολόγιο, ο εκκαλών εξέδωσε με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 13-12-2007, την ... επιταγή, ποσού 1.077,32 ευρώ σε διαταγή της εφεσίβλητης, την οποία παρέλαβε η τελευταία, εκδίδοντας τη σχετική απόδειξη παραλαβής, το πρωτότυπο της οποίας παρέδωσε στον εκκαλούντα ....... Στη συνέχεια, η εφεσίβλητη χορήγησε στον εκκαλούντα το δεύτερο τμήμα της εμπορευματικής πίστωσης ποσού 48.000 ευρώ, προμηθεύοντάς τον με υγρά καύσιμα και λοιπά προϊόντα, για την πώληση των οποίων εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια με τις αντιστοίχως αναφερόμενες τιμές: ..... Το συνολικό τίμημα των πωλήσεων αυτών ανήλθε στο ποσό των 50.022,50 ευρώ. Από το ποσό αυτό ο εκκαλών χρεώθηκε μόνο το ποσό των 48.000 ευρώ προκειμένου αυτό να εξοφληθεί με τις πιο πάνω συναλλαγματικές, ενώ για την πληρωμή του υπολοίπου ποσού των (50.022,50 - 48.000 =) 2.022,50 ευρώ, το οποίο αφορούσε το πιο πάνω ... τιμολόγιο, ο εκκαλών εξέδωσε με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 16-1-2008, την ... επιταγή, ποσού 2.022,50 ευρώ σε διαταγή της εφεσίβλητης, την οποία παρέλαβε η τελευταία, εκδίδοντας τη σχετική απόδειξη παραλαβής, το πρωτότυπο της οποίας παρέδωσε στον εκκαλούντα ..... Έτσι, ο εκκαλών παρέλαβε σε μορφή υγρών καυσίμων και άλλων προϊόντων το συνολικό ποσό των (20.000 + 48.000 =) 68.000 ευρώ, που αποτελούσε την εμπορευματική πίστωση της εφεσίβλητης προς αυτόν και για την οποία αυτός υπέγραψε τις ανωτέρω αναφερόμενες πέντε συναλλαγματικές. Μάλιστα, όπως κατέθεσε η Ε. Τ. με την ένορκη βεβαίωσή της, το συνολικό ποσό των 68.000 ευρώ της εμπορευματικής πίστωσης μεταφέρθηκε από τον τρεχούμενο εμπορικό λογαριασμό του εκκαλούντος με αριθμό ... με τη λογιστική πίστωσή του, σε άλλο λογαριασμό, που δημιουργήθηκε ειδικά για την παρακολούθηση της αποπληρωμής της εμπορευματικής πίστωσης και συγκεκριμένα στο με αριθμό ..., με τη λογιστική ισόποση χρέωσή του, στον οποίο καταχωρήθηκαν με τις ανάλογες λογιστικές εγγραφές και οι πιο πάνω πέντε συναλλαγματικές των 13.600 ευρώ η κάθε μία ...... Ενόψει των ανωτέρω, η από 18-6-2013 λογιστική έκθεση του φοροτεχνικού Ν. Δ., που επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών, σύμφωνα με την οποία, από την καρτέλα της εφεσίβλητης, που αφορά τον εκκαλούντα, καθώς και από τα λοιπά στοιχεία που τη συνοδεύουν, ο τελευταίος δεν έλαβε την εμπορευματική πίστωση από την εφεσίβλητη, κρίνεται ως αναξιόπιστη". Στη συνέχεια το Εφετείο αφού εξηγεί τους λόγους για τους οποίους κρίνει αναξιόπιστη την ως άνω έκθεση, συνεχίζει: Ο εκκαλών ισχυρίζεται με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης ότι κατά τη συνεργασία του με την εφεσίβλητη, η οποία διήρκεσε από 3-11-2007 έως 31-12-2008, εξέδωσε στην αρχή αυτής 10 μεταχρονολογημένες επιταγές (εννοώντας, προφανώς, σε διαταγή της εφεσίβλητης), ποσού 20.000 ευρώ, 15.000 ευρώ, 11.000 ευρώ, 11.000 ευρώ, 11.000 ευρώ, 39.303,87 ευρώ, 11.202,60 ευρώ, 22.561,62 ευρώ, 10.000 ευρώ και 10.000 ευρώ. Ότι οι επιταγές αυτές παραδόθηκαν στην εφεσίβλητη προς εξόφληση εμπορευμάτων, καθώς και για εγγύηση της εμπορευματικής πίστωσης. Σημειωτέον ότι δεν διευκρινίζει ποιες από τις επιταγές αυτές δόθηκαν για εγγύηση και ποιες για εξόφληση εμπορευμάτων. Σημειωτέον, επίσης ότι οι πέντε τελευταίες επιταγές είναι συνολικού ποσού 93.068,09, όσο δηλαδή είναι και οι πέντε επιταγές με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπείσα 32/2009 διαταγή πληρωμής. Ότι ο ίδιος εξόφλησε τις πέντε πρώτες επιταγές συνολικού ποσού 68.000 ευρώ και συγκεκριμένα στις 3-12-2007, 3-3-2008, 31-3-2008, 21- 4-2008 και 9-5-2008 αντίστοιχα. Σημειωτέον ότι η εφεσίβλητη συνομολογεί την εξόφληση των επιταγών αυτών, ισχυρίζεται όμως ότι αφορούσαν ένα μέρος από το χρέος που έμεινε από τη συνεργασία της με τον προηγούμενο εκμεταλλευτή του πρατηρίου Δ. Ρ. και το οποίο χρέος ανέλαβε να εξοφλήσει ο εκκαλών μετά από συμφωνία του με τον Δ. Ρ.. Ότι παρά την εξόφληση των επιταγών αυτών η εφεσίβλητη δεν του χορήγησε ούτε μέρος της εμπορευματικής πίστωσης, παρά μόνο καύσιμα-εμπορεύματα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και διαμαρτυρίες του, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να καταγγείλει τη συνεργασία τους με την από 27-11-2008 εξώδικη καταγγελία του. Ισχυρίζεται, δηλαδή, ο εκκαλών ότι ενόψει της υποχρέωσης της εφεσίβλητης να του χορηγήσει εμπορευματική πίστωση ποσού 68.000 ευρώ, της έδωσε ως εγγύηση το ποσό των 68.000 ευρώ (ή ενδεχομένως το ποσό των 93.068,09 ευρώ ή άλλο ποσό, αφού όπως προεκτέθηκε, δεν διευκρινίζει το ποσό της εγγύησης) και ενώ είχε υπογράψει από τις 4-12-2007 τις ανωτέρω πέντε συναλλαγματικές των 13.600 ευρώ η κάθε μία (και συνολικού ποσού 68.000 ευρώ) προκειμένου να εξασφαλιστεί για την εφεσίβλητη η πληρωμή της εμπορευματικής πίστωσης. Και όλα αυτά χωρίς να λάβει από την εφεσίβλητη ούτε μέρος της εμπορευματικής πίστωσης. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί δεν αντέχουν σε λογική αξιολόγηση. Τούτο δε αν επί πλέον ληφθεί υπόψη ότι με την από 27-11-2007 εξώδικη καταγγελία του ο εκκαλών επικαλείται άλλους λόγους για τη λύση της συνεργασίας τους και δεν αναφέρει ούτε λέξη για μη καταβολή εκ μέρους της εφεσίβλητης της εμπορευματικής πίστωσης, όπως θα ήταν απόλυτα φυσικό, αν η τελευταία δεν του είχε χορηγήσει μέχρι τότε την εμπορευματική πίστωση. Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση μερικής εξόφλησης της εφεσίβλητης-εναγομένης, ........ δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 422 εδ. β' ΑΚ αντένσταση που πρότεινε η εναγομένη- εφεσίβλητη περί καταλογισμού του ποσού της καταβολής σε άλλο χρέος, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, ..... Αποδείχθηκε, περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ότι από τις αγορές πελατών του εκκαλούντος με τη χρήση ειδικής κάρτας που χορηγούσε σ' αυτούς η εφεσίβλητη και με βάση τις σχετικές αποδείξεις που αυτός απέστειλε στην εφεσίβλητη, έγινε εκκαθάριση στις 24-11-2008 και προέκυψε ότι ο εκκαλών δικαιούται από αυτήν το ποσό των 626,19 ευρώ. .... Επίσης, η εφεσίβλητη εξέδωσε στο όνομα του εκκαλούντος το με αριθμό ... πιστωτικό τιμολόγιο ποσού 14.971,56 ευρώ, που αφορούσε τις συμφωνηθείσες εκπτώσεις για αγορές από τον εκκαλούντα συγκεκριμένων προϊόντων της περιόδου από 4-12-2007 έως 3-12-2008. Τις απαιτήσεις του αυτές ο εκκαλών πρότεινε με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του σε συμψηφισμό έναντι της απαίτησης της εφεσίβλητης από την 32/2009 διαταγής πληρωμής. Η εφεσίβλητη συνομολόγησε πρωτοδίκως ότι οφείλει από τις πιο πάνω αιτίες στον εκκαλούντα το ποσό των (626,19 + 14.971,56 =) 15.597,75 ευρώ. Ισχυρίστηκε δε περαιτέρω ότι το ποσό αυτό των 15.597,75 ευρώ το καταλόγισε σε μερική εξόφληση της οφειλής του εκκαλούντος, η οποία απέμεινε κατά τα ανωτέρω από τη χορηγηθείσα εμπορευματική πίστωση των 68.000 ευρώ, ήτοι στο ποσό των 59.336,80 ευρώ, οπότε απέμεινε το ποσό των (59.336,80 - 15.597,75 =) 43.739,05 ευρώ, δεδομένου ότι η οφειλή αυτή παρείχε κατά τους ισχυρισμούς της μικρότερη ασφάλεια για την ίδια σε σχέση με το χρέος του εκκαλούντος από την 32/2009 διαταγή πληρωμής. Δεδομένου, όμως, ότι ο εκκαλών κατά την πρόταση της ένστασης συμψηφισμού ζήτησε να συμψηφισθεί η απαίτησή του αυτή των 15.597,75 έναντι της εφεσίβλητης με την απαίτηση της τελευταίας που απέρρεε από την 32/2009 διαταγή πληρωμής, η αντένσταση της εφεσίβλητης περί καταλογισμού με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη. Και τούτο διότι, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ παρέχει τη δυνατότητα στο δανειστή να καταλογίσει την παροχή του οφειλέτη σε εκείνο από τα περισσότερα ληξιπρόθεσμα χρέη που παρέχει γι' αυτόν τη μικρότερη ασφάλεια, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο οφειλέτης δεν όρισε κατά την καταβολή το χρέος που ήθελε να εξοφλήσει. Τέτοια, όμως, προϋπόθεση δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού ο εκκαλών πρότεινε την ένσταση συμψηφισμού έναντι της απαίτησης της εφεσίβλητης από την 32/2009 διαταγής πληρωμής κατά τα προαναφερθέντα. ...... Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο με το να απορρίψει την ένσταση συμψηφισμού ως ουσιαστικά αβάσιμη, ..... έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα της διάταξης του άρθρου 422 ΑΚ, όπως βάσιμα παραπονείται ο εκκαλών ...... Περαιτέρω ..... πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και το Δικαστήριο αυτό vα κρατήσει και δικάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι την από 19-2-2009 ανακοπή. Η ανακοπή δε αυτή πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως και ουσιαστικά βάσιμη και να ακυρωθεί κατά ένα μέρος και μάλιστα κατά το ποσό των 15.597,75 ευρώ η 32/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας". Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες: 1) από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, με την αιτίαση ότι οδηγήθηκε στις παραδοχές της, αναφορικά με τη χορήγηση στον αναιρεσείοντα από την αναιρεσίβλητη πρόσθετης εμπορευματικής πίστωσης και την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Δ. Ρ., χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφόσον ούτε από το από 4/12/07 συμφωνητικό, ούτε από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο προέκυπταν οι αντίστοιχες συμφωνίες, 2) από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, περί χορηγήσεως πρόσθετης πίστωσης και περί συμφωνίας του αναιρεσείοντος με τον Δ. Ρ. που δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως από την αναιρεσίβλητη και 3) από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, σχετικά με τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί χορηγήσεως πρόσθετης εμπορευματικής πίστωσης, που δεν είχε προσκομιστεί πρωτοδίκως. Όμως, όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις κρίνονται αλυσιτελείς και ο επίμαχος λόγος απορριπτέος (ανεξάρτητα από την πλήρη αοριστία της αποδιδόμενης πλημμέλειας από τον αρ. 11 του ως άνω άρθρου, εφόσον δεν προσδιορίζεται σε πιο αποδεικτικό στοιχείο αναφέρεται ο αναιρεσείων). Ειδικότερα, οι προσβαλλόμενες παραδοχές συνιστούν πλεοναστικές αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης επί ισχυρισμών των διαδίκων εκτός του αντικειμένου της δίκης, όπως τούτο οριοθετήθηκε με την ένδικη ανακοπή. Με αυτήν ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε, με σχετικό λόγο, την δημιουργία της απαίτησης και την αιτία της οφειλής, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αλλά πρότεινε μόνον κατ' αυτής ένσταση μερικής εξοφλήσεως, λόγω προγενέστερης καταβολής ποσού 15.000 ευρώ, ένσταση συμψηφισμού ανταπαίτησής του ποσού 16.358,56 ευρώ και ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Το πρώτον δε με τους πρόσθετους λόγους της έφεσής του, απαραδέκτως, αμφισβήτησε τους γενεσιουργούς λόγους της απαίτησης της αναιρεσίβλητης και επικαλέστηκε επιπλέον καταβολές, ενώ σε αντίκρουση των ισχυρισμών του αυτών η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε καταλογισμό των καταβολών τούτων σε άλλες οφειλές του. Σημειώνεται δε ότι με την αίτηση αναιρέσεως δεν προβάλλεται συγκεκριμένος λόγος με τον οποίο να πλήττεται λυσιτελώς η παραδοχή του Εφετείου, η σχετική με τον καταλογισμό από τη αναιρεσίβλητη της καταβολής του ποσού των 15.000 ευρώ στις απαιτήσεις της κατ' αυτού, που κατά την κρίση της παρείχαν μικρότερη ασφάλεια, ποσών 528,66 ευρώ για δαπάνη συντήρησης εξοπλισμού του πρατηρίου, 5.808,14 ευρώ για δαπάνες της σε εργασίες που είχε εκτελέσει στο πρατήριο και κατά το υπόλοιπο σε μέρος της εμπορευματικής πίστωσης των 68.000 ευρώ. Μάλιστα, η παραδοχή του Εφετείου ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων η εμπορευματική πίστωση θα εξοφλείτο με συναλλαγματικές, δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι μέρος από την καταβολή του ποσού των 15.000 ευρώ καταλογίστηκε στην εμπορευματική πίστωση, εφόσον δέχτηκε ότι με την καταγγελία της συμβάσεως κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οι οφειλές του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη και ο καταλογισμός έγινε με κριτήριο ποιες απαιτήσεις της τελευταίας παρείχαν, κατά την κρίση της, την μικρότερη ασφάλεια. Ούτε η παραδοχή ότι η εμπορευματική πίστωση χορηγήθηκε σε δύο φάσεις ποσών 20.000 ευρώ και 48.000 ευρώ, έρχεται σε αντίφαση με εκείνη ότι στον ειδικό λογαριασμό παρακολούθησης της εμπορευματικής πίστωσης μεταφέρθηκαν τα ποσά των 33.167,55 ευρώ και 34.832,45 ευρώ, καθόσον η τελευταία αναφέρεται στο περιεχόμενο της κατάθεσης της μάρτυρος Ε. Τ. και σε κάθε περίπτωση αφορά τη λογιστική απεικόνιση της οφειλής από την εμπορευματική πίστωση, το συνολικό ύψος της οποίας δεν αποτελούσε αντικείμενο της δίκης με βάση το περιεχόμενο της ανακοπής. Περαιτέρω, η αξιολόγηση από το Εφετείο της πιο πάνω έκθεσης του φοροτεχνικού Ν. Δ., αναφορικά με την κατ' αυτόν ακύρωση της εμπορευματικής πίστωσης με πιστωτικό τιμολόγιο, που κατά τον αναιρεσείοντα δεν είναι ίδια με την εκτιθέμενη από την μάρτυρα Ε. Τ. πίστωση του ποσού των 68.000 ευρώ στον τρεχούμενο λογαριασμό του αναιρεσείοντος, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, προεχόντως, πρόκειται για εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς, εφόσον το πόρισμά του, ότι δηλαδή χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα η εμπορευματική πίστωση εκτίθεται σαφώς στην απόφαση (αν και αλυσιτελώς, καθόσον τούτο δεν αποτελούσε αντικείμενο της δίκης, κατά τα αναφερθέντα). Ωσαύτως, δεν ιδρύεται η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια από το γεγονός ότι το Εφετείο ενώ στο σκεπτικό έκρινε τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης απαράδεκτο, στο διατακτικό απέρριψε κατ' ουσίαν το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, διότι η κατά τη έννοια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έλλειψη νόμιμης βάσης αφορά τα αναγκαία για την εφαρμογή του νόμου περιστατικά, δηλαδή την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 130/12).
Στην ένδικη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 18/6/13 λογιστικής έκθεσης του φοροτεχνικού Ν. Δ., καταλήγοντας σε λανθασμένο συμπέρασμα, ενώ σ' αυτήν διαλαμβανόταν τι προβλέφθηκε στη σύμβαση, τι είναι εμπορευματική πίστωση, ο φορολογικός τρόπος χορηγήσεώς της, τι συνέβη στη δική του περίπτωση, ανάλυση όλων των ποσών όλων των τιμολογίων και ποιες καταβολές έγιναν εκ μέρους του, οι οποίες δεν αφαιρέθηκαν από την αναιρεσίβλητη. Οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται, διότι αφορούν την από το δικαστήριο εκτίμηση και αξιολόγηση του (κατά το αποδεικτικό του συμπέρασμα) αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, που είναι αντίθετη με εκείνη του αναιρεσείοντος, ανεξάρτητα βέβαια και από το ότι αφορά τον απαραδέκτως προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί πλήρους εξοφλήσεως, κατά τα εκτεθέντα. Σε κάθε περίπτωση δε ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο την κρίση του σε σχέση με το τελικό αποδεικτικό του συμπέρασμα μόρφωσε όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφο, αλλά ύστερα από συνεκτίμησή του με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (κατάθεση μάρτυρα, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 05-03-2014 αίτηση του Θ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 341/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Μαρτίου 2014 αίτηση του Θ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 341/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ