Legislator Case Law & Legislation
245/2009 AI generated

245/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 245/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Απριλίου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μυρτουντίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 49/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 28 Ιουνίου 2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

245/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 245 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 245/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου υπό του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και υπό του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Λεχαινών και της Κτηματικής Υπηρεσίας Ηλείας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Γαλάνη. Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος δεν παρέστη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Απριλίου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μυρτουντίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 49/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 28 Ιουνίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμ. ...... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας ...... αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσείοντος νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθέσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Συνακόλουθα πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρ. 576 πρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Νόμιμα εισάγεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, μετά την κατ' άρθρο 12 παρ. 1, 2 του Ν. 2296/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 Ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 Ν. 2721/1999 εμπρόθεσμη κατάθεση της 1621/2006 θετικής γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για τους λόγους της αναίρεσης.

Η ένσταση της καθύλην αναρμοδιότητος του δικαστηρίου που δικάζει την αγωγή, εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 47 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες δεν ενδιαφέρουν την προκειμένη δίκη, αναγόμενη στη δημόσια τάξη και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη από το Δικαστήριο, προτείνεται κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 42, 46, 559 άρ. 5, 560 άρ. 3 και 562 παρ. 2 περίπτωσις γ του Κ.Πολ.Δ. σε κάθε στάση της δίκης και ενώπιον του Αρείου Πάγου για πρώτη φορά, εφόσον κατά την τελευταία αυτή περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν, προκύπτουν από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση ή έχουν τεθεί νομίμως υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 42, 46, 559 άρ. 5 και 562 παρ 2 περ. β` και γ Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/33 όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 αν.ν. 1540/38, 19 αν.ν. 1919/39, 2 αν.ν. 1925/51 και 5 παρ. 4 του αν.ν. 263/1968 σε βάρος εκείνων, που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (παρ. 1).

Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.

Κατά της αποφάσεως αυτής ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου ουδεμία ασκεί επιρροή στη δίκη για το δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημίωσης, εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί, αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτέλεσης κατά το νόμο περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, κατά της οποίας ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 2).

Εξάλλου κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ. στις περιπτώσεις που ειδικοί νόμοι παραπέμπουν σε διατάξεις οι οποίες καταργούνται με το νόμο αυτό, από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του, ενώ στις περιπτώσεις που διατάξεις του αστικού Κώδικα ή άλλου νόμου παραπέμπουν στην αρμοδιότητα και στην επ` αναφορά διαδικασία γενικά του Προέδρου Πρωτοδικών, από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικονομίας είναι αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Τέλος κατά το άρθρο 699 Κ.Πολ.Δ., αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών, δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 εδ.

ε' και στ' και 4 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ., κατά τις οποίες καταργούνται όλες οι διατάξεις που αφορούν θέματα που ρυθμίζει ο Κ.Πολ.Δικονομίας, εφόσον δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις αυτού, ή καθιερώνουν ειδικές διαδικασίες ή ειδικούς κανόνες για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, προκύπτει ότι από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ.

αρμόδιο καθ` ύλην δικαστήριο για την εκδίκαση των ως άνω διαφορών από τη βεβαίωση με πρωτόκολλο της αποζημίωσης που οφείλει στο Δημόσιο εκείνος ο οποίος καρπώνεται ή κάνει χρήση αυθαίρετα δημόσιου κτήματος, είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της ως άνω παρ. 2 του άρθρου 115 του Δ/τος της 11/12.11.1929 απαγόρευση άσκησης ένδικων μέσων κατά της αντίστοιχης απόφασης του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών καταργήθηκε κατά το μέρος αυτό, αφού έτσι καθιερωνόταν ειδικός κανόνας για την ορισμένη αυτή υπόθεση, η οποία υπάγεται στα πολιτικά Δικαστήρια, και ρυθμιζόταν θέμα, το οποίο δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δικονομίας.

Περαιτέρω, οι ως άνω διαφορές δεν αποτελούν ασφαλιστικά μέτρα με την έννοια του άρθρου 682 Κ.Πολ.Δ., όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 704 - 738, ούτε ρυθμιστικά κατάστασης, εξομοιούμενα με αυτά, όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 632 παρ. 2, 644 παρ. 2, 912 παρ. 2, 918 παρ. 5, 929 παρ. 3, 938 παρ. 3, 994, 1019 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Απλώς στις διαφορές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο για την ταχύτερη εκδίκασή τους δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και, χωρίς να διατάσσει με την απόφασή του τέτοια μέτρα, τέμνει οριστικώς τις διαφορές αυτές, αφού με την οριστική του κρίση επί της σχετικής ανακοπής καθορίζει οριστικά την υποχρέωση ή μη προς αποζημίωση καθώς και το ποσό αυτής από εκείνον που καρπώθηκε ή έκανε χρήση αυθαίρετα δημόσιου κτήματος.

Κατά συνέπεια η παραπομπή για την εκδίκαση των διαφορών αυτών στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν νοείται και σε εκείνες τις διατάξεις που προσιδιάζουν αποκλειστικώς στα ως άνω ασφαλιστικά μέτρα, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 699 Κ.Πολ.Δικ., η οποία δεν αφορά τη διαδικασία, ήτοι την πορεία της δίκης μέχρι την έκδοση της απόφασης, αλλά τα κατά της τελευταίας ένδικα μέσα.

Το μη επιτρεπτό των ένδικων μέσων που καθιερώνεται με την τελευταία αυτή διάταξη καταλαμβάνει μόνο τις αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις για ασφαλιστικά μέτρα ή αιτήσεις για ανάκληση ή μεταρρύθμιση αποφάσεων περί αυτών, δηλαδή τις περιπτώσεις που η απόφαση έχει πράγματι χαρακτήρα προσωρινού, εξασφαλιστικού ή ρυθμιστικού μέτρου με προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση (άρθρο 695 Κ.Πολ.Δικ.), οπότε μπορεί να ανακληθεί ή να μεταρρυθμιστεί κατά τα άρθρα 696 και 697 Κ.Πολ.Δ.

Δεν καταλαμβάνει όμως η απαγόρευση αυτή και τις αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται μεν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χάριν του ανωτέρω σκοπού, πλην όμως με αυτές τέμνεται οριστικώς η διαφορά. Ως εκ τούτου για τις αποφάσεις, που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για κάρπωση ή χρήση δημόσιου κτήματος χωρίς συμβατική σχέση δεν ισχύει η απαγόρευση από το άρθρο 699 Κ.Πολ.Δ.

της άσκησης ένδικων μέσων αλλ` υπόκεινται αυτές στα προβλεπόμενα από τον Κ.Πολ.Δ. ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (άρθρα 511 επ. και 552 επ. Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα. (βλ. Ολ. Α.Π. 21/2002 και 38/2002 Α.Π.409/2005).

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ. κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα (Α.Π. 409/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο λόγο της αναίρεσης διατυπώνεται κατά της προσβαλλομένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας αιτίαση από την παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ. εγκείμενη στην καθ` ύλην αναρμοδιότητα του παραπάνω Μονομελούς Πρωτοδικείου για την εκδίκαση της από 23-4-2003 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλουμένης υπ` αριθ. 44/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων με την οποία ακυρώθηκε το υπ' αριθ. ......

πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίων κτημάτων του προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν.Ηλείας για το ποσό της καθορισθείσης αποζημιώσεως για το έτος 1995 και για το ποσό της αποζημίωσης που αφορούσε τα κτίσματα και περιορίσθηκε το ποσό της αποζημίωσης για τα υπόλοιπα έτη 1996-2000.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας που όπως έχει εκτεθεί έκανε με τη σημειωθείσα απόφασή του δεκτή την ανωτέρω έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού δίκασε την υπόθεση έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε παντελώς το πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαιρέτου χρήσεως δημοσίου κτήματος ήταν σύμφωνα με την παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ.

καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκασή της αφού αρμόδιο καθ ύλην δικαστήριο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο. Επομένως ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της, επιτρεπτά σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, ασκηθείσης αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.3 ο οποίος είναι παραδεκτός παρά το γεγονός ότι η έφεση ασκήθηκε στο ως άνω Δικαστήριο από το αναιρεσείον, ως αφορών κατά τα προεκτεθέντα τη δημόσια τάξη, προκύπτει δε από την ίδια τη προσβαλλομένη απόφαση, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αριθ.49/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.

Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο ερμημευόμενη τόσο με λήψη υπόψη της αρχής της οικονομίας της δίκης όσο και σε συνδυασμό με τη ρυθμιστική της κατάστασης των διαδίκων μετά την αναίρεση της απόφασης διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

συνάγεται ότι μαζί με την αναιρούμενη απόφαση του Δικαστηρίου που έκρινε εαυτό καθ` ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση έφεσης, ενώ κατά τον όπως στην προκειμένη περίπτωση βάσιμο σχετικό λόγο αναίρεσης δεν ήταν, συναναιρείται και η απόφαση του δικαστηρίου που έκρινε σε πρώτο βαθμό ενώ και αυτό όπως σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί συνέβη στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν καθ` ύλην αρμόδιο, για να καταστεί έτσι εφικτή η παραπομπή της υπόθεσης στο δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να την δικάσει σε πρώτο βαθμό (σχετ.

Ολ. Α.Π. 566\1986 Α.Π. 409/2005). Επομένως πρέπει να αναιρεθεί και η υπ` αριθ. 44/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων. Περαιτέρω η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για εκδίκαση στο καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκασή της σε πρώτο βαθμό Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η με αριθμ. 49/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας καθώς και η με αριθμ. 44/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυρτουνίων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πρώτο Δικαστήριο ως καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) παρελκούσης ύστερα από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την με αριθμ. 49/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας καθώς και την με αριθμ. 44/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας συγκροτούμενο από άλλον δικαστή και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ