Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, upholding lower court's rejection of worker's claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the First Instance Court of Patras, which had dismissed the worker's labor claim. The appellant argued that the lower court erred in characterizing the work as non-physical and in assessing the employer's conduct. The court found no violation of law, noting that the work involved simple machine operations requiring no special expertise and that the employer did not abuse its right to terminate the contract.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of Law 3514/1928; Article 281 of the Civil Code: The Supreme Court reviews appeals only for legal errors, not factual assessments, and upholds the lower court's determination that simple machine operations constitute physical work and that the employer acted lawfully in terminating the contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 244 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 244/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρου Άγγελο Στεργιόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης βιοτεχνικής εταιρίας ξύλου με την επωνυμία "Α. Β. Α.Ε.", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Τελώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 669/2014 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 13/2016 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 27.7.2016 και με αριθμό κατ. 18/27.7.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 13/19.1.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 669/13.11.2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 10.12.2014 και με αριθμό κατ. 504/2014 έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, καθώς και ο ασκηθείς με τις από 3.3.2015 έγγραφες προτάσεις της, πρόσθετος λόγος εφέσεως και εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 17.9.2013 και με αριθμό κατ. 2761/2013 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 27.7.2016, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσίβλητη (άρθρο 261 ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2.-Kατά το άρθρo 10 Ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ της 8/13-12-1928, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ΝΔ 2655/1953, "Ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος Νόμου θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ` αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.
Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι, οι υπηρέται πάσης κατηγορίας καθώς και παν εν γένει πρόσωπον το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι` αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.
Έτσι, για το χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.
Ειδικότερα, για το χαρακτηρισμό ως ιδιωτικών υπαλλήλων των απασχολουμένων στη βιομηχανική παραγωγή, δεν αρκεί η άσκηση στο χειρισμό και στη ρύθμιση των μηχανικών μέσων με τα οποία, λόγω της αλματώδους τεχνολογικής προόδου, αναπληρώνεται η καταβολή μυϊκής δύναμης, αλλά απαιτείται εξειδιασμένη εμπειρία και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας, το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΑΠ 1448/2017, ΑΠ 464/2014, ΑΠ 1405/2014, ΑΠ 1415/1995).
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.
Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. (ΑΠ 114/2019).
3.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). 4.-Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία έχει ως αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την επεξεργασία και εμπορία ξύλου και ειδικότερα την κατασκευή ξυλουργικών προϊόντων οικοδομικής (πριόνισμα, πλάνισμα, εμποτισμό ξύλου κτλ), προς το σκοπό δε αυτό διατηρεί εργοστάσιο στην Πάτρα.
Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 7.12.1998 με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως εργάτης και με την ιδιότητά του αυτή απασχολήθηκε στο εργοστάσιο της εναγομένης ως βοηθός χειριστή και στη συνέχεια και μέχρι την απόλυσή του στις 2.9.2013 ως χειριστής των μηχανημάτων επεξεργασίας ξύλου και συγκεκριμένα της "ραμποτέζας" και της "πρέσσας" συγκόλλησης συνθετικών δοκαριών διαφόρων διατομών.
Ειδικότερα ο ενάγων τοποθετούσε στη ραμποτέζα, που είναι μηχάνημα "πλανίσματος" ξύλου, τα ξύλα, αλλάζοντας τα μαχαίρια, ανάλογα με τη διατομή των ξύλων κάθε φορά. Η αυτόματη αυτή μηχανή επεξεργάζονταν τα ξύλα, τα οποία, μετά το πέρας της επεξεργασίας, αφαιρούσε ο ενάγων με τα χέρια του. Στη συνέχεια ο ενάγων τοποθετούσε τα πλανισμένα ξύλα στη μηχανή συγκόλλησης και άπλωνε κόλλα στα προς συγκόλληση ξύλα, τα οποία συγκολλούνταν από την αυτόματη ως άνω μηχανή.
Από την περιγραφή των παραπάνω εργασιών, τις οποίες εκτελούσε ο ενάγων, προκύπτει ότι η εργασία του έγκειτο, κατά κύριο λόγο, στο χειρισμό και ρύθμιση των παραπάνω μηχανημάτων του εργοστασίου της εναγομένης, δηλαδή η εργασία του ήταν κυρίως χειρωνακτική, χωρίς ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη αξιόλογης ευθύνης, πέραν εκείνης που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων του εργάτη.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι όλες τις προαναφερθείσες εργασίες ο ενάγων εκτελούσε υπό την καθοδήγηση των μηχανολόγων - μηχανικών του εργοστασίου της εναγομένης, οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με την παρακολούθηση της εργασίας των χειριστών των παραπάνω μηχανημάτων, άρα και του ενάγοντος, και την πιστή τήρηση των εντολών τους αναφορικά με τη ρύθμιση των εν λόγω μηχανημάτων, και την εν γένει επίβλεψη της παραγωγής.
Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων δεν είχε την απαιτούμενη θεωρητική μόρφωση για την τυχόν ανάπτυξη πρωτοβουλίας στο χειρισμό των παραπάνω μηχανημάτων, όπως προεκτέθηκε, η οποία άλλωστε δεν απαιτούνταν, αλλά εμπειρικές γνώσεις, οι οποίες τον βοηθούσαν στην εκτέλεση των εντολών, που ελάμβανε, κατά τα προαναφερθέντα.
Επομένως, στην προαναφερθείσα εργασία του ενάγοντος το σωματικό στοιχείο υπερτερούσε του πνευματικού και ως εκ τούτου, ο ενάγων απασχολήθηκε ως εργατοτεχνίτης και όχι ως ιδιωτικός υπάλληλος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 2.9.2013 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, προσφέροντας συγχρόνως σ' αυτόν την οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, που αντιστοιχούσε στην ιδιότητα του εργάτη, την οποία πράγματι εισέπραξε ο ενάγων.
Η αποζημίωση αυτή ποσού 3.971,11 ευρώ, που καταβλήθηκε στον ενάγοντα και αντιστοιχούσε σε αποζημίωση εργάτη, ήταν η προσήκουσα και ως εκ τούτου η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του δεν είναι άκυρη, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων, ισχυριζόμενος ότι η καταβληθείσα σε αυτόν αποζημίωση ήταν ελλιπής, αφού αυτός, κατά την άποψή του, δικαιούνταν αποζημίωση υπαλλήλου και όχι αυτήν του εργάτη, που του καταβλήθηκε, άποψη που, κατά τα ανωτέρω, δεν δέχεται το δικαστήριο τούτο.
Πέραν τούτων, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος οφείλεται σε κακότητα και εμπάθεια των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης στο πρόσωπό του. Επομένως, δεν τίθεται θέμα καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος και ως εκ τούτου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ήταν έγκυρη.
Ο ενάγων με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και προς αντίκρουση των ισχυρισμών της εναγομένης επικαλέστηκε ότι με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας παραβιάσθηκε ευθέως η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού και συγκεκριμένα διότι υπήρχαν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού και ως εκ τούτου αυτή (καταγγελία) είναι προφανώς καταχρηστική.
Όμως, τα ως άνω επικαλούμενα με τις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις του ενάγοντος περιστατικά συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, με την προσθήκη νέας βάσης, η οποία είναι απαράδεκτη κατ' άρθρο 224 εδ. α' ΚΠολΔ (ΑΠ 548/2010ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, τα αιτήματα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, για υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτού και για καταβολή των μισθών υπερημερίας, καθώς και το επικουρικό αίτημα για καταβολή της διαφοράς της αποζημίωσης απολύσεως (του υπαλλήλου από αυτή του εργάτη) είναι απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσίαν.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως προς τα παραπάνω αιτήματά της έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της από 10.12.2014 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την προσβληθείσα με αριθ. 669/2014 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε αντιθέτως κρίνει ότι ο ενάγων εργάζονταν ως ιδιωτικός υπάλληλος και όχι ως εργατοτεχνίτης με συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και τη γέννηση αξιώσεων καταβολής αποδοχών υπερημερίας, και στη συνέχεια κράτησε την υπόθεση και απέρριψε ως αβάσιμη κατ` ουσία στο σύνολό της την από 17.9.2013 αγωγή του ενάγοντος.
5.-Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 ΠΔ, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 2655/1953, καθώς και του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955, ούτε παραβίασε την κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφενός μεν ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ιδιότητας του ενάγοντος ως εργάτη, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η εργασία του αναιρεσείοντος, ως συνιστάμενη σε σχετικά απλούς και τυποποιημένους χειρισμούς μηχανήματος, για τους οποίους δεν είναι αναγκαία η ανάπτυξη πρωτοβουλίας με αξιοποίηση ειδικών γνώσεων ή ιδιάζουσας εμπειρίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατά κύριο χαρακτήρα μη σωματική, αφετέρου δε ως προς το ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος, λόγω κακότητας και αντιπάθειας των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης στο πρόσωπό του, καθότι δεν δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα από την αναιρεσίβλητη, διότι αυτός διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά του, όπως αβασίμως αιτιάται με το μοναδικό από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων.
Επισημαίνεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διατυπώνεται με σαφήνεια και πληρότητα το αποδεικτικό πόρισμα, με συνέπεια να μην απαιτούνται περαιτέρω αιτιολογίες ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ή την ανάλυση των περί του αντιθέτου πραγματικών επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος. Υπό το πρόσχημα δε της θεμελίωσης του λόγου αυτού αναίρεσης, και μάλιστα με αναφορά σε αποδεικτικά μέσα πλήττεται ουσιαστικά η εκτίμηση από το Μονομελές Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ` εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
6.-Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27.7.2016 και με αριθμό κατ. 18/27.7.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 13/19.1.2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ