Legislator Case Law & Legislation
244/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property transfer claims as barred by statute of limitations and lacks merit.

Case Number 244/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's judgment regarding property transfers and lost profits. The appellants argued for the validity of transfers made during ongoing litigation, but the court found the claims time-barred and unsupported by evidence. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the appellee, and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; Article 495(3) of the Code of Civil Procedure: A claim for lost profits arising from a property transfer made during litigation is time-barred if the underlying debt became due before the transfer, rendering the transfer invalid and the claim inadmissible.

Keywords

AI generated
statute of limitations lost profits claim property transfer validity civil code provisions appeal dismissal judicial costs time-barred debt

Cited Legislation

AI generated
Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
No. 156/2008 of the Athens Court of Appeal
AI generated
1249/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
180/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη - εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
118/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 2/3/2005 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του τρίτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 655/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/10/2008 αίτησή του.
1532/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φ.
1006/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 244 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 244/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Α. - Π. Σ. του Σ. και 2) Ά. ή Ε. Σ. του Α. - Π., κατοίκων ... της Περιφερειακής Ενότητας ….και 3) Σ Σ. του Α. - Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Σακελλαρίου. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζαφείρη. Προς ην η κλήση (αναγκαία ομόδικο): Α. Ε. Π., σύζυγο Α. - Π. Σ., κάτοικο ... της Περιφερειακής Ενότητας …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1119/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2017 αίτησή τους και τους από 19-9-2018 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 75 παρ.1 και 2 προκύπτει ότι περίπτωση απλής ομοδικίας (υποκειμενικής σώρευσης αγωγών) υπάρχει όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι του ενός, ως εις ολόκληρον δικαιούχοι ή υπόχρεοι προς αποζημίωση εξ αδικοπραξίας ή εκ του νόμου, ενώνονται δε σε κοινή διαδικασία πλείονες έννομες σχέσεις δίκης, οι οποίες συνδέουν διάφορα υποκείμενα, χωρίς να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση καθενός από αυτούς έναντι των λοιπών, η δε εκδιδόμενη απόφαση, που είναι οριστική ως προς ορισμένους ομοδίκους, περατώνει τη δίκη ως προς αυτούς, καθίσταται δε οριστική αυτοτελώς και συνεπώς είναι κατά το μέρος αυτό προσβλητή με έφεση και πριν εκδοθεί απόφαση οριστική για τους λοιπούς διαδίκους.

Τέτοια είναι και η περίπτωση, κατά τη οποία στο αυτό δικόγραφο σωρεύονται περισσότερες, προς διάρρηξη καταδολιευτικών δικαιοπραξιών, αξιώσεις, οι οποίες ασκούνται υπό του αυτού ενάγοντος δανειστή κατά του αυτού οφειλέτη και τρίτων, διαφορετικών σε κάθε απαλλοτρίωση προσώπων, προς τα οποία μεταβιβάσθηκαν διαφορετικά περιουσιακά του στοιχεία.

Και τούτο διότι εκάστη αξίωση εις βάρος εκάστου υποχρέου (οφειλέτη και τρίτου), βαρυνομένου με διαφορετικό περιουσιακό στοιχείο, είναι αυτοτελής και προσωποπαγής. Δηλαδή, οι συνεναγόμενοι τρίτοι, αποκτήσαντες από τον οφειλέτη διαφορετικό περιουσιακό στοιχείο ο καθένας, συνδέονται μεταξύ τους με δεσμό απλής ομοδικίας.

Άλλως τίθεται το ζήτημα στην περίπτωση, κατά την οποία ο δανειστής, ασκών την αγωγή του άρθρου 939 του ΑΚ προς διάρρηξη της απαλλοτριώσεως, η οποία έγινε προς βλάβη του από τον οφειλέτη του, ενάγει τον τελευταίο και τον τρίτο, στον οποίον διατέθηκε το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο του, οπότε μεταξύ τούτων υπάρχει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι νοητή η έκδοση αντιθέτων αποφάσεων έναντι των ομοδίκων αυτών (ΑΠ1887/2017).

Εξ άλλου, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου τοιαύτης (Ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 109/2018).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 517 ΚΠολΔ, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14-4-2014 εκδικασθείσας εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως και του ήδη αναιρεσιβλήτου, παρά το γεγονός ότι στη συζήτηση της εφέσεως δεν είχε κληθεί από κανέναν από τους διαδίκους η αναγκαία ομόδικος των εκκαλούντων Α. σύζυγος Α.- Π. Σ.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 11-6-1998 αγωγή, ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) εξέθεσε ότι ο πρώτος εναγόμενος (και ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων) Α. - Π. Σ., προκειμένου να βλάψει τον ενάγοντα, για να ματαιώσει την ικανοποίηση της ειδικότερα αναφερομένης απαίτησής του, με συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής προς τους υιούς του (Ά.ή Ε.

και Σ., δεύτερο των εναγομένων, τότε ανήλικο, εκπροσωπούμενο υπό των γονέων του, και τρίτο των εναγομένων, νυν δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων ), κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα την πλήρη κυριότητα ενός αυτοτελούς και χωρισμένου τμήματος οικοπέδου (κάθετης ιδιοκτησίας) και ποσοστού 1/448 εξ αδιαιρέτου τεσσάρων αγροτικών κτημάτων, και στη σύζυγο του Α., σύζυγο Α. - Π.

Σ., δεύτερη των εναγομένων ατομικώς, λόγω δωρεάς εν ζωή το παρακρατηθέν υπ' αυτού δικαίωμα οικήσεως του πρώτου ακινήτου για τον μετά το θάνατο του χρόνο, ζήτησε δε, να διαρρηχθούν οι αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή) εκποιητικές χαριστικές δικαιοπραξία, ως καταδολιευτικές. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 131/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την ως άνω δεύτερη των εναγομένων, καθό μέρος εστρέφετο κατ' αυτής ατομικώς, ως αόριστη).

Ο ενάγων - αναιρεσίβλητος με την από 14-4-2014 έφεσή του παραπονέθηκε για την απόρριψη ως αόριστης της αγωγής του κατά το μέρος που αφορούσε στη δεύτερη εναγόμενη δωρεοδόχο, πλην δεν έστρεψε αυτή (έφεση), εναντίον αμφοτέρων των αναγκαίων ομοδίκων και αντιδίκων του στην πρωτοβάθμια δίκη, δηλαδή εναντίον του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων, αλλά μόνο εναντίον της δεύτερης εναγόμενης.

Η έφεση απορρίφθηκε από την προσβαλλομένη ως απαράδεκτη. Η ανωτέρω έφεση συνεκδικάσθηκε με την από 14-4-2014 έφεση των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου. Κατά τη συζήτηση αυτής δεν ήταν αναγκαία η κλήτευση της δεύτερης των εναγομένων Α., συζ. Α. - Π. Σ., εφ' όσον αυτή δεν συνδεόταν μετά των λοιπών εναγομένων με αναγκαστική ομοδικία, αλλά με απλή ομοδικία, διότι συνηλλάγησαν με τον οφειλέτη του ενάγοντος περί διαφορετικού έκαστος περιουσιακού στοιχείου και η εις βάρος τους επιδιωκομένη διάρρηξη αφορά σε αυτοτελείς δικαιοπραξίες μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, διαφορετικών εκείνου της εν λόγω εναγομένης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Ακριβώς για τον ίδιο λόγο, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος και επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν όφειλε να κλητεύσει σ' αυτήν την δεύτερη εναγόμενη Α. Α. Π. Σ., έστω και αν με την αίτηση αναιρέσεως καλείται και αυτή να συμμετάσχει στη δίκη, εφόσον η εις βάρος της επιδιωχθείσα διάρρηξη απερρίφθη ως αόριστη με την απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η κατ' αυτής έφεση του αναιρεσιβλήτου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την προσβαλλόμενη απόφαση και ο τελευταίος δεν άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω διατάξεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της. Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 328/2018).

Εν προκειμένω, με τους δεύτερο και δεύτερο πρόσθετο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στη προσβαλλομένη η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ, διότι περιλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις, και συγκεκριμένα : α) ενώ κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του ενάγοντος, και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της Α. συζύγου Α. - Π. Σ., αντιφατικώς ερεύνησε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου κατ' ουσίαν, παραβαίνοντας τις περί παθητικής αναγκαστικής ομοδικίας διατάξεις, β) καίτοι η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου απορρίφθηκε ως αόριστη, ως προς την εναγομένη Α. σύζυγο Α. - Π. Σάββα, λόγω μη χρηματικής αποτιμήσεως του εμπράγματου δικαιώματος αυτής της προσωπικής δουλείας οικήσεως επί του αυτού ακινήτου συγκυριότητας των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, ερεύνησε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διαλαμβάνει στο διατακτικό της ότι : "... Συνεκδικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων, τις από 14-4-2014 ... και από 14-4-2014 ... εφέσεις καθώς και τους από 28-1-2016 ... πρόσθετους της τελευταίας έφεσης λόγους, κατά της με αριθμ. 131/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 14-4-2014 ... έφεση ως απαράδεκτη.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ. Δέχεται τυπικά την από 14-4-2014 ...έφεση και τους από 28-1-2016 ... πρόσθετους αυτής λόγους και απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους.

Καταδικάζει τους εκκαλούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή των παραβολών Δημοσίου που κατατέθηκαν από τους εκκαλούντες της από 14-4-2014 έφεσης, στο Δημόσιο Ταμείο....'' Υπό αυτή την διατύπωση δεν περιλαμβάνεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αντιφατική διάταξη. και δεν προκαλείται αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας αυτής. Επισημαίνεται ότι: α) οι αναιρεσείοντες εσφαλμένως υπολαμβάνουν ότι η δεύτερη των εναγομένων Α., συζ. Α. - Π. Σ., συνδεόταν μετά των λοιπών εναγομένων με αναγκαστική ομοδικία, ενώ συνδεόταν με απλή τοιαύτη, κατά τα προεκτεθέντα κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, β) η ανωτέρω αγωγή κρίθηκε αυτοτελώς ως προς τις σωρευόμενες αξιώσεις εις βάρος των λοιπών εναγομένων, οι οποίες δεν συνδέονταν με εκείνη εις βάρος της ως άνω δεύτερης των εναγομένων και δεν επηρεάζονταν από την δικονομική αξιολόγηση αυτής, γ) μετά την έρευνα υπό του Εφετείου, έγινε εν μέρει αντικατάσταση των αιτιολογιών και χωρίς να εξαφανισθεί η απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δέχθηκε τυπικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και τους απέρριψε κατ' ουσίαν. Επομένως, οι δεύτερος και ο δεύτερος πρόσθετος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ` αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφ' όσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000).

Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1114/2018) εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ.

α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή ( ΑΠ 1289/2017). Εξ άλλου, νομική αοριστία της αγωγής, ανακοπής κλπ, η οποία στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωσή της στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή ή την ανακοπή κλπ. (ΑΠ 791/2018).

Για να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει η αοριστία του δικογράφου να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπ' όψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ1002/2017, 254/2016).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι "...το Εφετείο Αθηνών με το να δεχθεί ως ορισμένη τη αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων - κατ' ισομοιρίαν κυρίων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, δηλαδή οικοδομής επί καθέτου ιδιοκτησίας και ποσοστού 1/448 εξ αδιαιρέτου τεσσάρων αγροτικών ακινήτων, για το ποσό των 125.000.000,00 δρχ.

αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου ουσιαστικού δικαιώματος παρότι το δικαίωμα της κυριότητάς τους επί της ρηθείσης οικοδομής βαρύνεται με προσωπική δουλεία οικήσεως υπέρ της δουλειούχου Α. συζύγου Α.-Π. Σ., χωρίς να έχει προσδιορισθεί στο δικόγραφο της αγωγής η αξία της μεταβιβασθείσης οικήσεως...".

Από την, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από14-4-2014 εφέσεως των αναιρεσειόντων και του από 28-1-206 δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου από τους αναιρεσείοντες. Περαιτέρω, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Σε περίπτωση κατά την οποία με την αγωγή διώκεται η διάρρηξη περισσοτέρων απαλλοτριωθέντων περιουσιακών στοιχείων, εφ' όσον κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή η ληξιπρόθεσμη απαίτηση του ενάγοντος δανειστή είναι μεγαλύτερη από τη συνολική αξία όλων των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, ώστε να είναι αναγκαία η διάρρηξη όλων των απαλλοτριώσεων, δεν απαιτείται για το ορισμένο αυτής, η αναφορά της αξίας καθενός (ΑΠ 28/2017).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι η αξία απαλλοτριωθείσης περιουσίας, ανερχομένη συνολικώς στο ποσό των 125.000.000 δραχμών και ήδη 366.837,86 ευρώ υπόκειται καθ' ολοκληρίαν σε διάρρηξη, εφ' όσον ο πρώτος των εναγομένων αναιρεσιβλήτων ενέχεται για την καταβολή στον ενάγοντα του συνολικού ποσού των 264.123,26 ευρώ, το οποίο με τους διαδραμόντες τόκους από 4-8-1995, υπερβαίνει κατά πολύ τη συνολική αξία της γονικής παροχής (366.837,86 ευρώ), ανερχόμενο στο ποσό των 655.025,42 ευρώ κατά τον χρόνο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως και στο ποσό των 771.239,66 ευρώ κατά τον χρόνο συζητήσεως της από 11-6-1998 αγωγής.

Επομένως ο ως άνω ισχυρισμός και ο αντίστοιχος τρίτος λόγος αναιρέσεως, προτεινόμενος το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, προβάλλεται απαραδέκτως, σε κάθε δε περίπτωση τυγχάνει αβάσιμος. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στη προσβαλλομένη ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 14 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, εφ' όσον δέχθηκε ως αποδεδειγμένα γεγονότα διαφορετικά από αυτά που εκτίθεντο στο δικόγραφο της από 11 Ιουνίου 1998 πρώτης αγωγής, ενώ εσφαλμένα υπήγαγε τους προβληθέντες αγωγικούς ισχυρισμούς προς διάρρηξη των δικαιοπραξιών στις περί αδικοπραξίας διατάξεις, ως είχε κρίνει η υπ' αριθ. 156/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αντί να υπαγάγει τούτους στις περί ενοχικών συμβάσεων διατάξεις των άρθρων 361 και 383 ΑΚ.

Ενώ δηλαδή στην κρινόμενη αγωγή η υπό προστασία αγωγική αξίωση εφέρετο εκ συμβάσεως η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι αφορούσε αποζημίωση εξ αδικοπραξίας, ως είχε δεχθεί και επιδικάσει η αναγνωρίσασα αυτή απόφαση του Εφετείου.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή , ως προς τη γέννεση της αξιώσεως προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Μετά δε την εκ μέρους του ενάγοντος θεραπεία της αοριστίας της αγωγής του με την άσκηση της νέας από 23-9-2002 ... αγωγής του με την οποία ζητούσε την επιδίκαση του αυτού ποσού (350.841.638 δραχμές και ήδη 1.029.615,95 ευρώ) ως διαφυγόντα κέρδη για τα αυτά μισθωτικά έτη, εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό η με αριθμ. 3065/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη.

Η ως άνω απόφαση εξαφανίσθηκε με τη με αριθμ. 156/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του πρώτου εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα, για την ως άνω αιτία, το συνολικό ποσό των 264.123,26 ευρώ εντόκως από την επίδοση (4-8-1995) της προηγούμενης από 2-8- 1995 αγωγής του, κατέστη δε η απόφαση αυτή αμετάκλητη, δυνάμει της με αριθμ. 757/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαμάχης του με τον ενάγοντα η οποία είχε αρχίσει από τον Ιούνιο του έτους 1990, με το με αριθμ. …27/20-6-1993 συμβόλαιο γονικής παροχής ... μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, την πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τα τότε ανήλικα τέκνα του, ήδη δεύτερο και τρίτο από τους εκκαλούντες ...

Στην απαλλοτριωτική δε αυτή πράξη, προέβη ο πρώτος εναγόμενος, με σκοπό να καταδολιεύσει τους δανειστές του και ειδικότερα να βλάψει τον ενάγοντα και δη να του στερήσει τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την προερχόμενη από τα διαφυγόντα κέρδη του μισθίου ως άνω απαίτησή του... Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου αναφορικά με την εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου καταδολιευτική μεταβίβαση των εμφανών περιουσιακών του στοιχείων, αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη και του ότι, η μεταβίβαση αυτή έλαβε χώρα εν μέσω της δικαστικής διαμάχης που είχε με τον ενάγοντα ήδη από τον Ιούνιο του έτους 1990 και ιδίως μετά την έκδοση της με αριθμ. 8376/1992 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία τον υποχρέωνε (πρώτο εναγόμενο) να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στον ενάγοντα από το οποίο ο τελευταίος είχε αποβληθεί στις 21-8-1990, οπότε ήταν πλέον προβλέψιμη η έγερση βάσιμης κατ' αυτού (πρώτου εναγόμενου) απαίτησης για διαφυγόντα κέρδη.

Η απαίτηση δε αυτή του ενάγοντος, ήταν γεγενημένη κατά τον χρόνο της προσβαλλόμενης απαλλοτρίωσης (20-6-1993), έστω και εάν δεν ήταν εκκαθαρισμένη, αφού είχαν ήδη μέχρι τότε συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής (παράνομη στέρηση της χρήσης του μισθίου από τις 21-8-1990), ενώ κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (1998), η απαίτηση του ενάγοντος είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, αφού αφορούσε διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 1-9-1990 έως και 28-7-1995...".

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 του ΑΚ, ενώ περαιτέρω δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παρά τον νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτο , ως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, εντεύθεν δε δεν υπέπεσε στις ως άνω αποδιδόμενες πλημμέλειες.

Τούτο δε διότι ορθώς έκρινε ότι η προς διάρρηξη των επίδικων καταδολιευτικών δικαιοπραξιών επικαλουμένη αγωγική απαίτηση του δανειστή (αναιρεσιβλήτου) κατά του οφειλέτη (πρώτου των αναιρεσειόντων), ήταν γενεμένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχείρησε τις απαλλοτριώσεις, αφορούσε δε σε αποζημίωση διαφυγόντων κερδών, ως εκ του ότι στερήθηκε της χρήσεως του ειρημένου μισθίου κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-1990 έως και 28-7-1995, όπως αμετακλήτως δέχθηκε η υπ' αριθ. 156/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την οποία επκαλείτο και με την ένδικη αγωγή του.

Συνεπώς ο ανωτέρω πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν αυτοί, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-6-2017 αίτηση των:

α) Α. - Π. Σ., β) Α. ή Ε. Σ. και γ) Σ. Σ. και τους από 19.9.2018 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 1119/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ