Legislator Case Law & Legislation
244/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim, ruling mere inactivity insufficient without specific bad faith conduct.

Case Number 244/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a debt dispute. The appellant argued that the defendant's prolonged inactivity constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code, but the court found this argument legally unfounded. The court held that inactivity alone does not prove abuse of right unless accompanied by specific circumstances creating a legitimate belief that the claim would never be pursued.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.C.; The exercise of a right is not an abuse of right merely due to the inactivity of the holder, unless specific circumstances and conduct create a legitimate belief that the right will not be exercised, leading to detrimental consequences for the other party.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principles prolonged inactivity civil procedure appeal Article 281 Civil Code legitimate expectation detrimental consequences

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 244 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 244/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Ν. Χ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλλη Ανδριανάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK", ως καθολικής Διαδόχου της αρχικά καθ' ης η ανακοπή Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάρκο Αχουζαρίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6248/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4709/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/1/2018 αίτησή της και τους από 12/2/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκεινται προς κρίση η από 31-1-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 4709/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, καθώς και οι από 12-2-2019 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκαν κατ' ουσία η από 12-5-2016 έφεση της αναιρεσείουσας, καθώς και η από 1-6-2016 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 6248/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την τελευταία απόφαση δικάστηκε η από 3-4-2013 εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπή της αναιρεσείουσας και οι από 29-8-2014 πρόσθετοι λόγοι αυτής, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί η από 21-3-2013 επιταγή προς πληρωμή, που είχε συνταχθεί κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου δεύτερου εκτελεστού της υπ' αριθ. 13182/1999 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επιτασσόταν μ' αυτή να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 24.941.960,94 ευρώ από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την πλήρη εξόφληση του καταλοίπου της οποίας, μετά το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού είχε εγγυηθεί αυτή (αναιρεσείουσα), ευθυνόμενη αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία, έγινε δε εν μέρει δεκτή η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και ακυρώθηκε εν μέρει η επιταγή προς πληρωμή και δη κατά το ποσό του 1.084.533,39 ευρώ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους, έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί.

Η παράλειψη δε τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 318/2017). Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με τον Ν. 1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει την 17.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας.

Όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, πράγμα το οποίο ισχύει και επί της 30ήμερης προθεσμίας που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα, με αφετηρία την επομένη της επίδοσης, συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 332/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε για τη δικάσιμο της 18-3-2019. Η αναιρεσείουσα κατέθεσε το από 12-2-2019 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης στις 14-2-2019, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη υπ' αριθ. 19/14-2-2019 πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από την αρμόδια γραμματέα, ενώ το επέδωσε στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 5442Γ/15-2-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ.

Μ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, στις 15-2-2019. Έτσι, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ήτοι από 16-2-2019, συμπίπτει με την 17-3-2019, ημέρα Κυριακή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του έτους αυτού, ώστε η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, λήγει την 7η της επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 18-3-2019, η οποία είναι και η δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ.

ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν είχε συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, του ζητήματος αυτού εξεταζομένου αυτεπαγγέλτως, αλλά και κατά παραδοχή της ένστασης της αναιρεσίβλητης, που υποβλήθηκε με τις εμπροθέσμως, κατ' άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ, κατατεθείσες στις 22-2-2019 προτάσεις της.

Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρ. 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκε ότι κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί, εν όλω ή εν μέρει, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού (παρ. 1). Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.

Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ...(παρ. 2 ). Περαιτέρω, με το άρθρο 39 παρ. 1, 2, 3, 4 και 12 του επιγενομένου και ισχύοντος από 4-8-2004 ν. 3259/2004, ορίζονται τα εξής : "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ.2). Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω... (παρ. 3).

Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.

Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.

Μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής... (παρ. 4)...Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρ. 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει (παρ. 12)".

Περαιτέρω, με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3723/2008 προστέθηκε στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 εδάφιο το οποίο ορίζει : " η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεις, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, και περιορίσθηκε το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαίτησης από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείσθηκαν της ρύθμισης εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου.

Περαιτέρω, στην ευνοϊκή για τους οφειλέτες ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 1 και 2 εδ. α' ν. 3259/2004 για τον επανακαθορισμό του ύψους της οφειλής τους εμπίπτουν οι οφειλέτες των τραπεζών, των οποίων οι οφειλές υπερβαίνουν το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.

Η διάταξη της παρ. 1 του ως άνω άρθρου, που θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, που ορίζει σαφώς ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 επί απαιτήσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης τα 400.000 ευρώ, δηλαδή θέτει τις αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Ενώ, δηλαδή, με την παρ. 1 θεσπίστηκε ορισμένο ποσοτικό όριο μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός και η ρύθμιση των οφειλών από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, δηλαδή της προστασίας των οφειλετών μεσαίων επιχειρήσεων ή των οφειλετών που ήσαν σχετικά συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη τους να διογκωθούν, με την παρ. 4 αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ.

Αντίστοιχη ρύθμιση ως προς το ύψος της οφειλής, που απέβλεπε στον αποκλεισμό από την ευνοϊκή ρύθμιση των μεγαλοοφειλετών, είχε περιληφθεί στο άρθρο 30 παρ. 9 περ. δ' ν. 2789/2000 για οφειλές που υπερέβαιναν το ποσόν των 750.000.000 δρχ. ή 2.201.000 ευρώ. Επομένως, στην περίπτωση που συντρέχει οποιαδήποτε από τις δύο αρνητικά διατυπωμένες περιπτώσεις της παρ. 4 δεν έχει εφαρμογή η παρ. 1 και το εδ.

α' της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Οι οφειλέτες που αποκλείονται του δικαιώματος επανακαθορισμού της οφειλής των κατά την παρ. 4 δικαιούνται, σύμφωνα με τα εδ. β' και γ' της παρ. 4, να ζητήσουν τη ρύθμισή της σύμφωνα με τα οριζόμενα στα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 2, δηλαδή να αποπληρώσουν αυτήν σε χρονικό ορίζοντα επτά (7) ετών, διετή περίοδο χάριτος και περιοδικές ισόποσες δόσεις, εφόσον ήθελε υποβληθεί σχετική αίτηση από τον οφειλέτη μέσα στην προθεσμία που τάσσει ο νόμος (ΑΠ 1002/2019, 45/2016, ΑΠ 1549/2013, ΑΠ 782/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/06, 4/2005).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, AΠ 326/2018, ΑΠ 160/2018).

Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 58/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: " Δυνάμει της υπ' αριθ. …/…-4-1994 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό η καθής η ανακοπή Τράπεζα χορήγησε στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΓΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΤΕ", πίστωση ποσού 1.000.000.000 δρχ. (ήτοι 2.934.788,98 ευρώ), το ύψος της οποίας αυξήθηκε με την υπ' αριθ.

…/1/ …-5-1995 σύμβασης μεταβολής του ύψους της πίστωσης, μέχρι του τελικού ποσού των 2.500.000.000 δρχ. (ήτοι 7.336.757 ευρώ). Η ανακόπτουσα εγγυήθηκε υπέρ της ανωτέρω πιστούχου την τήρηση των όρων της σύμβασης και την πλήρη εξόφληση του καταλοίπου, μετά το κλείσιμο του αλληλοχρέου λογαριασμού, ευθυνόμενη αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με την πιστούχο ως αυτοφειλέτης.

Για την εξυπηρέτηση της πίστωσης τηρήθηκε ο υπ' αριθ. 106435 αλληλόχρεος λογαριασμός, ο οποίος έκλεισε στις 31-3-1999 με συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο 1.391.915.427 δρχ και με καταγγελία της καθής η ανακοπή, επιδοθείσα στην πιστούχο και στην εγγυήτρια. Ακολούθως, μετά από αίτηση της καθής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 13182/1999 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε μεταξύ άλλων η ανακόπτουσα να καταβάλει, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον μετά των λοιπών εγγυητών, στην καθής:

α) 4.020.633,34 ευρώ (ήτοι το ισόποσο του 1.370.030.812 δρχ), έντοκα και από 15-7-1999 μέχρι εξοφλήσεως, β) 249.449,74 ευρώ (ήτοι το ισόποσο των 85.000.000 δρχ) έντοκα από 23-6-1999 μέχρι εξοφλήσεως, γ) 968.451,94 ευρώ (ήτοι το ισόποσο των 330.000.000 δρχ) έντοκα από 2-8-1999 μέχρι εξοφλήσεως και όλα τα παραπάνω ποσά μέχρι την εξόφληση με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο, που ισχύει κάθε φορά για τις οφειλές στην Τράπεζα που βρίσκονται σε καθυστέρηση πλέον του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών προς 3%επί των τόκων αυτών και με ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας ανά εξάμηνο με το ίδιο πιο πάνω επιτόκιο.

Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής ασκήθηκε και από την ανακόπτουσα η από 8-11-1999 (αρ. κατ. δικ. 9427/1999) ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την 281/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα...Κατόπιν η καθής επέδωσε στην ανακόπτουσα, στις 22-3-2013, αντίγραφο εξ απογράφου δευτέρου εκτελεστού της ανωτέρω 13182/1999 διαταγής πληρωμής, μετά της κάτωθι αυτής από 21-3-2013 επιταγής προς πληρωμή, με την οποία επιτάχθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει στην καθής τα εξής ποσά:

α) 4.020.633,34 ευρώ (ήτοι το ισόποσο του 1.370.030.812 δρχ), έντοκα και από 15-7-1999 μέχρι εξοφλήσεως, β) 249.449,74 ευρώ (ήτοι το ισόποσο των 85.000.000 δρχ) έντοκα από 23-6-1999 μέχρι εξοφλήσεως, γ) 968.451,94 ευρώ (ήτοι το ισόποσο των 330.000.000 δρχ) έντοκα από 2-8-1999 μέχρι εξοφλήσεως, 4) 14.518.516,50 ευρώ για επιδικασθέντες τόκους με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο, που ισχύει κάθε φορά για τις οφειλές στην καθής, που βρίσκονται σε καθυστέρηση πλέον του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών προς 3% επί των τόκων και με ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας ανά εξάμηνο με το ίδιο πιο πάνω επιτόκιο επί του ποσού των 4.020.633,34 ευρώ, από 15-7-1999 μέχρι την ημερομηνία σύνταξης της επίδικης επιταγής, 5) 1.079.566,41 ευρώ, για επιδικασθέντες τόκους με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο, που ισχύει κάθε φορά για τις οφειλές στην καθής, που βρίσκονται σε καθυστέρηση πλέον του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών προς 3% επί των τόκων με ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας ανά εξάμηνο με το ίδιο πιο πάνω επιτόκιο επί του ποσού των 249.449,74 ευρώ από 23-6-1999 μέχρι την ημερομηνία σύνταξης της επίδικης επιταγής, 6) 4.090.901,42 ευρώ για επιδικασθέντες τόκους με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο, που ισχύει κάθε φορά για τις οφειλές στην καθής, που βρίσκονται σε καθυστέρηση πλέον του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών προς 3% επί των τόκων με ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας ανά εξάμηνο με το ίδιο πιο πάνω επιτόκιο επί του ποσού των 968.451,94 ευρώ από 2-8-1999 μέχρι την ημερομηνία σύνταξης της επίδικης επιταγής, 7) 14.275,86 ευρώ για δικαστική δαπάνη, 8)0,58 ευρώ για τέλος απογράφου, 9) 2 ευρώ για μεγαρόσημο απογράφου, 10) 3,15 ευρώ για σήμανση, 11) 100 ευρώ για τη σύνταξη της επίδικης επιταγής και 12) 60 ευρώ για παραγγελία επιδόσεως, επίδοση και κατάθεση αποδεικτικού επιδόσεως στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου, δηλαδή συνολικά 24.941.960,94 ευρώ, πλην του κονδυλίου των τόκων, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της επίδικης επιταγής και μέχρι την εξόφληση...Με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής και τους πρώτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους, η ανακόπτουσα ισχυρίσθηκε ότι η καθής η ανακοπή προέβη σε έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης, με την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, κατά παράβαση του Ν. 3259/2004..., επιδιώκοντας την είσπραξη μη οφειλομένων ποσών, καθόσον δεν προέβη σε επανακαθορισμό της οφειλής της (ανακόπτουσας) βάσει του Ν. 2789/2000 και Ν. 3259/2004 και ως εκ τούτου η απαίτησή της έχει προσδιοριστεί εσφαλμένα.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τους ανωτέρω λόγους ως νόμω αβάσιμους. Με τον υπό στοιχείο ( ΙΑ1) λόγο έφεσης, η εκκαλούσα αιτιάται, ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου εχώρησε η απόρριψη των άνω λόγων. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, για την υπαγωγή της οφειλής προς πιστωτικά ιδρύματα στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ. 1, 2 του Ν. 3259/2004 θα πρέπει να μη συντρέχει καμία από τις δύο διαζευτικά τιθέμενες, αρνητικώς διατυπωμένες, περιπτώσεις της παρ. 4 του ίδιου άρθρου 39, (όπως αυτή ερμηνεύτηκε με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3723/2008), αφού η συνδρομή έστω και μίας από αυτές αποκλείει την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του εν λόγω άρθρου και τον επανακαθορισμό της.

Θα πρέπει, επομένως, το αρχικό κεφάλαιο του δανείου ή πίστωσης να μην υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ, αλλά και το ύψος της οφειλής, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί αποκλειστικά κατά τον κρίσιμο χρόνο της 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, να μην υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ.

Στην προκειμένη όμως περίπτωση, το αρχικό κεφάλαιο της ένδικης πίστωσης, ανερχόμενο σε 1.000.000.000 δρχ, ήτοι 2.934.788,98 ευρώ, υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ και επομένως συντρέχει η μία από τις διαζευτικά τιθέμενες περιπτώσεις της παρ. 4, που αποκλείει την υπαγωγή της οφειλής της ενάγουσας στη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 39 και συγκεκριμένα συντρέχει η δεύτερη από τις δύο εξαιρέσεις της παρ. 4, που αναφέρεται στο κεφάλαιο του δανείου, ανεξαρτήτως της συνδρομής και της δεύτερης αρνητικής προϋπόθεσης-εξαίρεσης και δη αυτής που απαιτεί το δάνειο να μην υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ.

Επομένως η οφειλή της ανακόπτουσας δεν υπάγεται στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 και 2 του Ν. 3259/2004 ρύθμιση (περί ανωτάτου ορίου και επαναπροσδιορισμού της οφειλής)... Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο ανακοπής η ανακόπτουσα αμφισβητεί την κίνηση του αλληλόχρεου λογαριασμού και το εξ αυτού οφειλόμενο υπόλοιπο και ισχυρίζεται, ότι η καθής η ανακοπή παρανόμως δεν της χορήγησε στοιχεία για την πλήρη κίνηση των λογαριασμών και τούτο το έπραξε παρανόμως, προκειμένου να είναι αδύνατος από αυτήν (ανακόπτουσα) ο επαναπροσδιορισμός της οφειλής της με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004.

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί, που επαναφέρονται με τον (ΙΑ2) λόγο της έφεσης αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού η ανακόπτουσα δεν υπάγεται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις για επαναπροσδιορισμό της οφειλής της, λόγω του ύψους του δανείου, που υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ και όχι λόγω του ύψους της απαίτησης, ώστε να τυγχάνει άνευ επιρροής ο τρόπος υπολογισμού της απαίτησης, τον οποίο η ανακόπτουσα αμφισβητεί...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε, α) ότι ο πρώτος λόγος της ανακοπής της αναιρεσείουσας και οι πρώτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι αυτής είναι νόμω αβάσιμοι, απέρριψε τον (ΙΑ1) λόγο της έφεσης και β) ότι ο τρίτος πρόσθετος λόγος της ανακοπής της αναιρεσείουσας είναι αλυσιτελής, απέρριψε και τον (ΙΑ2) λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη ορθή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των 39 του Ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 Ν. 2912/2001, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Ειδικότερα, το Εφετείο, δεχόμενο, ότι με την παρ. 1 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 θεσπίστηκε ορισμένο ποσοτικό όριο μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός και η ρύθμιση των οφειλών από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και ότι με την παρ. 4 αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής, κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου, οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ ή το συνολικό ύψος της απαίτησης (οφειλής) υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και ακολούθως εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές και στην ένδικη περίπτωση, κατά την οποία διαπίστωσε τη συνδρομή της πρώτης από τις ως άνω αρνητικά διατυπωμένες περιπτώσεις της παρ. 4, που αναφέρεται στο αρχικό κεφάλαιο του δανείου, ενώ δεν απαιτείτο να ερευνήσει την υπέρβαση ή όχι του άλλου ορίου των 2.201.000 ευρώ, της υπέρβασης δηλαδή της απαίτησης ( οφειλής) της αναιρεσείουσας την 31-12-1999 από κάθε είδους συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, δεδομένου ότι τα ως άνω όρια λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά.

Εντεύθεν και η προβαλλόμενη εκ μέρους της αναιρεσείουσας αμφισβήτηση της απαίτησης (οφειλής) και ειδικότερα της κίνησης του αλληλόχρεου λογαριασμού και του εξ αυτού οφειλόμενου υπολοίπου και η προβαλλόμενη αιτίαση, ότι η αναιρεσίβλητη παρανόμως δεν της χορήγησε στοιχεία για την πλήρη κίνηση των λογαριασμών, έτσι ώστε να είναι αδύνατος από την ίδια (αναιρεσείοσα) ο επαναπροσδιορισμός της οφειλής της με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, τυγχάνει άνευ επιρροής και ορθώς κρίθηκε, ότι, όσα αντίθετα προβάλλονται με το σχετικό τρίτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με τον (ΙΑ2) λόγο έφεσης, είναι αλυσιτελή.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές δε με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο εσφαλμένα έλαβε ως βάση υπολογισμού της οφειλής όχι το αρχικό κεφάλαιο, αλλά το αναφερόμενο στη σύμβαση πίστωσης χρηματικό ποσό, το οποίο αποτελεί το τελικό ποσό, ήτοι το συνολικό κεφάλαιο, που θα μπορούσε να παραχωρηθεί ως πίστωση και περαιτέρω, ότι για τον υπολογισμό του ποσού των 2.201.000 ευρώ, που δεν έπρεπε να υπερβαίνει η οφειλή, κατά την 31-12-1999, δεν αφαιρέθηκαν οι τόκοι από ανατοκισμό, ώστε να διαπιστωθεί, αν πράγματι η οφειλή, υπολογιζόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 2601/1998, ανερχόταν στο ποσό αυτό, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε ότι η οφειλή της αναιρεσείουσας δεν υπαγόταν στη ρύθμιση του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, διότι το αρχικό κεφάλαιο της πίστωσης ανερχόταν στο ποσό του 1.000.000.000 δρχ, ήτοι 2.934.788,98 ευρώ, που υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ και όχι το τελικό ποσό της σύμβασης, ήτοι το συνολικό ποσό, που θα μπορούσε να της παραχωρηθεί ως πίστωση και περαιτέρω, μετά την παραδοχή αυτή, το Εφετείο δεν ερεύνησε την υπέρβαση ή όχι του άλλου ορίου των 2.201.000 ευρώ, το ύψος δηλαδή της οφειλής της αναιρεσείουσας την 31-12-1999 από κεφάλαιο, συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ώστε να αφαιρέσει τόκους από ανατοκισμό, να διαγνωσθεί εντεύθεν ποιό ήταν το πραγματικό ύψος της οφειλής και εάν η οφειλή ανερχόταν στο ποσό αυτό και υπαγόταν στις ρυθμίσεις, που προβλέπονται από τις άνω διατάξεις.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή, ανακοπή κλπ κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (Ολ ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες οδηγήθηκε στο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η επίδικη οφειλή δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις των διατάξεων των Ν. 2789/2000, 2912/2001 και 3259/2004 και απέρριψε εντεύθεν τους σχετικούς λόγους της έφεσής της (ΙΑ1) και (ΙΑ2) με τους οποίους παραπονιόταν για την απόρριψη των αντίστοιχων λόγων της ανακοπής της. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο, κατά την απόρριψη των άνω λόγων έφεσης και την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει τους άνω λόγους της ανακοπής, κατά τα εκτιθέμενα στον πρώτο λόγο της αναίρεσης, δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης.

Από το άρθρο 924 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα αρκεί να προκύπτει από την επιταγή η αιτία της απαίτησης, η οποία κατ` αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα.

Εφ` όσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και εναπόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων (ΑΠ 194/1995). Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής κατά επιταγής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της απαίτησης και του ύψους της, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια αυτής που προσβάλλονται, δεδομένου ότι αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος, κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος.

Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα επιταγή, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται, διότι το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής της με τον οποίο παραπονιόταν για την απόρριψη από το πρωτοδικείο ως αορίστου του τέταρτου πρόσθετου λόγου της ανακοπής της, με τον οποίο προσέβαλε την επιταγή ως άκυρη, καθόσον αφορούσε το κονδύλιο για καταβολή του ΕΦΤΕ επί των τόκων, διότι με το άρθρο 33 του Ν. 2873/2000 είχε ήδη καταργηθεί από 1-1-2001.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της ανακοπής περί ακυρότητας της επιταγής, λόγω υπολογισμού και επίταξης κονδυλίου ΕΦΤΕ επί των τόκων υπερημερίας, το οποίο έχει καταργηθεί από 1-1-2001 (33 ν. 2873/2000), τυγχάνει απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζεται ειδικότερα το ποσό που προσβάλλεται, δεδομένου ότι η ακυρότητα κάποιου επιμέρους κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα του αντίστοιχου ποσού της επιταγής χωρίς να πλήττει αυτή στο σύνολό της...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε, ότι ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της ανακοπής της αναιρεσείουσας ήταν αόριστος, απέρριψε στη συνέχεια τον (VI) λόγο της έφεσης και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, διότι, εφόσον με το λόγο αυτό της ανακοπής η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε τον υπολογισμό του κονδυλίου ΕΦΤΕ επί των τόκων, έπρεπε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός της αυτός, να προσδιορίζει το συγκεκριμένο κονδύλιο, με το οποίο επιβαρύνθηκε για την πιο πάνω αιτία η οφειλή της, προκειμένου έτσι, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί βάσιμος ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής, να μειωθεί το συνολικό ποσό της απαίτησης που επιτάχθηκε να καταβάλει κατά το αντίστοιχο ποσό κατάλυσης της οφειλής και να μπορέσει το δικαστήριο της ανακοπής να ακυρώσει την επιταγή, κατά το επί πλέον αυτό ποσό.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 του ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου και συνεπώς λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθετη της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Κατά τη διάταξη αυτή η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του.

Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του ( Ολ ΑΠ 6/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/06, 4/2005).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται, διότι το Εφετείο απέρριψε τον (ΙΙΙ) λόγο της έφεσής της με τον οποίο παραπονιόταν για την απόρριψη από το πρωτοδικείο του τρίτου λόγου της ανακοπής της με τον οποίο προσέβαλε τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ως καταχρηστικής, διότι, όπως ισχυρίζεται με την αναίρεσή της, από την επίδοση της πρώτης επιταγής μέχρι την επίδοση της ένδικης παρήλθε χρονικό διάστημα περίπου 14 ετών, χωρίς να ενοχληθεί και το οποίο επίτηδες άφησε η αναιρεσίβλητη να περάσει, προκειμένου να αυξάνονται αλματωδώς οι τόκοι με τους ανατοκισμούς και περαιτέρω, ότι εύλογα της δημιούργησε την πεποίθηση, ότι δεν πρόκειται, ενόψει και της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης, να αξιώσει την απαίτησή της και πολύ περισσότερο να εισπράξει ένα υπέρογκο και εξωπραγματικό ποσό τόκων, με αποτέλεσμα να της προκαλεί αφόρητες οικονομικές συνέπειες.

Από την παραδεκτή, με τον κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίσθηκε, ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθής είναι καταχρηστική (αρθ. 281 ΑΚ), διότι "εξαιτίας της μακράς αδράνειας της καθής εύλογα της δημιουργήθηκε η εντύπωση, ότι η τελευταία δεν πρόκειται να αξιώσει την ικανοποίηση της απαίτησής της εναντίον της"...

ο ανωτέρω τρίτος λόγος της ανακοπής τυγχάνει νόμω αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δε θεμελιώνουν κατάχρηση δικαιώματος, αφού μόνη η αδράνεια της καθής δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση της αξίωσης της καθής, χωρίς να συντρέχουν ειδικά περιστατικά και συμπεριφορά της καθής, που να δημιούργησε στην ανακόπτουσα και μάλιστα ευλόγως την πεποίθηση, ότι αυτή δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της και η μεταγενέστερη άσκησή του να τείνει στην ανατροπή διαμορφωθείσας κατάστασης, με επακόλουθο επαχθείς συνέπειες για την ανακόπτουσα, περιστατικά τα οποία η ανακόπτουσα ουδόλως επικαλείται...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε, ότι ο τρίτος λόγος της ανακοπής της αναιρεσείουσας είναι νόμω αβάσιμος, απέρριψε τον (ΙΙΙ) λόγο της έφεσης αυτής και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τούτο διότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της ένστασης αυτής πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής και δέχτηκε και η προσβαλλόμενη και όχι με βάση αυτά, τα οποία το πρώτον απαραδέκτως προβάλλει με την αναίρεση, δεν αρκούν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, να στηρίξουν κρίση ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης αντιτίθεται στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Επομένως ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η τελευταία, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ( άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-1-2018 αίτηση της Α. συζ. Ν. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4709/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 12-2-2019 προσθέτους αυτής λόγους.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ