Legislator Case Law & Legislation
245/2007 AI generated

245/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 245/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 245 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

245/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 245 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
redundancy expatriation and foreign residence allowances gainful employment of spouse resolution of discharge termination of lease domiciliary company
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 245 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 245/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:.... και .... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαχαραλάμπους.

Των αναιρεσίβλητων:....και .... . που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Αγγελάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-7-1998 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2375/1999 μη ορσιτική,2183/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5860/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-12-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 15-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης της 5860/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρθ.9 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δημιουργείται λόγος αναίρεσης, εκτός των άλλων, και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ πρέπει ο αναιρεσείων να προσδιορίζει στο αναιρετήριο με ακρίβεια την αντίφαση των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης, η αντίφαση δε πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ΄ επέκταση, να είναι αδύνατη η εκτέλεσή της. Στην υπόθεση που κρίνεται, από τα κατωτέρω διαδικαστικά έγγραφα, που παραδεκτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προέκυψαν τα εξής: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την μ΄αριθμ. καταθ. 6611/28-7-1998 αγωγή περί κλήρου, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθούν ο καθένας τους κληρονόμοι στο 1/4 εξ αδιαιρέτου της κατακρατούμενης από τον αντίδικό τους, αδελφό του αποβιώσαντος πατέρα τους, κληρονομιαίας περιουσίας της αποβιώσασας ... , η οποία περιήλθε σ΄ εκείνη με καταπίστευμα με το οποίο την επιβάρυνε ο προαποβιώσας σύζυγός της και παππούς τους, η οποία (κληρονομιαία περιουσία) αποτελείται από το περιγραφόμενο σ΄αυτήν, υπόγειο κατάστημα και είκοσι ένα (21) εταιρικά μερίδια της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία ".... ", με δικαίωμα συμμετοχής κατά ποσοστό 56% στο κεφάλαιο και στην εταιρική περιουσία αυτής, η οποία αποτελείται και από τα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα. Ισχυριζόμενοι δε ότι ο εναγόμενος ενεργώντας ως αποκλειστικός κληρονόμος των 21 εταιρικών μεριδίων της ανωτέρω εταιρίας προέβη με την σύζυγό του .... , κάτοχο των υπόλοιπων 19 εταιρικών μεριδίων, στη διανομή των ανωτέρω εταιρικών ακινήτων, δυνάμει της 8792/31-12-1997 πράξης διανομής της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, και βάσει αυτής έλαβε, στην πλήρη κυριότητά του, ορισμένα από τα ανωτέρω εταιρικά ακίνητα,ήτοι τα περιγραφόμενα στην αγωγή με αριθμ. Α.1,Α.2,Α-3,Α-4,Β.1,Β-2 καιΒ-3, ζήτησαν, επικουρικώς, την αναγνώριση του ως άνω κληρονομικού τους δικαιώματος επί των τελευταίων αυτών ακινήτων και την απόδοσή τους σ΄ αυτούς κατά το ποσοστό αυτό. Παράλληλα, οι ίδιοι ενάγοντες άσκησαν κατά των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του αυτού πιο πάνω Δικαστηρίου, την με αριθμ. καταθ.6612/28-7-1998 αγωγή, με την οποία ζητούσαν να ακυρωθεί η προαναφερθείσα 8792/1997 πράξη διανομής ακινήτων της ανωτέρω αναφερόμενης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, δυνάμει της οποίας ο πρώτος των εναγομένων-πρώτος των αναιρεσειόντων απέκτησε, από την όλη εταιρική περιουσία, κατά κυριότητα τα ως άνω αναφερόμενα ακίνητα. Το Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση μετά από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 2183/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με την οποία συνεκδικάσθηκαν οι δύο αγωγές, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, απέρριψε τη δεύτερη με αριθμ. καταθ.6612/1998 αγωγή για ακύρωση της ανωτέρω πράξης διανομής ακινήτων, έκανε δε δεκτή την με αριθμ. καταθ. 6611/1998 αγωγή περί κλήρου, αναγνώρισε τους ενάγοντες -αναιρεσίβλητους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αποβιώσασας .... κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου τον καθένα επί της περιελθούσας σ΄ εκείνη και βεβαρημένης δια καταπιστεύματος υπέρ του προαποβιώσαντος αυτής πατέρα τους, ... και του εναγομένου (πρώτου αναιρεσείοντος) ... , ολόκληρης της κληρονομιαίας περιουσίας, που αποτελείται ειδικότερα από τα όλα τα ακίνητα που υπάγονται στην εταιρική περιουσία, και υποχρέωσε τον εναγόμενο-πρώτο αναιρεσείοντα σε απόδοσή των ακινήτων αυτών στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Έτσι όμως επιδίκασε στους ενάγοντες περισσότερα από ότι ζήτησαν με την ανωτέρω επικουρική βάση της αγωγής, η οποία και μόνο ευδοκίμησε, μετά την απόρριψη της με αριθμ. καταθ.6612/1998 αγωγής για ακύρωση της πράξης διανομής των κληρονομιαίων ακινήτων, αφού το Εφετείο αναγνώρισε το κληρονομικό δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων κατά το ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί όλων των κληρονομιαίων ακινήτων, δηλαδή και επί εκείνων τα οποία δυνάμει της ανωτέρω πράξης διανομής περιήλθαν κατά κυριότητα στη δεύτερη των αναιρεσειόντων και διέταξε την απόδοση σ΄ αυτούς τούτων, ενώ με την ανωτέρω επικουρική βάση της αγωγής οι ενάγοντες ζήτησαν την αναγνώριση του κληρονομικού τους δικαιώματος επί των περιελθόντων, με την ανωτέρω πράξη διανομής, στον εναγόμενο-πρώτο αναιρεσείοντα, ανωτέρω αναφερόμενων και στην αγωγή περιγραφόμενων με αριθμ. Α.1,Α.2,Α-3,Α-4,Β.1,Β-2 καιΒ-3,ακινήτων και την απόδοσή τους, κατά το ανωτέρω ποσοστό, σ΄ εκείνους. Πρέπει, επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Αντίθετα, ο ίδιος λόγος, δεύτερος μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται η αντίφαση των διατάξεων του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αναφέρεται μόνο αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού αυτής.

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1 εδ. α ΚΠολΔ),πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ32/1996).Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε επί της ουσίας, της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 1791 ΑΚ, είναι απορριπτέος, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο,ούτε στο ιστορικό του ούτε στον ίδιο λόγο, τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Επειδή, για το παραδεκτό του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10β ΚΠολΔ, προνοούμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν διέταξε απόδειξη για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται να προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι αυτό έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.10 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο αποφάνθηκε περί της βούλησης του κληρονομηθέντος ... ως προς το καταπίστευμα το οποίο βάρυνε τη σύζυγό του ... , βάσει του οποίου μετά τον θάνατό της η κληρονομία θα περιέρχονταν στα δύο παιδιά του, χωρίς περί του ζητήματος τούτου να ταχθεί απόδειξη, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται σ΄ αυτόν ότι η πλημμέλεια της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς τη διατύπωση του θέματος απόδειξης και τον καθορισμό του διαδίκου που έφερε το βάρος αυτής, προτάθηκε στο Εφετείο.

Επειδή, για το ορισμένο του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη ισχυρισμού από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι, αν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.. Στην υπόθεση που κρίνεται , με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559ΚΠολΔ, αποδίδεται οι πλημμέλεια στην πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα, και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό, που νόμιμα προτάθηκε στο Εφετείο, ότι με το αναφερόμενο συμβόλαιο, το οποίο υπέγραψε και ο πρώτος των αναιρεσειόντων, δόθηκε από το καταπίστευμα και κατά ψιλή κυριότητα στον πατέρα των εναγόντων-ήδη αναιρεσιβλήτων οριζόντια ιδιοκτησία από την βεβαρημένη σύζυγο του διαθέτη, καθώς και τον ισχυρισμό, που νόμιμα προτάθηκε στο Πρωτοδικείο, ότι ο πατέρας των εναγόντων αναγνώρισε τη διαθήκη του παππού τους και άμεσα παραιτήθηκε από τυχόν σ΄ αυτόν ανήκουσα αξίωση νόμιμης μοίρας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος. Κατά μεν το δεύτερο μέρος του, διότι δεν αναφέρεται ότι ο αναφερόμενος σ΄αυτό ισχυρισμός προτάθηκε και στο Εφετείο, κατά δε το πρώτο μέρος του, διότι δεν παρατίθενται όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός, που προτάθηκε στο Εφετείο, ήταν νόμω βάσιμος, και συνεπώς θα ήταν ουσιώδης, με την έννοια ότι , αν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επειδή, μετά από αυτά πρέπει ν`αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το ανωτέρω αναφερόμενο μέρος που επιδίκασε πέραν του αιτηθέντος, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, στο οποίο είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό τμήμα της, την 5860/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ