Legislator Case Law & Legislation
245/2006 AI generated

245/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 245/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Απριλίου 1997 αγωγή του Δ. Δ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 25 Φεβρουαρίου 1999 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος και του Χ. Π., ο οποίος επίσης δεν είναι διάδικος στην κρινόμενη αίτηση. Οι ως άνω αγωγή και προσεπίκληση κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 502/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8307/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Μαρτίου 2004 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

245/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ύστερα από συνεκδίκαση των αγωγών αυτών και της προσεπίκλησης εκδόθηκε η πρωτόδικη 502/1999 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών. Αυτή απέρριψε τα δικόγραφα ως προς τον οδηγό ανήλικο Χ. Π.. Δέχτηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και υποχρέωσε τους εδώ διαδίκους να καταβάλουν σε ολόκληρο ο καθένας, ο δε αναιρεσείων ιδιοκτήτης μέχρι την αξία του αυτοκινήτου δραχμών 6.000.000, τα μνημονευόμενα στο διατακτικό της ποσά για κάθε ενάγοντα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 245 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 245/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Απριλίου 1997 αγωγή του Δ. Δ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 25 Φεβρουαρίου 1999 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος και του Χ. Π., ο οποίος επίσης δεν είναι διάδικος στην κρινόμενη αίτηση. Οι ως άνω αγωγή και προσεπίκληση κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 502/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8307/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Μαρτίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 11 Μαΐου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτουν τα εξής: Με την από 15-4-1997 αγωγή τους, ο Δ. Δ. και τα δύο ανήλικα τέκνα του (που εδώ δεν είναι διάδικοι), ζήτησαν να υποχρεωθούν οι τρεις εναγόμενοι, Χ. Π., οδηγός του ζημιογόνου ... ΙΧΕ αυτοκινήτου (που επίσης δεν είναι εδώ διάδικος), Ι.

Π. (αναιρεσείων), ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου αυτού, και η ασφαλιστική εταιρεία "Εθνική Ασφαλιστική ΑΕΕΓΑ", στην οποία ήταν ασφαλισμένο το αυτοκίνητο για τις ζημίες προς τρίτους, να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, τα σ’ αυτή χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση για ψυχική οδύνη κλπ. από το θάνατο του συγγενούς τους Κ.

Δ. στο αυτοκινητικό ατύχημα της 23-6-1996. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων, ατομικά για δικό του λογαριασμό, αλλά και για το γιο του Χ. Π. (ανήλικο οδηγό), με την ιδιότητα του πατέρα, μαζί με τη σύζυγό του Χ. Π. Λ., επειδή είχαν τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους, άσκησαν την από 14-10-1997 προσεπίκληση με ενωμένη σ’ αυτή αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και ζήτησαν να αναγνωριστεί, ότι η τελευταία υποχρεούται να τους καταβάλει από τη σύμβαση ασφάλισης οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεωνόταν εκείνοι να πληρώσουν στους ενάγοντες της κύριας πιο πάνω αγωγής.

Ύστερα από συνεκδίκαση των αγωγών αυτών και της προσεπίκλησης εκδόθηκε η πρωτόδικη 502/1999 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών. Αυτή απέρριψε τα δικόγραφα ως προς τον οδηγό ανήλικο Χ. Π.. Δέχτηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και υποχρέωσε τους εδώ διαδίκους να καταβάλουν σε ολόκληρο ο καθένας, ο δε αναιρεσείων ιδιοκτήτης μέχρι την αξία του αυτοκινήτου δραχμών 6.000.000, τα μνημονευόμενα στο διατακτικό της ποσά για κάθε ενάγοντα.

Επίσης δέχτηκε κατά ένα μέρος την προσεπίκληση και την ενωμένη αγωγή σ’ αυτή και αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό που τυχόν καταβάλει αυτός στους ενάγοντες της κύριας αγωγής. Κατόπιν η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 21-12-2001 έφεσή της κατά της πρωτοβάθμιας αυτής απόφασης.

Την απηύθυνε μόνο κατά του αναιρεσείοντος και κατά του Δ. Δ., ατομικά και για λογαριασμό των τέκνων του. Η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την έφεση αυτή κατά του αναιρεσείοντος, έκρινε ότι σωστά στράφηκε κατ’ αυτού, άρα ήταν παραδεκτή τυπικά και γι’ αυτό την ερεύνησε κατ’ ουσίαν με την ίδια διαδικασία (άρθρα 533, 681Α, 674 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ).

Κατά το μέρος της όμως που στράφηκε κατά του Δ. Δ. (με την άνω ιδιότητά του) έκρινε ότι ήταν απαράδεκτη γιατί δεν πλήσσονταν κεφάλαια και διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης, έτσι την απέρριψε. Κρίνοντας έτσι δεν παραβίασε τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 516 και 517 Κ.Πολ.Δικ. σε σχέση με την έφεση του αναιρεσείοντος, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αφού υπό τα παραπάνω δεδομένα συνέτρεξε περίπτωση απλής ομοδικίας (άρθρο 74-75 Κ.Πολ.Δικ) και όχι αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 76 Κ.Πολ.Δικ.), ώστε να υποχρεούται η αναιρεσίβλητη να απευθύνει την έφεσή της κατά πάντων των διαδίκων και επομένως και κατά του ανηλίκου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Χ.

Π., γιατί διαφορετικά θα απορρίπτονταν ως απαράδεκτη. Συνακόλουθα, η αναιρεσιβαλλομένη δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γι’ αυτό και πρέπει ο πρώτος λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ.- Κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 523 παρ. 1 και 524 παρ. 1 η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη αν ο εκκαλών είχε αποδεχθεί την προσβαλλόμενη απόφαση ρητά ή σιωπηρά. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ γιατί, παρά τη δική του επίκληση με τις προτάσεις που εμπρόθεσμα κατέθεσε, δεν έλαβε υπόψη απαράδεκτο της έφεσης της αναιρεσίβλήτης, η οποία "αποδέχτηκε σιωπηρά την πρωτόδικη απόφαση 502/1999 του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών και εκούσια κατέβαλε στους ενάγοντες της κύριας αγωγής (Δ.

Δ. και τέκνα) όσα χρηματικά ποσά τους επιδικάστηκαν, χωρίς κάποια ειδοποίησή του για συμμετοχή στη λήψη εξοφλητικής απόδειξης των απαιτήσεων των εναγόντων αυτών, για να ασκήσει κατόπιν σε βάρος του ίδιου και του συνεναγόμενου γιου του Χ. Π. την από 22-12-2001 αγωγή της με την οποία αξιώνει αναγωγικά όλα όσα εκείνη εκούσια πλήρωσε στους ενάγοντες αυτούς".

Όμως η προβληθείσα αυτή ένσταση ασκούσε επίδραση στην έφεση της αναιρεσίβλητης κατά των εναγόντων της κύριας αγωγής, όχι όμως και στο μέρος της που στρεφόταν κατά του εδώ αναιρεσείοντος, με αίτημα την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης για εσφαλμένη του νόμου ερμηνεία-εφαρμογή και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε στη συνέχεια να δικαστεί η από 14-10-1997 προσεπίκληση με ενωμένη αγωγή αποζημίωσης και να απορριφθεί.

Επομένως η αναιρεσιβαλλομένη που έκρινε παραδεκτή την έφεση κατά του αναιρεσείοντος και την ερεύνησε, δεν υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αποδοχής της πρωτόδικης απόφασης από την αναιρεσίβλητη, ο δε αντίθετος αυτός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ.- Με την προσεπίκληση σκοπείται ο εξαναγκασμός τρίτου να παρέμβει σε εκκρεμή δίκη και να υποστεί τις συνέπειες της απόφασης. Τα υποκειμενικά όρια της δίκης έναντι τρίτων με την προσεπίκληση διευρύνονται. Οι περιπτώσεις προσεπίκλησης αναφέρονται στο νόμο περιοριστικά (άρθρα 86, 87 και 88 Κ.Πολ.Δικ). Για την άσκησή της πρέπει να συντρέχουν όλες οι γενικές διαδικαστικές προϋποθέσεις που αφορούν το πρόσωπο του τρίτου ή στο αντικείμενο της δίκης.

Πρέπει ακόμη να συντρέχουν και άλλες ειδικές προϋποθέσεις, ανάμεσα στις οποίες και η ιδιότητα του προσεπικαλουμένου ως τρίτου. Δεν επιτρέπεται να προσεπικληθεί ήδη διάδικος (π.χ. άλλος συνεναγόμενος) εφόσον αυτός δεν είναι τρίτος. Τότε η προσεπίκληση είναι απαράδεκτη. Δεν θίγεται όμως η τυχόν με την προσεπίκληση ενωθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά του τρίτου, η οποία ασκείται για την περίπτωση ήττας του εναγομένου.

Στην υπόθεση που κρίνεται η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, σε σχέση με την από 14-10-1997 προσεπίκληση, με ενωμένη αγωγή αποζημίωσης, του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, ότι "η υπό δίκη από 14-10-1999 προσεπίκληση, με την οποία ο προσεπικαλών εναγόμενος στην κύρια δίκη Ι. Π. (αναιρεσείων) προσεπικάλεσε τη συνεναγόμενή του στην ίδια κύρια δίκη ασφαλιστική του εταιρεία "Η Εθνική ΑΕΕΓΑ" ως δικονομική του εγγυήτρια για να παρέμβει (στην ανοιγείσα δίκη) δεν ήταν επιτρεπτή κατά το νόμο, εφόσον η προσεπικαλούμενη ήταν διάδικος στην κύρια δίκη, επομένως τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη".

Με τις παραδοχές αυτές δεν παραβίασε τις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 74, 88 και 69 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αλλά σωστά σύμφωνα με το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. IV.- Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο επίσης η πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί τάχα "παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αυτοτελούς σε βάρος της αναιρεσίβλητης προσεπίκλησης και της ενωμένης σ’ αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσείοντος, λόγω δήθεν ανυπαρξίας εννόμου συμφέροντος" και έτσι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 62, 72, 68 και 69 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού με όσα προαναφέρθηκαν η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε:

α)ως απαράδεκτη την προσεπίκληση και β)την παρεμπίπτουσα αναγνωριστική αγωγή από τη σύμβαση ασφάλισης για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, άρα δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της προσεπίκλησης και της ενωμένης σ’ αυτή αγωγής. Η αιτίαση του ίδιου λόγου από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, γιατί η προσβαλλομένη δίκασε και απέρριψε την προσεπίκληση με ενωμένη αγωγή.

V.- Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι αόριστος αν δεν διαλαμβάνει: α)τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β)τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωση του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, γ)εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού, και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε το συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Σύμφωνα με αυτά, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από την παραπάνω διάταξη γιατί το εφετείο "κατά πλημμελή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ιδίως των διατάξεων των άρθρων 68, 81, 88, 89 και 277 αρ. 4 και 325 Κ.Πολ.Δικ. δέχθηκε ότι, εφόσον η προσεπικαλούμενη ήταν διάδικος στην κύρια δίκη, δεν ήταν επιτρεπτή κατά το νόμο η σε βάρος της προσεπίκληση, συνεπώς η αιτιολογία είναι ανεπαρκής, δεδομένου ότι μπορεί η καθής να ήταν διάδικος στην αρχική δίκη, όμως η μεταξύ τους σχέση της ομοδικίας στο πλαίσιο της αρχικής δίκης δεν ήταν αναγκαστική και επομένως νομίμως και επιτρεπτώς άσκησε σε βάρος αυτής την ένδικη προσεπίκληση" πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και απαράδεκτος, για έλλειψη όλων των αναγκαίων παραπάνω στοιχείων για το ορισμένο του.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Μαρτίου 2004, αίτηση του Ι. Π., για αναίρεση της 8307/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ