244/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated244/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ούτε επίσης αντίθετη λύση ως άνω και με βάση τα προαναφερόμενα συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά το οποίο ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη.
Full text
Απόφαση 244 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 244/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ν., δικηγόρου, κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, 2. Ι. Κ.,κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ν. Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. Η. Μ., 2.Ν. Η. Μ., 3.Ε. Η. Μ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Μαλλιό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρασιών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 783/2013 μη οριστική 579/2018 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-11-2018 αίτησή τους Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων και πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσείουσας, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 20 παρ. Ι του Συντάγματος και 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., με το πρώτο των οποίων ορίζεται ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν' αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει, και με το δεύτερο των οποίων, σε αρμονία με το πρώτο, ορίζεται ότι οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, περαιτέρω δε και από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 με το οποίο ορίζεται ότι "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου....", με σαφήνεια προκύπτει ότι κάθε διάδικος δικαιούται να παρίσταται στις επισπευδόμενες από άλλο διάδικο δικαστικές πράξεις επί της υπόθεσης του και πρέπει να κλητεύεται προς τούτο υπό την προθεσμία και τις διατυπώσεις που τάσσει ο νόμος.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 80 και επ. Κ.Πολ.Δ., επί απλής πρόσθετης παρέμβασης ο υπέρ ου αυτή κύριος διάδικος (ενάγων ή εναγόμενος), αν δεν συντρέξουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 85 Κ.Πολ.Δ. για να πάρει τη θέση του ο προσθέτως παρεμβάς, εξακολουθεί να είναι υποκείμενο της έννομης σχέσης της δίκης και μετά την άσκηση της εν λόγω παρέμβασης, επί ενδίκων δε μέσων, τα οποία ασκεί προς το συμφέρον του ο προσθέτως παρεμβάς κατά τα άρθρα 502 παρ.3, 516 παρ.1, 542 παρ.1, 556 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., αυτός καταλαμβάνει αντίστοιχα τη θέση του ανακόπτοντος, εκκαλούντος, αιτούντος την αναψηλάφηση, αναιρεσείοντος και συνεπώς πρέπει, κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος , 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α και 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., να καλείται για να συμμετάσχει στη συζήτηση αυτών, όταν αυτή επισπεύδεται από τον αντίδικό του ή τον υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντα.
Αντίθετη λύση, επιτρέπουσα τη συζήτηση του ασκηθέντος από τον προσθέτως παρεμβάντα ένδικου μέσου μεταξύ τούτου και του αντιδίκου του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, χωρίς κλήτευση του μη παραστάντος υπέρ ου η παρέμβαση κυρίου διαδίκου, δεν συνάγεται από το άρθρο 82 εδάφιο τελευταίο του Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, αφού η διάταξη αυτή απλώς προνόησε και ρύθμισε θέματα που λόγω της θέσης του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη θα μπορούσαν να εκληφθούν ως μη καλυπτόμενα από τη γενική διάταξη του άρθρου 110 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 890/2015,ΑΠ 1127/1998).
Ούτε επίσης αντίθετη λύση ως άνω και με βάση τα προαναφερόμενα συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά το οποίο ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη.
Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη από 6-11-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 579/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (καθώς και η 783/2013 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου), που δίκασε ως Εφετείο. Με αυτήν έγινε δεκτή τυπικά και κατ'ουσίαν η έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Μ.
Μ., Ν. Μ. και Ε. Μ., στρεφόμενη κατά των εναγομένων-εφεσιβλήτων Π. Λ., Α. Λ. και Ε. Λ., που δεν είναι τώρα διάδικοι, καθώς και κατά της εφεσίβλητης Χ. Δ. Γ., καθ'ης η ανακοίνωση δίκης-προσεπικαλουμένης και προσθέτως υπέρ των άνω εναγομένων παρεμβάσασας στην πρωτοβάθμια δίκη και, ακολούθως, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκαν αυτοί κύριοι (συγκύριοι) του επίδικου ακινήτου, ενώ απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση, αφού εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια 4/2012 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρασιών, που είχε απορρίψει στο σύνολο της την αγωγή και είχε δεχθεί την πρόσθετη παρέμβαση.
Όμως, οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, ασκούν την ένδικη αναίρεση, ως καθολικοί διάδοχοι της αρχικής ως άνω προσθέτως παρεμβάσασας-εφεσίβλητης Χ. Δ. Γ., που απεβίωσε στις 20-2-2018, πριν από την έκδοση της άνω προσβαλλόμενης απόφασης, μετά όμως τη συζήτηση αυτής, δεν επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν έκθεση επίδοσης της αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση αυτής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο προς τους κύριους ως άνω διαδίκους (εναγόμενους) Π.
Λ., Α. Λ. και Ε. Λ., υπέρ των οποίων παρενέβησαν προσθέτως, και προς το συμφέρον των οποίων ασκείται η ένδικη αίτηση αναίρεσης, και των οποίων η κλήτευση είναι αναγκαία, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ενώ εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έγινε τέτοια κλήτευση από τους αναιρεσίβλητους (ενάγοντες).
Συνεπώς, πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6-11-2018 αίτησης των Ν. και Ι. Κ. για αναίρεση της 579/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (και της 783/2013 μη οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου), που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ