Legislator Case Law & Legislation
245/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against insurance contract clause acceptance due to lack of reasoning.

Case Number 245/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's decision regarding an insurance contract dispute. The appellants argued the lower court failed to provide reasoning for rejecting their claim of abuse of a release clause and incorrectly applied rules regarding gaps in the parties' intent. The court agreed that the lack of reasoning on the abuse of rights claim was a procedural error warranting remittal, but rejected the argument concerning the interpretation of the parties' intent as a matter not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a), 559(1)(b), 559(1)(c), 559(1)(d), 559(1)(e), 559(1)(f) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remit a case for retrial if the Court of First Instance fails to provide reasoning for rejecting a defense of abuse of a release clause, but cannot review the application of interpretative rules for gaps in the parties' intent if the lower court explicitly ruled no such gap existed.

Keywords

AI generated
abuse of release clause lack of reasoning interpretation of intent insurance contract dispute remittal to lower court procedural error appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Article 280 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 527(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(f) of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 245 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 245/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΧΣ ΑΤΕΕ" πρώην Χ, η οποία εδρεύει στην... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Χ2, κατοίκου ...και 3.Χ3, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Πήτα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ....

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, χήρας Ζ, ατομικώς και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού της ..., κατοίκου ..., 2. Ψ2 χήρας ..., κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ..., 4. Ψ4, κατοίκου ..., 5.Ψ5, κατοίκου ..., 6. Ψ6, κατοίκου ..., 7. Ψ7 συζ. Ψ6, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Μιχαλίτση, και 8. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" η οποία εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία εμφανίστηκε ο δικηγόρος Γεώργιος Μανουσάκης και ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, διότι, όπως δήλωσε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που χειρίζεται την υπόθεση δεν μπορεί να παρευρεθεί σήμερα στο Δικαστήριο και ο ίδιος δεν έχει ενημερωθεί επί της υπόθεσης. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβαν το λόγο και οι πληρεξούσιοι των αντιδίκων, οι οποίοι δεν συναίνεσαν στο αίτημα της αναβολής. Το δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία η 8η αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2002 (αριθ. καταθ. 68624/2002) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, και την από 7-11-2003 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2853/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3838/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-2-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 16-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ το άρθρο 280 § 2 ΚΠολΔ κατά το οποίο θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται ο διάδικος που ζητεί μόνου αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο εφαρμόζεται και στον Άρειο Πάγο.

Εν προκειμένω, η 8η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη, ο οποίος παραστάθηκε όμως μόνον για να ζητήσει από το Δικαστήριο τούτο την αναβολή της συζήτησης της αιτήσεως αναιρέσεως, μη γενομένη δεκτή παρ' αυτού ως από τα ταυτάριθμα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως προκύπτει και συνεπώς, κατά τα προαναφερθέντα, θεωρείται ερήμην δικαζόμενη. Όπως δε προκύπτει από την προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως με αριθμό ... του δικαστικού επιμελητή Θεσ/νίκης ..., αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον πιο πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού της προκειμένης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε με επίσπευση των αναιρεσειόντων νομοτύπως και εμπροθέσμως στην άνω αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρούσα η διάδικος αυτή (άρθρο 576 § 1 ΚΠολΔ).

ΕΠΕΙΔΗ, με το 1ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., με το να δεχθεί ότι ο αποβιώσας σύζυγος, πατέρας, αδελφός και υιός των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, ευρισκόμενος κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας σε βαριά μέθη, ήταν συνυπαίτιος κατά 20% στην επέλευση του ατυχήματος, κατά το οποίο θανάσιμα τραυματίσθηκε, ενώ, κατ' αμάχητο τεκμήριο πηγάζον από την άνω διάταξη, ήταν αποκλειστικώς υπαίτιος τούτου, ως ανίκανος για οδήγηση λόγω βαριάς μέθης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την άνω διάταξη δεν προκύπτει αμάχητο τεκμήριο, περί του ότι ο οδηγός που βρίσκεται σε βαριά μέθη είναι ανίκανος για οδήγηση και εντεύθεν αποκλειστικώς υπαίτιος σε γενόμενο θανάσιμο τραυματισμό του, αλλά απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, μετά από εκτίμηση των συνθηκών του ατυχήματος, να κρίνει αν ο οδηγός αυτός ήταν ή όχι αποκλειστικώς υπαίτιος ή συνυπαίτιος.

ΕΠΕΙΔΗ, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται αν παραβιάσθηκαν ορισμοί του νόμου με τους οποίους καθιερώνεται δεσμευτική αποδεικτική δύναμη ορισμένων αποδεικτικών μέσων (άρθρα 352 παρ. 1, 438 και 439 ΚΠολΔ) και όχι όταν αυτά εκτιμώνται ελευθέρως κατά τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, οπότε η εκτίμησή τους δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ απορρέων ίδιος (πρώτος) λόγος και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίον προσάπτεται στο Εφετείο ότι, κατά παράβαση των ορισμών του νόμου, προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, εκτίμησε ελεύθερα τις άνω μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς να προσδώσει σε καθεμία από αυτές αυξημένη αποδεικτική δύναμη.

Επειδή, ως "έγγραφα", η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, νοούνται τα αποδεικτικά, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως λ.χ. οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων και οι ποινικές αποφάσεις, μόνο ως προς τα αναφερόμενα σ' αυτά (έγγραφα) πραγματικά γεγονότα για τα οποία έχουν κατά τον νόμο δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, όχι όμως και ως προς τις περιεχόμενες μαρτυρικές καταθέσεις.

Επομένως, ο ως άνω (πρώτος) λόγος, κατά το μέρος με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραμόρφωσε τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στις από 8-3-2001 και 15-3-2001 εκθέσεις του Τμήματος Τροχαίας ... και στα πρακτικά και απόφαση 5746/2005 του Τριμελούς (για πλημμελήματα) Εφετείου Αθηνών, είναι απαράδεκτος, διότι, ως προς το εν λόγω περιεχόμενο, οι ανωτέρω εκθέσεις και απόφαση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν είναι "έγγραφα" δεκτικά παραμορφώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά μεν το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, κατά δε τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικώς με τις συνθήκες του ατυχήματος, δέχθηκε τα εξής: Στις 23.2.2001 και περί ώρα 01.15 (μετά τα μεσάνυχτα) ο Ζ οδηγούσε την με αρ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, στο αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας, της οδού ..., με κατεύθυνση προς το ....

Στο ύψος της συμβολής της εν λόγω οδού με την οδό ...η μοτοσικλέτα ολίσθησε εκτραπείσα της πορείας της και στη συνέχεια ανατράπηκε με τον οδηγό της στο οδόστρωμα, ο τελευταίος δε υπέστη, χτυπώντας με το κεφάλι στο έδαφος, βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση από την οποία, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του, ενώ, όταν μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο ...

περί ώρα 01.45' της ίδιας ημέρας διαπιστώθηκε ότι ήταν ήδη νεκρός. Αιτία δε της παραπάνω ολίσθησης, εκτροπής και ανατροπής της μοτοσικλέτας υπήρξαν οι κόκκοι της άμμου, που ήσαν διασκορπισμένοι καθόλο το πλάτος του οδοστρώματος της οδού ... και στην πορεία της μοτοσικλέτας, συνεπεία του τεχνικού έργου που εκτελούσε κατ' εκείνη τη χρονική περίοδο στην περιοχή αυτή η 1η των εναγομένων.

Ειδικότερα, αυτή είναι ανώνυμη τεχνική εταιρία, που δραστηριοποιείται στον τομέα της ανάληψης δημοσίων έργων, με εξειδίκευση στα έργα της ΔΕΗ, κατέχοντας, ως εργοληπτική επιχείρηση, πτυχίο Ε' τάξης και με την ιδιότητά της αυτή, κατά το έτος 2000 σε δημόσιο διαγωνισμό που προκήρυξε η ΔΕΗ, ανακηρύχθηκε μειοδότης για το έργο "Εγκατάσταση υπογείων καλωδίων 150 kw μόνωσης XLPE και καλωδίου pilot στην διασυνδετική γραμμή ...", υπογράφοντας με την ΔΕΗ ως κύρια του έργου την με αρ.

ΔΜΚΛΔ-137/210 ... σχετική σύμβαση. Προς εκτέλεση του εν λόγω έργου, είχε προβεί σε τομή του οδοστρώματος της οδού ... στο άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού αυτής με κατεύθυνση προς ..., καταλαμβάνοντας έτσι όλο το συγκεκριμένο αυτό ρεύμα κυκλοφορίας με σωρούς άμμου και χώματος, ενώ για την κίνηση των οχημάτων απέμενε το έτερο ρεύμα κυκλοφορίας (επί του οποίου εκινείτο και ο θανών).

Η ίδια ως ανάδοχος του εν λόγω έργου, είχε ορίσει τον 3ο εναγόμενο ως επιβλέποντα μηχανικό και τον 4° εναγόμενο ως εργοδηγό αυτού. Ο 3ος των εναγομένων δεν φρόντισε να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες και εντολές στο εργατοτεχνικό προσωπικό της 1ης εναγομένης, ο δε 4ος εναγόμενος δεν επέβλεψε, ασκώντας την δέουσα εποπτεία κατά την εκτέλεση του έργου, προκειμένου να εναποτεθούν τα υλικά κατά τρόπον ώστε να μην παρεμποδίζεται η κυκλοφορία και επιπλέον να τοποθετηθούν τα κατά νόμο μέτρα σήμανσης για την αποφυγή τυχόν τροχαίου ατυχήματος.

Συγκεκριμένα, δεν φρόντισαν για την απομάκρυνση της άμμου που είχε διασκορπισθεί καθ' όλο το πλάτος του οδοστρώματος και μάλιστα και στο αριστερό ρεύμα όπου διεξαγόταν αποκλειστικά η κυκλοφορία των οχημάτων, καθώς και για την τοποθέτηση μέσων σήμανσης που να προειδοποιούν τους διερχόμενους οδηγούς για την ύπαρξη των σωρών άμμου στο δεξιό τμήμα της οδού, δηλαδή φωσφορούχων αναλαμπόντων, φωσφορούχων πλαστικών πλεγμάτων, περιφράξεων ορυγμάτων και όγκων χωμάτων άμμου και άλλων φωσφορούχων αντανακλαστικών στοιχείων και πινακίδων σήμανσης.

Εξαιτίας των παραπάνω παραλείψεων των προστηθέντων υπαλλήλων της 1ης εναγομένης ο προαναφερθείς οδηγός της μοτοσικλέτας, ενώ διερχόταν από την εν λόγω οδό, γλίστρησε πάνω στην άμμο που είχε διασκορπιστεί στο ρεύμα κυκλοφορίας του, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, εξετράπη της πορείας του και ανατράπηκε στο οδόστρωμα, κυριολεκτικά "αγκαλιά" με την μοτοσικλέτα, στη συνέχεια δε σύρθηκε λόγω της ολισθηρότητας της οδού μαζί με αυτή γύρω στα 10 - 15 μέτρα, χωρίς να αφήσει ίχνη είτε τροχοπεδήσεως είτε συρσίματος επί του οδοστρώματος, λόγω του ότι εκινείτο με μικρή ταχύτητα και επιπλέον ήταν ολισθηρό το οδόστρωμα, όπως προαναφέρθηκε, υποστάς βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, που ως μόνη ενεργός αιτία επέφερε τον θάνατό του.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκαν κυρίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως ..., οι οποίοι ήσαν αυτόπτες του θανατηφόρου ατυχήματος, έχοντες εκ τούτου σαφή και άμεση γνώση των γεγονότων που έλαβαν χώρα, κατέθεσαν δε, μεταξύ των άλλων, ότι καθόλο το μήκος της οδού ...

και καθόλο το οδόστρωμα όπου εγίνοντο οι εργασίες του προαναφερθέντος έργου, υπήρχαν ανεξέλεγκτα σκορπισμένα άμμος και χώματα, τα οποία οι υπεύθυνοι της 1ης εναγομένης αναδόχου εταιρίας δεν φρόντισαν να συλλέξουν προς αποφυγή ατυχήματος των κινουμένων στην οδό, πρόσθετα δε ότι δεν είχαν ληφθεί εκ μέρους της 1ης εναγομένης και των υπευθύνων - παραπάνω προστηθέντων της τα προς τούτο απαραίτητα προστατευτικά μέτρα, όπως αναλάμποντα φώτα, προστατευτικά κιγκλιδώματα και έτερα παρεμφερή προστατευτικά μέτρα, κατά δε την στιγμή του ατυχήματος έλειπαν τα παραπάνω προστατευτικά ατυχήματος κιγκλιδώματα, καθόσον αυτά είχαν απομακρυνθεί για να εισέλθει το μικρό τρακτέρ (τράκτορας) που εργαζόταν εκείνη την ώρα.

Επιπλέον, τα μπάζα των χωμάτων και η άμμος απομακρύνθηκαν (σκουπίστηκε ο δρόμος από ανθρώπους - εργάτες της εταιρίας) αμέσως μετά το ατύχημα. Τα παραπάνω προέκυψαν και από τα υπάρχοντα έγγραφα της δικογραφίας. Αντίθετα, οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων δεν κρίνονται ως σαφείς και αντικειμενικές και σε κάθε περίπτωση ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αποδείξεως, καθόσον οι μάρτυρες αυτοί δεν ήσαν αυτόπτες (κατά τη στιγμή του ατυχήματος) και ευρίσκοντο μακράν του τόπου όπου συνέβη το θανατηφόρο ατύχημα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, σαφώς συγχρόνως εκθέτοντας σ' αυτή και το πόρισμα στο οποίο κατέληξε από τις αποδείξεις και, συνεπώς, ο εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέων δεύτερος λόγος και κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, ότι δηλαδή παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε για την αποδοχή της αγωγής (άρθρο 914 ΑΚ), είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παραβίασε το Εφετείο και συνακόλουθα σε τί συνίσταται το σχετικό σφάλμα του, αν δηλαδή αυτό συναρτάται με την ερμηνεία ουσιαστικών διατάξεων ή με την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών γεγονότων.

ΕΠΕΙΔΗ, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο μέσω των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, η κρίση όμως περί του ποσοστού συνυπαιτιότητος εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων. Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου και κατά το πρώτο μέρος του εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι, κατά παράβαση του άρθρου 300 ΑΚ και με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε, συνυπαιτιότητα του θανατωθέντος για μεν το ατύχημα κατά 20% για το αποτέλεσμα δε αυτού κατά 30%, ως εκ του ότι δεν φορούσε κράνος, ενώ έπρεπε να δεχθεί 90% για το ατύχημα και 100% για το αποτέλεσμα, είναι απαράδεκτος, αφού κατά τα προλεχθέντα η κρίση αυτή του Εφετείου δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

ΕΠΕΙΔΗ, το Εφετείο, αναφορικώς με την ένσταση συνυπαιτιότητος του αποβιώσαντος Ζ που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες (εναγόμενοι), και την οποία έκρινε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη δέχθηκε τα εξής: Ο θανών βαρύνεται με συνυπαιτιότητα τόσον στην επέλευση του ατυχήματος, κατά ποσοστό 20%, όσο και για το θάνατο του κατά ποσοστό 30%.

Ειδικότερα, όσον αφορά την επέλευση του ατυχήματος, αποδείχθηκε ότι ο θανών οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, με συγκέντρωση αυτού στο αίμα του σε ποσοστό 1,42 gr/lt, μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας, και οπωσδήποτε το γεγονός αυτό μείωσε την ικανότητα του για οδήγηση ως προς την άμεση λειτουργία των αντανακλαστικών του ενόψει προβλημάτων στο οδόστρωμα της πορείας του σε συνδυασμό με την ολισθηρότητα της οδού και ότι ήταν νύχτα με επαρκή τεχνικό φωτισμό, αυτό δε (γεγονός) συνετέλεσε ώστε ο θανών να μην αντιληφθεί έγκαιρα την ύπαρξη της άμμου διασκορπισμένης επί του οδοστρώματος και σε κάθε περίπτωση να μην εκτιμήσει επαρκώς την επικινδυνότητα της, ώστε είτε να αποφασίσει να μην διέλθει καθόλου από το συγκεκριμένο σημείο με τη μοτοσικλέτα του, αφού γνώριζε την περιοχή αυτή ως κάτοικος ..., είτε να διέλθει από εκεί με την ελάχιστη ταχύτητα και με την μέγιστη προσοχή.

Όσον αφορά δε τη συνυπαιτιότητα στον θάνατό του, αποδείχθηκε ότι ο θανών δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, όπως όφειλε (άρθρο 12 παρ.6 Κ.Ο.Κ), η παράλειψη δε της χρήσης του (κράνους) συνετέλεσε στην έκταση της ζημίας του και μάλιστα στον θάνατό του, καθόσον οι σωματικές κακώσεις του εντοπίζονται μόνο στο κεφάλι και αυτές θα απεφεύγοντο ή θα ήταν σαφώς ελαφρότερες με τη χρήση του προστατευτικού κράνους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής του άρθρου 300 ΑΚ, αλλά και του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., ενώ εξάλλου σαφώς διατύπωσε σ' αυτή και το πόρισμα στο οποίο κατέληξε και συνεπώς ο τρίτος λόγος και κατά τα δεύτερο και τρίτο μέρη του, εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια, όπως, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του (όπως του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών κ.λ.π.) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στην οικογένεια του θύματος ψυχική οδύνη, καθορίζοντας συγχρόνως και το ποσόν αυτής που θεωρεί εύλογο.

Επομένως ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.

Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος και κατά το πρώτο μέρος του εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάσθηκε στην οικογένεια του θύματος, είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο μέρος εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να επιδικάσει χρηματικά ποσά στην οικογένεια του θύματος, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας που καθιερώνεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος, είναι αβάσιμος, διότι η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκειμένη περίπτωση και, επομένως, η πληττόμενη κρίση του Εφετείου δεν μπορεί να ελεγχθεί με βάση το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίασή της (Ολ.ΑΠ 6/2009).

ΕΠΕΙΔΗ, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του εκ του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δέχθηκε τα κονδύλια της αγωγής, όσον αφορά την 1η ενάγουσα για αποζημίωσή της λόγω στέρησης της οικονομικής συνεισφοράς του συζύγου της στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της για αποζημίωσή του λόγω στέρησης της διατροφής από τον πατέρα του, χωρίς αποδείξεις, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο στήριξε την εν λόγω κρίση του στις καταθέσεις των μαρτύρων και στα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι.

ΕΠΕΙΔΗ, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, έκρινε ως βάσιμα τα ανωτέρω κονδύλια της αγωγής, δεχθέν τα εξής: Η 1η ενάγουσα - σύζυγος του θανόντος και μητέρα του-ανηλίκου τέκνου τους, ηλικίας, κατά τον χρόνο του θανάτου του, 25 ετών, εργαζόταν με μερική τετράωρη απασχόληση σε σούπερ μάρκετ ...

με μηνιαίες αποδοχές περί τα 350 ευρώ, προσφέροντας επί πλέον στον συζυγικό οίκο την προσωπική της εργασία που συνίστατο στην καθαριότητα, φροντίδα και περιποίηση αυτού, παρασκευή φαγητού και ιδιαίτερα με τη φροντίδα και ανατροφή του ανηλίκου τέκνου της. Η ίδια είχε τις παραπάνω μηνιαίες αποδοχές, δεν αποδείχθηκε δε ότι διέθετε κάποιο άλλο εισόδημα ή περιουσία, όπως και το ανήλικο τέκνο, ενώ ο θανών σύζυγός της, ηλικίας 31 ετών, εργαζόταν ως υπάλληλος στο πρακτορείο λαχείων της ...

και είχε μηνιαίες αποδοχές 750 Ευρώ. Πέραν της εργασίας του αυτής, δεν αποδείχθηκε ότι πωλούσε λιανικώς λαχεία για δικό του λογαριασμό και ότι κέρδιζε επί πλέον ποσό ύψους 300 ευρώ μηνιαίως. Πρέπει να αναφερθεί ότι η οικογένεια του θανόντος φιλοξενείτο σε οικία της 2ης των εναγόντων, χωρίς να βαρύνεται με την πληρωμή του ενοικίου.

Η 1η ενάγουσα, λόγω του θανάτου του συζύγου της, στερήθηκε των υπηρεσιών που εκείνος προσέφερε ως συνεισφορά του για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ανάλογα με τις δυνάμεις του (άρθρα 928, 1389, 1390 ΑΚ). Η συνεισφορά αυτή ανάλογα με τις συνθήκες τις οικογενειακής ζωής, ανέρχεται στο ποσόν των 400 ευρώ μηνιαίως, το οποίο προβλέπεται ότι κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα συνεισέφερε, αν ζούσε, μέχρι τις 31- 12 -2005.

Εξάλλου, το ανήλικο τέκνο του θανόντος, στερούμενο εισοδημάτων ή περιουσίας, ηλικίας δε 16 μηνών, κατά το χρόνο του θανάτου, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορούσε να διαθρέψει τον εαυτό του με δικά του μέσα, διατρεφόμενο από τους γονείς του. Με βάση τις οικονομικές δυνατότητες των γονέων του και τις εν γένει περιστάσεις, το σύνολο των αναγκών του τέκνου σε παροχή υπηρεσιών και σε χρήμα για την ανάλογη διατροφή του ανέρχεται σε 350 ευρώ μηνιαίως.

Στη διατροφή του αυτή συνέβαλλε ο θανών πατέρας του κατά το ποσόν των 200 ευρώ, ανάλογα με το παραπάνω εισόδημά του, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσό των 150 ευρώ συνέβαλλε η μητέρα του, κατά την εν μέρει βάσιμη περί συνεισφοράς ένσταση των εναγομένων. Το εν λόγω ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως προβλέπεται ότι θα συνεισέφερε ο θανών κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν ζούσε, μέχρι τις 31-12-2005.

Τα παραπάνω ποσά όμως πρέπει να μειωθούν κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του ατυχήματος και επί των ποσών που θα προκύψουν πρέπει να γίνει νέα μείωση κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ίδιου στο θάνατό του, τον εν λόγω δε τρόπο εφαρμογής της διπλής μειώσεως, κρίνει και το παρόν δικαστήριο ορθότερο από την εφάπαξ μείωση, με βάση το άθροισμα των ποσοστών συνυπαιτιότητας, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση από την μείωση κατευθείαν σε ποσοστό 20% + 30% =50%, αφού η πρώτη λαμβάνει υπόψη της την υπάρχουσα διαφορά μεταξύ συντρέχοντος πταίσματος στην επέλευση της ζημίας και συντρέχοντος πταίσματος στην έκταση της ζημίας και επί πλέον οδηγεί σε δικαιότερα και ευμενέστερα για τον παθόντα αποτελέσματα.

Συνεπώς, το ποσό κατά μήνα που αναλογεί στην 1η ενάγουσα ανέρχεται σε [400 -(400 χ 20%) 80 = 320 - (320 χ 30%) 96 =] 224 ευρώ και το ποσόν κατά μήνα που αναλογεί στο ανήλικο τέκνο σε [200 - (200 χ 20%) 40 = 160 - (160 χ 30%) 48=]112 ευρώ. Η 1η ενάγουσα έχει λάβει ήδη από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το χρονικό διάστημα από 1ης -3-2001 μέχρι 28-2-2004 ως σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου της το συνολικό ποσόν των 14.346,39 ευρώ ( βλ. την με αρ. Πρωτ.... βεβαίωση του ΙΚΑ - υποκατάστημα ...), δηλαδή 14.346,39 : 35 μήνες =) 409,89 ευρώ μηνιαίως.

Συνεπώς, για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα (1 -3 - 2001/ 28 - 2- 2004) η αξίωση της 1ης ενάγουσας κατά των εναγομένων έχει στο σύνολο της μεταβιβαστεί στο ΙΚΑ (άρθρο 10 παρ.5 ν.δ. 4104/1960 όπως αντικ. με άρθρο 18 παρ. 1 Ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με άρθρο 18 Ν. 1654/1986) ενώ διατηρείται για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από 1-2-2004 μέχρι 31 -12-2005, ανερχόμενη σε 224 ευρώ μηνιαίως και συνολικά σε 5.152 ευρώ (23 μήνες χ 224 ευρώ).

Το εν λόγω ποσό θα επιδικασθεί στην 1η ενάγουσα κατά μηνιαίες δόσεις, εφόσον αυτή δεν μνημονεύει στην αγωγή της σπουδαίο λόγο για την εφάπαξ καταβολή του. Περαιτέρω, το ανήλικο τέκνο για το χρονικό διάστημα από 1- 3-2001 μέχρι 31 -12- 2005 έχει λάβει από το ΙΚΑ ως σύνταξη λόγω του θανάτου του πατέρα του το συνολικό ποσόν των 21.180,49 ευρώ (βλ.

την ίδια παραπάνω βεβαίωση), δηλαδή 371,58 ευρώ (21.180,49 : 57 μήνες) μηνιαίως και συνεπώς για το παραπάνω χρονικό διάστημα η αξίωση του κατά των εναγομένων έχει μεταβιβαστεί ολόκληρη στο ΙΚΑ, όπως προαναφέρθηκε. Βάσει των προαναφερθέντων, οι 1η, 3ος και 4ος των εναγομένων πρέπει να καταβάλουν ο καθένας εις ολόκληρον, λαμβανομένου υπόψη και του βαθμού συνυπαιτιότητας του θύματος, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στην 1η ενάγουσα 30.000 ευρώ, στην ίδια για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της ... 20.000 ευρώ, στην δεύτερη ενάγουσα 20.000 ευρώ, σε καθένα από τους 3ο ,4° και 5η ενάγοντες 20.000 ευρώ και σε καθένα από τους 6° και 7η 8.000 ευρώ.

Τέλος, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι 1η, 3ος (από παραδρομή αναγράφεται 2ος) και 4ος των εναγομένων είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν ο καθένας εις ολόκληρον τα παρακάτω ποσά νομιμοτόκως, στην 1η ενάγουσα 20.000 ευρώ, στην ίδια για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της 40.000 ευρώ, στη 2η ενάγουσα 30.000 ευρώ και σε καθένα από τους 3ο , 4° και 5η των εναγόντων το ποσό των 10.000 ευρώ.

Επί πλέον πρέπει να υποχρεωθούν οι 1η, 3ος (από παραδρομή αναγράφεται 2η) και 4ος των εναγομένων να καταβάλλουν στην 1η ενάγουσα, ο καθένας εις ολόκληρον, 224 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-2-2004 μέχρι 31.12.2005 και συνολικά 5.152 ευρώ. Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέων πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν.2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ο νόμος αυτός ισχύει, οι γενικοί όροι συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών εις βάρος του καταναλωτή.

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια, για την κρίση περί της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στο πλαίσιο επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών.

Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης αυτής της ισορροπίας χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης.

Προς τούτο, λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και δεν εξετάζεται ποιό είναι το συμφέρον του προμηθευτή για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιό είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργηση αυτού. Δηλαδή, ερευνάται ποιές συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίζει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες.

Οι Γ.Ο.Σ., τέλος, πρέπει σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (Ολ.ΑΠ 15/2007), Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε η πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία κατά της δεύτερης τούτων ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία είχε ασφαλίσει την αστική της ευθύνη από το τεχνικό έργο που εκτελούσε, αφού δέχθηκε τα ακόλουθα:

Δυνάμει του με αριθμό ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου που καταρτίσθηκε στις 21-11-2000 και της με αρ. 8.1800224 πρόσθετης πράξης μεταξύ της προσεπικαλούμενης και παρεμπιπτόντως εναγόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και της 1ης εναγομένης εταιρίας, η πρώτη (ασφαλιστική εταιρία) ασφάλισε το τεχνικό έργο της δεύτερης εταιρίας, καθώς επίσης ανέλαβε την αστική ευθύνη της έναντι τρίτων κατ' άτομο, καλυπτόμενης και της εργοδοτικής ευθύνης, με διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης από 21-11-2000 μέχρι τις 21-7-2001.

Η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση διεπόταν από τους συνημμένους στο παραπάνω ασφαλιστήριο, ασφαλιστικούς όρους (Γενικούς - Ειδικούς Παραρτήματα), που αποτελούσαν το ενιαίο σύνολο της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, με πλήρη ανάλυση των εξατομικευμένων στοιχείων της σύμβασης και το οποίο ασφαλιστήριο παραδόθηκε στην ασφαλισμένη 1η εναγόμενη εταιρία, η οποία, ως είχε δικαίωμα δεν εναντιώθηκε σε όρους του παρόντος ασφαλιστηρίου.

Κατ' αυτό, λοιπόν, στην παράγραφο 1.5 σχετικά με την αστική ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας προς τρίτους - τμήμα II, αναφέροντας την έκταση κάλυψης του ασφαλισμένου της, όταν αυτός καταστεί υπεύθυνος κατά νόμο για να καταβάλει αποζημίωση, ορίζει μεταξύ άλλων στην παρ. 1.5.1.4 ότι: "Ο Ασφαλισμένος υποχρεούται, επί ποινή εκπτώσεως παντός δικαιώματος του βάσει του παρόντος τμήματος, να λαμβάνει τις απαιτούμενες προφυλάξεις για την πρόληψη των ατυχημάτων και να τηρεί απαρεγκλίτως τους νόμους και κανονισμούς τους σχετικούς προς την ασφάλεια του κοινού".

Με τον εν λόγω όρο του ασφαλιστηρίου καθιερώνεται απαλλακτική ρήτρα της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρίας και μη συνεπώς καταβολή του ασφαλίσματος στον ασφαλισμένο, στην περίπτωση που ο τελευταίος δεν έλαβε τις απαιτούμενες προφυλάξεις για την πρόληψη του ατυχήματος, τηρώντας επακριβώς τους νόμους και τους κανονισμούς για την ασφάλεια του κοινού.

Περαιτέρω στις 23- 2- 2001 συνέβη το προαναφερθέν θανατηφόρο ατύχημα, για το οποίο κρίθηκαν οι 1η, 3ος και 4ος εναγόμενοι, όπως προαναφέρθηκε στο 2ο λόγο αναιρέσεως, υπαίτιοι, καθόσον, ενώ για τις ανάγκες εκτέλεσης του τεχνικού έργου, που είχε αναλάβει η 1η εναγομένη και ήταν σχετικά ασφαλισμένο με το επίδικο ασφαλιστήριο, είχε γίνει εκσκαφή κατά μήκος του δεξιού τμήματος του οδοστρώματος της οδού ...

έως τη διασταύρωσή της με την οδό ..., στο οποίο είχαν τοποθετηθεί σωροί άμμου και η κυκλοφορία διεξαγόταν μόνο από το αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού, οι 1η, 3ος και 4°ς εναγόμενοι δεν φρόντισαν για την απομάκρυνση της άμμου που είχε διασκορπισθεί στο αριστερό ρεύμα όπου διεξαγόταν η κυκλοφορία, καθώς και για την τοποθέτηση μέσων σήμανσης που να προειδοποιούν τους διερχόμενους οδηγούς για την ύπαρξη των σωρών άμμου στο δεξιό τμήμα της οδού, δηλαδή φωσφορούχων αναλαμπόντων, φωσφορούχων πλαστικών πλεγμάτων, περιφράξεων ορυγμάτων και όγκων χωμάτων άμμου ή άλλων φωσφορούχων αντανακλαστικών στοιχείων και πινακίδων σήμανσης, όπως είχαν υποχρέωση, βάσει των διατάξεων των άρθρων 47 και 9 του Ν. 2696/1999.

Ακόμη, συνεχίζει το Εφετείο, βάσει των προαναφερθέντων η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση προέβλεπε νομίμως περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, για τις οποίες συμφωνήθηκε ότι όταν συντρέχουν δεν θα καλύπτονται από την ασφαλιστική εταιρία, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση, που η ασφαλισμένη - 1η εναγομένη εταιρία - δεν έλαβε "τις απαιτούμενες προφυλάξεις" βάσει του νόμου και έτσι έγινε υπαίτιος του προαναφερθέντος ατυχήματος.

Συνεπώς η συνομολόγηση του παραπάνω όρου (1.5.1.4.) απαλλάσσει αυτή (ασφαλιστική εταιρία) από την υποχρέωση να καλύψει την αστική ευθύνη της ασφαλισμένης - 1ης εναγομένης εταιρίας - συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης των αναιρεσειόντων, κατ' αποδοχή της περί απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη ενστάσεως της 8ης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρίας, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, την παραδεκτώς προβληθείσα εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσειόντων, με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις της (άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ), αντένσταση, περί ακυρότητας ως καταχρηστικής της ως άνω απαλλακτικής ρήτρας του ασφαλιστηρίου, την απέρριψε (σιωπηρώς), χωρίς να διαλάβει στην απόφασή του καμία αιτιολογία ως προς τη συνδρομή ή μη των προς θεμελίωση της εν λόγω αντενστάσεως προταθέντων περιστατικών και, ιδίως, αυτού της διαταράξεως της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών σε βάρος της αναιρεσείουσας (ασφαλισμένης). Επομένως, ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέων έκτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στην διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό περιπτώσεως προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την συμπλήρωση του κενού ή άρση της ασάφειας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν από όσα το ουσιαστικό δικαστήριο δέχεται δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει κενό ή ασάφεια της παραπάνω φύσεως Εν προκειμένω, με τον ίδιο (έκτο) λόγο αποδίδεται στο Εφετείο και η πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή κατά την αποδοχή της άνω απαλλακτικής ρήτρας δεν προέβη σε ερμηνεία της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων, όσον αφορά την απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρείας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ανελέγκτως έκρινε ότι δεν υπήρξε ούτε και εμμέσως συναγόμενο κενό ή ασάφεια στη σχετική δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων και άρα ορθώς δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς την κύρια αγωγή, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το εν λόγω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν, οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες στην κυρία αγωγή στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων (1-7), η δε 8η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα στην παρεμπίπτουσα αγωγή στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 178 παρ.1, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3838/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωκαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Καταδικάζει την 8η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της 1ης αναιρεσείουσας οριζόμενα σε δύο χιλιάδες (2000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ