Supreme Court allows appeal against labor court decision regarding improper service of lawsuit to wrong minister.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a labor court decision that had dismissed a lawsuit filed against the Greek State. The plaintiffs argued that the court erred in accepting the case after the initial summons was served on an incompetent minister instead of the Minister of Finance, which should have rendered the proceedings inadmissible. The court ruled that the first ground of appeal was valid because the procedural defect in service necessitated the annulment of the lower court's judgment, thereby remanding the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 583 of the Code of Civil Procedure; The service of a lawsuit against the Greek State on a minister other than the competent one does not render the proceedings inadmissible, but if the lower court fails to annul the prior procedural act based on this defect, the appeal is admissible and the judgment must be annulled.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 244 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 244/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου -Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......., νομίμως εκπροσωπούμενου από τον ......, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Διονυσία Νταϊφώτη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1)Ε. Γ. του Ι., κατοίκου ..., και 2) Ε. Γ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Α., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2269/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3195/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-5-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 30-5-2022 με αριθμ.καταθ.... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, (των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν.4335/2015, εκ του χρόνου άσκησης της κατωτέρω αγωγής), επί της από 4-1-2016 με αριθμ.
καταθ.121/2016 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθ. 2269/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ'ουσία η από 28-12-2010 με αριθμ.καταθ. ... αγωγή των δύο εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, περί επιδίκασης δεδουλευμένων αποδοχών (επιδόματα εορτών, αδείας και αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας) των ετών 2008 και 2009, δυνάμει των από 3-1-2005, και έκτοτε διαδοχικά ανανεούμενων, συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, χαρακτηριζόμενων κατ'επίφαση ως "συμβάσεις έργου", και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως αντισυμβαλλόμενος, στις συμβάσεις αυτές, εργοδότης τους, να καταβάλει το ποσό των 7.800 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και το ποσό των 7.200 ευρώ στη δεύτερη τούτων, νομιμοτόκως.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας, (9-7-2021), μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (30-5-2022), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 126 παρ.1 ΚΠολΔ κατά το εδ. ε, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της παρ.1 από το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ.2 του ν.4335/2015, (και έκτοτε εδ.δ'), η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο.
Κατά το άρθρο 85 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ν.δ/γμα 356/1974), όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 85 παρ.5 του ν.4798/2022, επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Δημόσιο εκπροσωπεί ο διευθυντής του δημόσιου ταμείου, κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών.
Εξάλλου, με το άρθρο 5 του "Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου" (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), ορίζεται ότι "μόνον αι προς τον Υπουργόν Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 ν.Ρ?Ρ' γενόμεναι κοινοποιήσεις οιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι εννόμους συνεπείας. Η διάταξις εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού, είτε και εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργό Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Ελληνικό Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή απαραδέκτου στις δίκες του ΚΕΔΕ, ακυρότητας δε στις λοιπές, τόσο στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο και τούτο για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου (ΑΕΔ 27/2004).
Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται απαράδεκτο ή ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 1134/2023, ΑΠ 1274/2021, ΑΠ 198/2020, ΑΠ 1102/2019, ΑΠ 1309/2015, ΑΠ 498/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης (Ολ.12/2000, ΑΠ 470/2022, ΑΠ 152/2022, ΑΠ 933/2019).
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές), κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 198/2020, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 315/2013).
Εξάλλου, επί παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης κλπ, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό ή η αναβολή της συζήτησης ή η αναστολή της διαδικασίας επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης, που προηγήθηκε, όπως π.χ.
είναι η ακυρότητα της κλήτευσης, ή (και) προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπεράσπισης (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 470/2022, ΑΠ 452/2011, ΑΠ 554/2009). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 του ΑΚ το δικαστήριο, όταν απαγγέλλει την ακυρότητα διαδικαστικής πράξης, διατάζει αυτεπαγγέλτως να επαναληφθεί η πράξη μέσα σε ορισμένη προθεσμία, αν κρίνει ότι αυτό είναι δυνατό, εκτός εάν έχει ήδη επέλθει έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την, κατ'εκτίμηση, από τον αριθμό 14 (και όχι και από τον αριθμό1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απήγγειλε την ακυρότητα της επίδοσης της, από 28-12-2010, στρεφομένης κατ'αυτού, ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, λόγω παράλειψης της επίδοσης της στον Υπουργό των Οικονομικών, που το εκπροσωπεί νομίμως, όπως απαιτείται κατά το άρθρο 5 του "Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου", (το αρθ.19 παρ.28 εδ.β'του ν.2386/1996 που ορίζει τον τόπο της επίδοσης αυτής στον Υπουργό Οικονομικών), με επαγόμενη συνέπεια το απαράδεκτο της αγωγής, και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής του, με τον οποίο επανέφερε τον προβληθέντα και πρωτοδίκως παραδεκτά ίδιο ισχυρισμό.
Σημειώνεται ότι η επικαλούμενη από το αναιρεσείον ακυρότητα της επίδοσης της ένδικης αγωγής για τον ιστορούμενο λόγο, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, επάγεται όμως το απαράδεκτο της συζήτησης της αγωγής-και όχι το απαράδεκτο αυτής, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει το αναιρεσείον-που επίσης στοιχειοθετεί, σε περίπτωση βασιμότητας, τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης, δεδομένου ότι επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας της διαδικαστικής πράξης, ήτοι της ακυρότητας της κλήτευσης, που προηγήθηκε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στις 14-5-2015, της από 28-12-2010 με αριθ. καταθ. ..., αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων περί αξίωσης επιδίκασης οφειλόμενων αποδοχών (επιδομάτων εορτών, αδείας και αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας), με επίκληση υποκρυπτόμενων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, με τις έγγραφες προτάσεις του και με νομότυπη δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η ένδικη αγωγή, ενώ στρέφεται κατ'αυτού δεν επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών, που το εκπροσωπεί νομίμως, όπως απαιτείται, από το αρθ.5 του "Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου", (σε συνδ.
με αρθ.19 παρ.28 εδ.β'του ν.2386/1996), αλλά, κατά το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο αντίγραφό της, με επισημείωση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Α. Κ., ακύρως επιδόθηκε στις 30-12-2010, σε άλλο Υπουργό, στον τ. Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, με συνέπεια το απαράδεκτο της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επί της άνω αγωγής, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2269/2015 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού απέρριψε τον ανωτέρω προβληθέντα ισχυρισμό του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, έκανε δεκτή εν μέρει κατ'ουσία την αγωγή των αντιδίκων του.
Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης το αναιρεσείον άσκησε την από 4-1-2016 έφεση, επαναφέροντας με τον πρώτο λόγο της, τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό, και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 3195/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, απέρριψε τον ανωτέρω πρώτο λόγο εφέσεως, διαλαμβάνοντας, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, υπέβαλε την ένσταση περί απαραδέκτου της υπό κρίση αγωγής, λόγω μη κοινοποιήσεώς της, στον Υπουργό Οικονομικών.
Η ένσταση αυτή, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επαναφέρεται δε από το εκκαλούν, με τον πρώτο λόγο εφέσεώς του, πρέπει να απορριφθεί, ως νόμω αβάσιμος (λόγος εφέσεως), καθόσον η επίδικη διαφορά είναι αμιγώς εργατική διαφορά, που πηγάζει από παροχή εξαρτημένης εργασίας και έχει γεννηθεί με αφορμή αυτή, και δεν αφορά διαφορά Δημοσίου Δικαίου.
Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση δεν απαιτείται η κοινοποίηση (της αγωγής) στον Υπουργό Οικονομικών (..)". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, θεωρώντας έγκυρη την επίδοση της από 28-12-2010 αγωγής που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, παρότι αυτή δεν έγινε στον Υπουργό Οικονομικών, αλλά σε άλλον, αναρμόδιο για την παραλαβή του δικογράφου, Υπουργό, και ακολούθως δέχθηκε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προχώρησε στη συζήτησή της, εκδίδοντας την εκκαλουμένη απόφαση, παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα της ανωτέρω επίδοσης και συνακόλουθα απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής (και όχι απαράδεκτη αυτή, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει το αναιρεσείον), καθόσον το απαράδεκτο της συζήτησής της, επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης, που προηγήθηκε, δηλαδή της ακυρότητας της κλήτευσης του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ανεξαρτήτως βλάβης του.
Επομένως ο υπό κρίση, πρώτος, από τον αριθμό 14 (και όχι και από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω, πρώτου, λόγου αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του πρώτου λόγου της.
Στη συνέχεια, και επειδή εν προκειμένω, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης, η υπόθεση χρήζει διευκρίνισης λόγω της εφαρμογής από το δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου έφεσης, της διάταξης του άρθρου 161 εδ.α' ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για την άσκηση της ένδικης αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου δεν προβλέπεται από το νόμο αποσβεστική προθεσμία, ώστε να έχει επέλθει έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο αυτής, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 εδ.
β'ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Τέλος οι αναιρεσίβλητες, που νικήθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να καταδικασθούν λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού, υποβληθέντος με τις προτάσεις του, νόμιμου αιτήματός του, (αρθ.176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 22 ν.3693/1957 σε συνδ.
με την παρ.2 της υπ' αριθμ. 134423 οικ. της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών)
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ