245/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕπειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ.4 και 5 του Κώδικα των Δικηγόρων (του ν.δ. 3026/1954, που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο), όπως η περίπτωση 4 της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν. 723/1977, συνάγεται ότι η παροχή από δικηγόρο νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, που είναι σχέση απόλυτης, προσωπικής εμπιστοσύνης, συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης, έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αόριστου χρόνου και λύνεται, εκτός άλλων και, με καταγγελία του εντολέα.
Legislator headnote
AI generated245/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η καταγγελία, ως μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία, δεν χρειάζεται να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Μόνον όταν στην επιχείρηση του εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας, που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία του προσωπικού, η καταγγελία της σύμβασης παροχής δικηγορικών υπηρεσιών εκ μέρους του εντολέα πρέπει να είναι αιτιώδης και να οφείλεται σε σπουδαίο λόγο (είναι ταυτόσημες οι διατάξεις του άρθρου 46 παρ.2 του ήδη ισχύοντος ν. 4194/2013).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 245 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 245/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 13η Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσειουσας: Χ. Μ. του Π., δικηγόρου, κατοίκου ... και προσωρινώς Αυστραλίας, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Μαρκέτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Ρ. ΑΒΕΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Γαβαλά, ο οποίος ανακάλεσε την κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 12/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5900/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2014 αίτησή της και τους από 9-12-2014 πρόσθετους λόγους επ' αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 30-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων λόγων για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ.4 και 5 του Κώδικα των Δικηγόρων (του ν.δ. 3026/1954, που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο), όπως η περίπτωση 4 της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν. 723/1977, συνάγεται ότι η παροχή από δικηγόρο νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, που είναι σχέση απόλυτης, προσωπικής εμπιστοσύνης, συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης, έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αόριστου χρόνου και λύνεται, εκτός άλλων και, με καταγγελία του εντολέα.
Η καταγγελία, ως μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία, δεν χρειάζεται να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Μόνον όταν στην επιχείρηση του εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας, που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία του προσωπικού, η καταγγελία της σύμβασης παροχής δικηγορικών υπηρεσιών εκ μέρους του εντολέα πρέπει να είναι αιτιώδης και να οφείλεται σε σπουδαίο λόγο (είναι ταυτόσημες οι διατάξεις του άρθρου 46 παρ.2 του ήδη ισχύοντος ν. 4194/2013).
Σπουδαίο λόγο αποτελούν ένα ή πλείονα γεγονότα ή ορισμένη συμπεριφορά, εξ αιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να απαιτηθεί η συνέχιση της σύμβασης από τον ένα συμβαλλόμενο, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος και, γενικότερα, υπαιτιότητας του άλλου (ΟλΑΠ 10/1995).
Τέτοιος λόγος υφίσταται και όταν κλονισθεί η εμπιστοσύνη του εντολέα προς το δικηγόρο τόσο σοβαρά, ώστε, κατ' αντικειμενική κρίση, η συνέχιση της μεταξύ τους συμβάσεως να παρίσταται για τον εντολέα αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής (ΑΠ 935/2013).
2. Επειδή, σε κάθε περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, της μη υπερβάσεως, δηλαδή, των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Όταν η υπέρβαση των ορίων αυτών είναι προφανής, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη και, κατά συνέπεια, άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και, κατ' αναλογία, της συμβάσεως παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, καθίσταται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος της μονομερούς λύσεως της συμβάσεως.
Αυτό συμβαίνει σε περιπτώσεις, που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εντολέα, συμπεριφοράς του δικηγόρου. Επίσης, όταν εμφανίζεται μεν ως οφειλόμενη σε οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή στην ανάγκη αναδιοργάνωσης της επιχειρήσεως του εντολέα, που καθιστά αναπόφευκτη τη μείωση του προσωπικού, πλην, όμως, οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν, πράγματι, εμπάθεια ή κακοβουλία.
Ακόμη, η καταγγελία καθίσταται καταχρηστική όταν οι προβαλλόμενοι οικονομοτεχνικοί λόγοι είναι μεν αληθινοί, αλλά η επιλογή των απολυόμενων δεν γίνεται με αντικειμενικά, υπηρεσιακά ή κοινωνικά κριτήρια. Αντιθέτως, δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν, απλώς, λείπει κάποια εμφανής αιτία, διότι, εν όψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας, με μόνο περιορισμό τη μη άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη, ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που, ως εκ περισσού, επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εντολέας ήσαν αναληθείς ή ότι δεν υπήρξε εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο δικηγόρος και εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εντολέα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 1420/2006).
Παρομοίως, η καταγγελία δεν θεωρείται καταχρηστική, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς αυτού παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η με υπαιτιότητα αυτού καταστροφή του κλίματος εμπιστοσύνης και καλής συνεργασίας, που πρέπει να επικρατεί, γενικώς, στο χώρο μιας επιχείρησης και, ειδικότερα, μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου (ΑΠ 2195/2014, ΑΠ 740/2002).
3. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 2226/2014).
Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.
Εν όψει, λοιπόν, του ότι μόνο ένα ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεως ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).
4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Αθηνών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του και αφού, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι, αναφέρει ρητώς ότι έλαβε υπ' όψη και τις ένορκες βεβαιώσεις α) .../4-5-2009, δοθείσα από το Χ.
Ρ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Ελευθερίου Ιορδάνη, β) .../5-5-2009, δοθείσα από την Κ. Η. ενώπιον του συμβολαιογράφου Κηφισιάς Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου και γ) .../1-6-2009, δοθείσα από το Μ. Τ. ενώπιον του αυτού, ως άνω, συμβολαιογράφου Κηφισιάς, τη λήψη των οποίων είχε επιμεληθεί η αναιρεσείουσα (εκεί εκκαλούσα), δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) είναι δικηγόρος, εξειδικευμένη σε ζητήματα ενέργειας. Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρία, που ασχολείται με επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, με την από 18-10-2006 σύμβαση έμμισθης εντολής, προσέλαβε την ενάγουσα ως δικηγόρο, αμειβόμενη με πάγια αντιμισθία.
Ότι, από την πρόσληψή της, η ενάγουσα τοποθετήθηκε και πρόσφερε τις υπηρεσίες της σε ομάδα εργασίας, την οποία είχε συγκροτήσει ο Χ. Ρ., ιδρυτής και τότε πρόεδρος του ΔΣ της εναγομένης και η οποία ήταν επιφορτισμένη με το σχεδιασμό και την ανάπτυξη του μεγαλύτερου από τα έργα της εταιρίας. Ότι το έργο αυτό, το οποίο, λόγω της σημασίας του, επονομάσθηκε "έργο μαμούθ", συνίστατο στη δημιουργία αιολικών πάρκων σε νησιά του ΒΑ Αιγαίου, συνδεδεμένων μεταξύ τους και με την ηπειρωτική Ελλάδα, με στόχο την παραγωγή και αξιοποίηση μιας ιδιαίτερα μεγάλης ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας.
Ότι, κατά την πρόοδο του σχεδιασμού, διαπιστώθηκε ότι το "έργο μαμούθ" δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί στην αρχική του πρόβλεψη, οπότε η περί αυτό στρατηγική της εναγομένης αναπροσαρμόσθηκε και, περί το φθινόπωρο του έτους 2007, φάνηκε ότι η συμβολή της ενάγουσας σ' αυτό, ως νομικού συμβούλου, θα ήταν στο εξής περιορισμένη.
Ότι, περί το Φεβρουάριο 2008, η εναγομένη ζήτησε από την ενάγουσα να απασχολείται με την παροχή νομικών συμβουλών σε άλλες υποθέσεις αυτής, πέραν του "έργου μαμούθ". Ότι η ενάγουσα δεν αρνήθηκε, ρητώς, την ανάληψη τέτοιων καθηκόντων, πλην, όμως, κατά το χρονικό διάστημα που επακολούθησε, εκδήλωσε, με τη συμπεριφορά της, απροθυμία να τα αναλάβει.
Ότι, ειδικότερα, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, η εναγομένη προέβη σε οργανωτικές αλλαγές και συγκέντρωσε τα διάφορα τμήματά της, μεταξύ των οποίων και τη νομική της υπηρεσία, σε ενιαίο χώρο, στο Χαλάνδρι, όπου και η έδρα της. Ότι η ενάγουσα, όταν κλήθηκε να εγκαταλείψει τον μέχρι τότε χώρο εργασίας της στο Μαρούσι, αντέδρασε έντονα με το παράπονο ότι δεν θα είχε πλέον δικό της δωμάτιο - γραφείο με γραμματέα και αποκλειστική θέση στάθμευσης για το αυτοκίνητό της, χωρίς να λάβει υπ' όψη το ότι, στις νέες εγκαταστάσεις, τα περισσότερα από τα στελέχη της εναγομένης, όπως και ο προϊστάμενός της στη νομική υπηρεσία, δεν είχαν τέτοιες διευκολύνσεις, ελλείψει υποδομών.
Ότι η ενάγουσα, μετά τη μεταφορά της στη νομική υπηρεσία, εξακολούθησε μεν να απασχολείται με ζητήματα του [υποβαθμισμένου πλέον] "έργου μαμούθ", αλλά προσερχόταν για μικρό χρονικό διάστημα κάθε ημέρα και δεν έδειχνε διάθεση να ενταχθεί αποτελεσματικά σ' αυτήν και να εκτελεί τα αμιγώς νομικά καθήκοντα του δικηγόρου.
Ότι, παράλληλα, η ενάγουσα έγινε εριστική και επιθετική προς τους υπαλλήλους και συνεργάτες της εναγομένης και επέδειξε αδυναμία συνεργασίας, ακόμη και με τα ανώτερα στελέχη αυτής. Ότι, ειδικότερα, την 4-4-2008 δημιούργησε επεισόδιο σε βάρος του γενικού διευθυντή ενέργειας Α. Τ.. Ότι η ως άνω συμπεριφορά της ενάγουσας δημιούργησε κλίμα οξύτητας και δυσαρμονίας, το οποίο κλόνισε την εμπιστοσύνη της εναγομένης προς αυτήν.
Ότι, κατόπιν αυτού, την 6-5-2008, η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής [και πρόσφερε στην ενάγουσα τη νόμιμη αποζημίωση]. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης (εναγομένης και τότε εφεσίβλητης) καταγγελία της συμβάσεως δικηγορικής εντολής με πάγια αντιμισθία, που τη συνέδεε με την αναιρεσείουσα (ενάγουσα και τότε εκκαλούσα), δεν έγινε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στο άρθρου 281 ΑΚ και απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την οποία υποστηρίζεται το αντίθετο και επιδιώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της από 6-5-2008 καταγγελίας, ως καταχρηστικής.
5. Επειδή, περαιτέρω, συμπληρώνοντας την αιτιολογία του και απαντώντας στους επί μέρους ισχυρισμούς της ενάγουσας, με τους οποίους αυτή επιχειρεί να στοιχειοθετήσει διάθεση εκδικήσεως εκ μέρους της εναγομένης, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ακόμη, και τα ακόλουθα: Ότι η εναγομένη είχε προτείνει στην ενάγουσα την τροποποίηση κάποιων όρων της ισχύουσας, από 18-10-2006 σύμβασης έμμισθης εντολής, την οποία η τελευταία απέκρουσε.
Ότι η απόκρουση της πρότασης της εναγομένης δεν υπήρξε δικαιολογημένη, διότι, ειδικότερα: α) Το ότι ζητήθηκε από την ενάγουσα να παρέχει στο εξής τις νομικές της υπηρεσίες και σε όλες τις θυγατρικές εταιρίες της εναγομένης είναι εύλογο, αν ληφθεί υπ' όψη ότι, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης, για κάθε νέα μονάδα παραγωγής ενέργειας δημιουργείται αυτοτελής φορέας - εταιρία, γι' αυτό και κατά το παρελθόν η ενάγουσα πρόσφερε υπηρεσίες στις δύο θυγατρικές εταιρίες, οι οποίες, τυπικά, είχαν αναλάβει την προώθηση του "έργου μαμούθ".
β) Το ότι ζητήθηκε να απαλειφθεί ο υφιστάμενος όρος, σύμφωνα με τον οποίο η καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής θα μπορούσε να γίνει από την εναγομένη μόνο για σπουδαίο λόγο, είναι, επίσης, εύλογο, διότι η εναγομένη απέκτησε μεν κανονισμό εργασίας (που κυρώθηκε με την 764/21-3-2008 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας), σύμφωνα με τον οποίο, όμως, δεν υφίσταται μονιμότητα του προσωπικού της και, ως εκ τούτου, η καταγγελία των συμβάσεων παροχής δικηγορικών υπηρεσιών παραμένει εκ του νόμου αναιτιώδης (βλ.
παραπάνω, αρ.1), οπότε η υπάρχουσα ρήτρα είχε αποβεί αντίθετη προς τον κανονισμό. Και γ) Το ότι ζητήθηκε να προσδιορισθεί η πάγια αντιμισθία της ενάγουσας [ήτοι το, ανώτερο του μέχρι τότε καταβαλλόμενου, ποσό των 71.000 ευρώ], σε ετήσια βάση, όπως συμβαίνει για όλα τα στελέχη της εναγομένης, δεν μεταβάλλει την περιοδικότητα της καταβολής της.
Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο της ουσίας δεν διέγνωσε διάθεση εκδικήσεως, ως ποταπό κίνητρο της καταγγελίας της συμβάσεως δικηγορικής εντολής, διότι η προβαλλόμενη, μη αρεστή στην εναγομένη, συμπεριφορά της ενάγουσας δεν ήταν εύλογη. Με την κρίση αυτή, σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο με σαφείς αιτιολογίες υπήγαγε στις εφαρμοστέες ουσιαστικές διατάξεις (βλ.
παραπάνω, αρ.1 και 2) τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε και για να καταλήξει σ' αυτά έλαβε υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τις τρεις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες μνημονεύονται στην αρχή της προηγούμενης σκέψης και τις οποίες η αναιρεσείουσα επισημαίνει ως [δήθεν] αγνοηθείσες.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από τους πρόσθετους λόγους, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.19 και 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Όλοι οι λόγοι του κυρίως δικογράφου, με τους οποίους γενικώς προβάλλονται οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8, 11, 12, 19 και 20 ΚΠολΔ, χωρίς παράθεση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και χωρίς ουδεμία εξειδίκευση ως προς την παραβίαση που στοιχειοθετεί τον καθένα από αυτούς, είναι προεχόντως απαράδεκτοι.
6. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, "παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997).
Δεν αποτελούν πράγματα, κατά την ως άνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, επουσιώδη περιστατικά, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού.
Πράγμα συνιστά και η κατά το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Σε περίπτωση δε που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, εκτιμώμενα συνολικώς, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στην άσκηση του δικαιώματος, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (ΚΠολΔ 262, 269 και 527), αποτελούν, το καθένα χωριστά, πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 88/1980).
Συνακόλουθα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπ' όψη κάποια από τα περιστατικά, τα οποία επικαλέστηκε ο ενιστάμενος προς θεμελίωση της ενστάσεώς του και τα οποία, μαζί με εκείνα που έλαβε υπ' όψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.
β' ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αναιρέσεως, όμως, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη όλα τα επικληθέντα περιστατικά της ενστάσεως, αλλά τα απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο από τους πρόσθετους λόγους προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη κάποια από τα επί μέρους περιστατικά, τα οποία είχε προβάλει με την ένδικη αγωγή για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής, που ίσχυε μεταξύ τους και τα οποία με την ασκηθείσα έφεσή της είχε επαναφέρει.
Και, ειδικότερα, το ότι η καταγγελία έγινε από διάθεση εκδίκησης, διότι αυτή αρνήθηκε να συναινέσει στην προταθείσα τροποποίηση όρων της υφιστάμενης σύμβασης εργασίας, μετά την οποία η αναιρεσίβλητη θα αποκτούσε τη δυνατότητα: α) να την υποχρεώνει σε παροχή νομικών υπηρεσιών όχι μόνο προς την ίδια, αλλά και προς τρίτους ["συνδεδεμένες εταιρίες"], τους οποίους εκείνη θα υποδείκνυε, β) να καταγγέλλει τη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών οποτεδήποτε, χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου και γ) να της καταβάλλει την πάγια αντιμισθία σε ετήσια βάση, ανάλογα με την παροχή των υπηρεσιών της.
Και ακόμη, το ότι η καταγγελία έγινε προκειμένου η αναιρεσίβλητη να προσλάβει στη θέση της κάποια άλλη ["προστατευόμενη"] δικηγόρο. Παρατηρείται, όμως, ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τις παραδοχές που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη την ως άνω άρνηση της αναιρεσείουσας, αλλά έκρινε ότι οι επιφυλάξεις της για την προταθείσα τροποποίηση της σύμβασής της ήσαν αβάσιμες.
Και, περαιτέρω, είναι μεν αληθές ότι το εφετείο δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της πρόσληψης νέας δικηγόρου στη θέση της αναιρεσείουσας, αλλά το περιστατικό αυτό δεν είχε αυτοτέλεια ούτε ήταν ουσιώδες εν προκειμένω, διότι από μόνο του δεν αρκούσε για να καταστήσει καταχρηστική την καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης δικηγορικής εντολής, αφού, μετά την κατάφαση του κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων που δικαιολογούσε την καταγγελία, ήταν εύλογη η αναζήτηση ετέρου προσώπου σε αναπλήρωση της αναιρεσείουσας.
Επομένως, ο πρώτος από τους πρόσθετους λόγους, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
8. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος, κύριος ή πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-7-2014 αίτηση και τους από 9-12-2014 πρόσθετους λόγους περί αναιρέσεως της 5900/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Φεβρουαρίου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ