Supreme Court dismisses appeal against property ownership ruling due to missing party summons and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Regional Court of Rhodes' property ownership ruling. The appellant argued the lower court erred in defining the legal nature of the land and failed to properly establish the original acquisition method. The court found these arguments baseless because the appellants had already sufficiently defined the material facts and acquisition acts in their written submissions. Consequently, the appeal was rejected, the case was split for the remaining parties, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1), 576(2), 576(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must verify proper summons of absent parties before proceeding; if summons was illegal or premature, the hearing is inadmissible; otherwise, the appeal is rejected if the substantive claims were already sufficiently defined in written submissions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 244 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 244 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη - Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Κ. Κ. (ή Κ.) του Γ. , δικηγόρου και κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Λ. Λ. του Π. , 2) Κ. , συζύγου Λ. Λ. , το γένος Κ. Κ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νταφούλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις, 3) της ετερόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στη Χάλκη Δωδεκανήσων και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2021 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Ι) Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος (διάδικος), κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου, ή επιδόθηκε μεν, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται (για συζήτηση) με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευτεί.
Περαιτέρω, από την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύτηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, κάποιος από αυτούς, στη μεν περίπτωση της απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση χωρεί νομίμως ως προς τους νομοτύπως και εμπροθέσμως κλητευθέντες και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, στη δε περίπτωση της αναγκαστικής ομοδικίας, κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΟλΑΠ 3/2018, ΑΠ 26/2023). Απαράδεκτη κηρύσσεται επίσης η συζήτηση όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου (Ολ ΑΠ 13/2007, ΑΠ 26/2023, ΑΠ 954/2022).
Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή, που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση. Τις κλητεύσεις, δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 26/2023, ΑΠ 245/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 9-10-2021 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 104/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσδιορίστηκε με την από 10-1-2024 πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, για να συζητηθεί κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο της 17-9-2025.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά του πινακίου, δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ , ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, η τρίτη αναιρεσίβλητη, αλλά ήταν απούσα.
Η συνδέουσα τους αναιρεσίβλητους σχέση είναι αυτή της απλής ομοδικίας, αφού πρόκειται για αναγνώριση (συγ)κυριότητας ακινήτου. Ωστόσο, από τον φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ο διάδικος ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αφού οι παριστάμενοι διάδικοι (αναιρεσείων, πρώτος και δεύτερος αναιρεσίβλητοι) δεν αποδεικνύουν είτε κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου από τους ίδιους, είτε επίσπευση της συζήτησης από τον απολειπόμενο διάδικο με προσκομιδή της οικείας έκθεσης επίδοσης, στην πρώτη περίπτωση, ή με προσκομιδή του προς αυτούς νομίμως επιδοθέντος αντιγράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση και τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, στη δεύτερη περίπτωση.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση, να κηρυχτεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς την τρίτη απολειπόμενη αναιρεσίβλητη και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς παριστάαμενους διαδίκους (αναιρεσείοντα, πρώτο και δεύτερη των αναιρεσίβλητων).
ΙΙ) Με την κρινόμενη από 9-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 104/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 2-10-2018 (αριθμ. καταθ. .../2018) έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 143/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που έκανε δεκτή την από 29-11-2016 (αριθμ. καταθ. .../2017) αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των εναγόντων - αναιρεσίβλητων και αναγνώρισε τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους συγκύριους κατά ποσοστό 447,005%ο εξ αδιαιρέτου έκαστο των δύο πρώτων και 105,890%ο την τρίτη εξ αυτών, επί του αναφερόμενου ακινήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι να είναι ο μεταβιβάσας κύριος του ακίνητου που μεταβιβάστηκε.
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπάροχού του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 118, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα και το ορισμένο της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, από άποψη ακριβούς περιγραφής του αντικείμενου της διαφοράς είναι ο ακριβής προσδιορισμός του ακινήτου, κατά θέση, όρια, είδος και έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, θα πρέπει να εκτίθεται η θέση του μέσα σε αυτό και τα όριά του.
Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο να εμφαίνεται. Η ακριβής όμως περιγραφή μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 1089/2019).
Επιπλέον, για την πληρότητα της κατά τα άνω αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου, αγωγής, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο, και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν αληθής κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.
Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επίδικου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επίδικου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ' υποφοράν, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Συνίσταται, δε, ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή, στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία. Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτήν την, τελευταία, περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο.
Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί είκοσι (20) τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει ως εάν να ήταν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Σε περίπτωση όμως που ο τίτλος κτήσης του ενάγοντος είναι παράγωγος (π.χ. αγορά), εάν ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που, κατά κανόνα, θα είναι η έκτακτη χρησικτησία.
Όμως, ο ενάγων δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί τη νομική φύση του επίδικου, ήτοι αν πρόκειται για αστικό ακίνητο - οικόπεδο, ήτοι ιδιόκτητη γαία (ελευθέρας κυριότητας - μουλκ) ή δημόσια γαία (εραζί - εμιριέ ή αρζί - μιρί), κατά τις διακρίσεις του οθωμανικού δικαίου, που ίσχυε στην περιοχή των Δωδεκανήσων μέχρι την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ του έτους 1865 (1-1-1932) καθόσον δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής.
Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 771/2021, ΑΠ 1125/2018).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί αοριστίας ισχυρισμός της αγωγής, ο οποίος πρέπει να αναφέρεται στις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί (ΑΠ 860/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση στην από 29-11-2016 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν ότι τυγχάνουν συγκύριοι ενός ακινήτου οικοπέδου εκτάσεως 2.807,60 τ.μ. , το οποίο βρίσκεται εντός του οικισμού της νήσου Χάλκης, όπως αυτό περιγράφεται κατά τα όριά του και αποτυπώνεται στο ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα.
Ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα των δύο πρώτων εξ αυτών παραγώγως, δυνάμει του αναφερόμενου και νομίμως μεταγεγραμμένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, το έτος 2003, έκτοτε δε ασκούσαν, διανοία κυρίου, όλες τις αναφερόμενες και προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις, συνιστώντας μάλιστα κάθετες ιδιοκτησίες, με την αναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη, και εκδίδοντας προς τούτο σχετική άδεια από την πολεοδομία προς ανέγερση των προβλεπόμενων από την πράξη συστάσεως κάθετων ιδιοκτησιών οικοδομών, ενώ, στη συνέχεια, το έτος 2014 οι δύο πρώτοι εξ αυτών μεταβίβασαν, λόγω πωλήσεως, στην τρίτη εξ αυτών εταιρεία ποσοστό 105,890%ο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου μετά του αντίστοιχου δικαιώματος ανεγέρσεως οικοδομής στο με αριθμό 10 τμήμα του οικοπέδου.
Ότι το άνω ακίνητό τους απέκτησαν παρά κυρίων, καθώς οι (κατονομαζόμενοι) δικαιοπάροχοί τους είχαν καταστεί συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου έκαστος με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με την άσκηση διανοία κυρίου των αναφερόμενων πράξεων νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας ήτοι από το έτος 1970 που το απέκτησαν λόγω άτυπης δωρεάς εκ μέρους του πατέρα τους, της νομής του με τα άνω προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ασκουμένης και εκ μέρους των απωτέρων δικαιοπαρόχων τους από το έτος 1900, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα, και, τέλος, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, διαδίδοντας ότι έχει δικαίωμα κυριότητας επί μέρους του επίδικου ακινήτου τους, με συνεχείς καταγγελίες τα έτη 2014 και 2016 προς την αρμόδια υπηρεσία δόμησης παρεμποδίζει τη διενέργεια των οικοδομικών εργασιών τους επ' αυτού, προσκομίζοντας μάλιστα στην εν λόγω υπηρεσία τα αναφερόμενα συμβόλαια αγοραπωλησίας και αποδοχής κληρονομιάς, με βάση τα οποία φέρεται κύριος τμήματος επιφανείας 367,60 τ.μ.
το οποίο όμως ανήκει στους ίδιους, αμφισβητώντας, με τον τρόπο αυτό, την, κατά τα άνω, συγκυριότητά τους.
Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του ακινήτου κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου έκαστος. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν την κτήση κυριότητας στο πρόσωπο των εναγόντων - αναιρεσίβλητων επί του επίδικου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο ήτοι λόγω αγοράς με συμβόλαια αγοραπωλησίας, νομίμως μεταγεγραμμένα, από πρόσωπα που είχαν αποκτήσει την κυριότητά τους πρωτοτύπως, δια της ασκήσεως νομής με διάνοια κυρίου από τους ίδιους και τους δικαιοπαρόχους τους, από το έτος 1900 έως και το έτος 2003, καθώς και οι συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις νομής που αυτοί (απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι) όσο και οι ίδιοι οι ενάγοντες ενεργούσαν επί του επίδικου ακινήτου αυτού (οικοπέδου), τόσο κατά τις διατάξεις της στην περιοχή της Δωδεκανήσου ισχυσάσης νομοθεσίας έως την εισαγωγής του Αστικού Κώδικα όσο και κατά τις διατάξεις του τελευταίου, ενώ γίνεται πλήρης περιγραφή του επίδικου ακινήτου με ειδικό προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, αποτυπωμένου επιπροσθέτως του όλου επίδικου αλλά και του διεκδικούμενου από τον αναιρεσείοντα τμήματος του μείζονος ακινήτου σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, ενώ τέλος, το όλο ακίνητο περιγράφεται στην αγωγή ως οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο μετά των επ' αυτού συσταθέντων κάθετων ιδιοκτησιών που κείται εντός του εγκεκριμένου οικισμού της νήσου Χάλκης Δωδεκανήσου, ώστε προσδιορίζεται σαφώς ότι πρόκειται για αστικό ακίνητο, ήτοι ιδιόκτητη γαία (μουλκ) κατά τις διακρίσεις του Οθωμανικού δικαίου, ανεξάρτητα από το ότι δεν απαιτείται, κατά τα προεκτεθέντα, ο προσήκον νομικός χαρακτηρισμός του κατά τις διακρίσεις του Οθωμανικού δικαίου, που ίσχυε στην περιοχή των Δωδεκανήσων έως την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ του έτους 1865 (1-1-1932) καθόσον δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της.
Επιπλέον, και αναφορικά με την αμφισβήτηση εκ μέρους του εναγόμενου με τις έγγραφες προτάσεις του επί της πρώτης συζήτησης της αγωγής της κυριότητας των δικαιοπάροχων των εναγόντων, επί του επίδικου ακινήτου, οι τελευταίοι είχαν καθ' υποφοράν συμπληρώσει με το δικόγραφο της αγωγής τους τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητάς τους (έκτακτη χρησικτησία) προσδιορίζοντας επαρκώς τις υλικές πράξεις νομής επ' αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα.
Το Εφετείο επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ορισμένη την αγωγή, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προταθέντως και νομίμως επαναφερθέντος με σχετικό λόγο έφεσης από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, για το λόγους ότι α) δεν προσδιορίζεται η νομική φύση του ακινήτου επί του οποίου επικαλούνται δικαίωμα κυριότητας οι ενάγοντες, έλλειψη την οποία και δεν συμπλήρωσαν με τις έγγραφες προτάσεις τους και β) δεν συμπληρώθηκε η αγωγή από τους ενάγοντες μετά την αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους με τον επαρκή προσδιορισμό των υλικών πράξεων νομής των τελευταίων επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας), δεν υπέπεσε στην από το αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφερόμενη νομική πλημμέλεια και ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.
IV) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 104/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της δίκης και τη συνέχιση αυτής ως προς τους παρόντες αναιρεσείοντα, πρώτο και δεύτερη των αναιρεσίβλητων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 104/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ