244/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 244 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 244/2012
Legislator headnote
AI generated244/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 244 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 244/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 244 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 244/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΑΕ ΤΕΧΝΙΚΗ ΔΟΜΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μαρκέτο.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ν. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Καλουπάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1792/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2189/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19-11-2009 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 16-11-2010, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 18-11-2010 κλήση του αναιρεσιβλήτου, ορίστηκε για τις 15-3-2011, οπότε και αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 2-11-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-7-1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του Ν. 3514/1928. Όμοιο κανόνα περιείχε και το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 572/1988, με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίσθηκε προς την Οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14-2-1977. Επίσης ταυτόσημες είναι και οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. β' και 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", από της ισχύος του οποίου (17-7-2001) καταργήθηκε το ως άνω Π.Δ. 572/1988 (άρθρα 11 και 12 του Π.Δ. 178/2002). Κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδάφ. β' του εν λόγω Π.Δ. 178/2002 "ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του παρόντος Π. Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητα της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κύριας είτε δευτερεύουσας" και κατά την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου Π. Δ/τος "Δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά την μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από την σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος". Κατά την εύνοια των παραπάνω διατάξεων, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και την μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και την απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται χωρίς να απαιτείται η συναίνεση των εργαζομένων. Έτσι ο εργοδότης που διαδέχεται ή υποκαθιστά με οποιοδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε νομική μορφή τον αρχικό εργοδότη στην άσκηση ορισμένης επιχειρήσεως, υπεισέρχεται στις υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη έναντι του προσωπικού της επιχειρήσεως. Για την επέλευση των συνεπειών αυτών απαιτείται (και αρκεί) το πραγματικό γεγονός ότι η επιχείρηση συνεχίζει, χωρίς διακοπή, την λειτουργία της ως οικονομική μονάδα και διατηρεί την ταυτότητα της και στο πρόσωπο του νέου φορέα της, άσχετα αν συνδυάζεται η αλλαγή του φορέα της επιχειρήσεως και με αλλαγή τίτλου, νομικής μορφής ή με άλλες μεταβολές. Μεταβίβαση δε επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, η οποία συνεχίζει την λειτουργία της, διατηρώντας την οικονομική της οντότητα. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει.
Στην ένδικη διαφορά, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε την 1-5-2002, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από την πρώτη εναγομένη τεχνική εταιρεία, με την επωνυμία "Κ. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", που είχε την έδρα της στην Δροσιά Θέρμης Θεσσαλονίκης και εκμεταλλευόταν επιχείρηση κατασκευής τεχνικών έργων (μη διάδικος στην παρούσα δίκη). Στην εταιρεία αυτή ο ενάγων απασχολήθηκε, με την ειδικότητα του μηχανοδηγού - χειριστή εκσκαπτικού μηχανήματος τεχνικών έργων, έως τις 30-8-2002, που ολοκληρώθηκε το αναληφθέν, στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, από την άνω εταιρεία έργο, η οποία ανήγγειλε αρμοδίως ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, μετά δε τρεις ημέρες "μεταφέρθηκε" αυτός, μαζί με άλλους δεκαπέντε συναδέλφους του για να εργασθεί στην δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΝΤΕΧΝΟΣ Α.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ - ΔΟΜΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ -ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εδρεύουσα στο Μαρούσι Αττικής, η οποία μάλιστα, στις 2-9-2002, προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί, με την ίδια παραπάνω ειδικότητα, στα τεχνικά έργα που είχε αναλάβει αυτή σε διάφορες περιοχές της Αττικής, δεδομένου ότι και εκείνη, όπως και η εταιρεία "Κ. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", είχε το ίδιο ακριβώς αντικείμενο δραστηριότητας, δηλαδή την ανάληψη και κατασκευή τεχνικών έργων. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι, για φορολογικούς, προφανώς, λόγους οι εναγόμενες εταιρείες είχαν ιδρύσει την κοινοπραξία "ΕΝΤΕΧΝΟΣ Α.Ε. - Κ. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", με έδρα την Θεσσαλονίκη, όπως προκύπτει δε από τις ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών του ενάγοντος του έτους 2002, οι αποδοχές του αυτές, για το χρονικό διάστημα από 3-4-2002 έως 31-12-2002, δηλώνονται από την παραπάνω κοινοπραξία, ενώ ταυτόχρονα οι αυτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος (έτους 2002) δηλώνονται και από την πρώτη εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρεία, για το χρονικό διάστημα από 7-5-2002 έως 31-12-2002, περαιτέρω δε οι μηνιαίες αποδοχές αυτού έως 30-8-2005 (που αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του) δηλώνονται από την δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία (αναιρεσείουσα). Εξάλλου - δέχθηκε επίσης το Εφετείο - από τα αποσπάσματα του Ατομικού Λογαριασμού Ασφάλισης του ενάγοντος προκύπτει ότι, κατά την χρονική περίοδο από 1-5-2002 έως 30-8-2002, εργοδότρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρεία, ενώ τον μήνα Απρίλιο 2002, καίτοι εκτός του επίδικου χρονικού διαστήματος, εργοδότρια του ενάγοντος φέρεται ότι ήταν η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, γεγονός από το οποίο καταδεικνύεται η οικονομική αλληλεξάρτηση των εναγομένων εταιρειών και η κατ' ουσίαν, χωρίς πραγματική διακοπή, συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης ως οικονομικής μονάδας και η διατήρηση της ταυτότητας αυτής από το νέο φορέα, δηλαδή από την δεύτερη εναγομένη (αναιρεσείουσα), η οποία απασχολούσε έκτοτε, ως διάδοχος, τον κύριο κορμό των εργαζομένων στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία, οι οποίοι συνέχισαν να εργάζονται στην δεύτερη εναγομένη. Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχειρήσεως και διαδοχή εργοδότη υπό την προαναφερθείσα έννοια των παραπάνω διατάξεων, η δε οικειοθελής αποχώρηση (παραίτηση) του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου από την εργασία του στην πρώτη εναγομένη και η σύγχρονη πρόσληψη αυτού από την δεύτερη εναγομένη - αναιρεσείουσα, για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, ήταν άκυρη, με συνέπεια η αναιρεσείουσα να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότριας, εις ολόκληρον και αλληλεγγύως με αυτήν, προς τον αναιρεσίβλητο μισθωτό. Επομένως - καταλήγει το Εφετείο -νομιμοποιείται παθητικά η αναιρεσείουσα για το χρονικό διάστημα από 1-5-2002 έως 2-9-2002 και ακολούθως απέρριψε τον περί του αντιθέτου σχετικό λόγο της εφέσεως αυτής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου τις παραπάνω μνημονευόμενες διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το έτερο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι τα Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχειρήσεως και διαδοχή εργοδότη, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι η κατά την 30-8-2002 λύση της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσίβλητο υ με την αρχική εργοδότρια του εταιρεία "Κ. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." ήταν άκυρη, πλην όμως κάτι τέτοιο δεν προτάθηκε από κανένα διάδικο. Έτσι το Εφετείο, κατά τον λόγο αναιρέσεως, "παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το εξεταζόμενο εδώ μέρος του, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί η ως άνω παραδοχή του Εφετείου αποτελεί συμπέρασμα αυτού, που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων, και δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να μη ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως.
Κατά την διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο (παρ. 1) και η ισχύς τους αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσης τους στην αρμόδια υπηρεσία και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 2). Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ορίσουν για την συλλογική σύμβαση εργασίας αναδρομική ισχύ (παρ. 3). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1β, 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 και 3 του ίδιου νόμου 1876/1990 προκύπτει, ότι οι κλαδικές Σ.Σ.Ε. και οι Δ.Α. περιέχουν τους όρους εργασίας που αφορούν τους εργαζόμενους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων πόλεως, περιφέρειας ή και όλης της χώρας. Ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών και συναφείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες. Οι κλαδικές Σ.Σ.Ε. ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως από την ειδικότητα των εργαζομένων και συνάπτονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τους εργαζόμενους των επιχειρήσεων αυτών. Αντίθετα οι ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. ρυθμίζουν τους όρους εργασίας εργαζομένων του αυτού επαγγέλματος, ανεξαρτήτως από το είδος της επιχειρήσεως στις οποίες απασχολούνται. Ως επάγγελμα νοείται το συγκεκριμένο είδος εργασίας που προσφέρει ο μισθωτός και τα ειδικότερα καθήκοντα που συνδέονται με το είδος αυτό εργασίας. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ακόμη ότι, με απόφαση που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβούλιου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική, για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος, συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος. Στη περίπτωση αυτή η Σ.Σ.Ε., όταν έχει κλαδικό χαρακτήρα, ισχύει όχι μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που την είχαν συνάψει, αλλά επεκτείνεται με βάση την άνω διοικητική κανονιστική πράξη και πέρα από τα πρόσωπα αυτά, πάντως όμως μέσα στα όρια της τοπικής της ισχύος, στους εργαζόμενους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη της. Αντίθετα, επί ομοιοεπαγγελματικής Σ.Σ.Ε., η επέκταση αυτής δεσμεύει όλους τους εργαζόμενους του συγκεκριμένου επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, στην οποία προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, εκτός αν υφίσταται γι' αυτούς κλαδική ή επιχειρησιακό Σ.Σ.Ε., οπότε υπερισχύει η τελευταία. Οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990 σε συνδυασμό με άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος). Για το λόγο αυτό δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή συμπλήρωση των νομίμων αποδοχών του εργαζομένου, οι εφαρμοστέες Σ.Σ,Ε. Ούτε ο χρόνος από τον οποίο αυτές ίσχυαν ή κηρύχθηκαν εκτελεστές με υπουργική απόφαση, διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις Σ.Σ.Ε., που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 α του ΚΠολΔ, πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου, το είδος της επιχείρησης του εργοδότη, η παρεχόμενη εργασία και ο χρόνος για τον οποίο ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των αποδοχών. Ενόψει όλων αυτών, η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των εν λόγω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για την θεμελίωση της αγωγής. Το στοιχείο αυτό όμως, ενόψει της προεκτεθείσας φύσεως των Σ.Σ.Ε, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενο του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεως της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του. Στην περίπτωση αυτή, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν την Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδάφ. β' ΚΠολΔ, και να αποδείξει, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζήτησε αυτός να υποχρεωθεί η εναγομένη - αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις από 26-4-2002, από 31-3-2003 και από 16-6-2004 Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών και βοηθών χειριστών εκσκαπτικών, ανυψωτικών κ.λπ. μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων όλης της Χώρας", οι οποίες κηρύχθηκαν υποχρεωτικές και δεσμεύουν την εναγομένη εργοδότρια του, να του καταβάλει ως διαφορές αποδοχών, για αμοιβή ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας, για αμοιβή υπερωριακής εργασίας, για απασχόληση - πέραν του πενθημέρου - κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, καθώς και για διαφορές δώρων εορτών και επιδόματος άδειας, τα αναφερόμενα για κάθε μία των ως άνω αιτιών ποσά, είναι αρκούντως ορισμένη, γιατί μνημονεύει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο για την θεμελίωση της πραγματικά περιστατικά με συγκεκριμένη εξειδίκευση. Επίσης - όπως γίνεται δεκτό από το Εφετείο -σ' αυτή (ένδικη αγωγή) αναφέρονται οι ως άνω εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε. και ότι αυτές έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές και δεσμεύουν την εναγομένη, γεγονός το οποίο η τελευταία ειδικώς δεν αμφισβήτησε. Και ασφαλώς τέτοια (ειδική αμφισβήτηση ) δεν συνιστά ο ισχυρισμός και μόνο της εναγομένης ότι ο ενάγων "δεν απέδειξε ότι αμφότεροι οι διάδικοι τυγχάνουν μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών, οργανώσεων (εργατικών και εργοδοτικών) στην εφαρμοζόμενη κάθε φορά Σ.Σ.Ε.", ενόψει και του ισχυρισμού της (εναγομένης), που διαλαμβάνεται στο δικόγραφο των πρωτόδικων προτάσεων της, ότι "εφαρμόζονται εν προκειμένω οι από 31-3-2003 και από 16-6-2004 Σ.Σ.Ε. που έγιναν υποχρεωτικές από 30-6-2003 και 29-6-2004 αντίστοιχα". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο σαφώς δέχεται ορθά, ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε ειδικώς ότι αυτή και ο αναιρεσίβλητος ήσαν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τις πιο πάνω Σ.Σ.Ε και επομένως ότι αυτές (Σ.Σ.Ε) δεσμεύουν τους διαδίκους από το χρόνο της κατάρτισής τους.
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμηση του από τον αριθμό 1 και όχι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που επικαλείται η αναιρεσείουσα και στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης από το Εφετείο των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 2 και 3 και του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 1876/1990, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ως "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, το περιεχόμενο των οποίων ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον σχετικό λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της εφέσεως της, ότι κανένας από τους διαδίκους δεν ήταν μέλος των συμβληθεισών στην κατάρτιση των από 31-3-2003 και 16-6-2004 Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών και βοηθών χειριστών εκσκαπτικών, ανυψωτικών κ.λπ. μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων" συνδικαλιστικών οργανώσεων. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεχόμενο ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, ότι στην ένδικη αγωγή αναφέρονται οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε. και ότι αυτές έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές και δεσμεύουν την εναγομένη (αναιρεσείουσα), γεγονός το οποίο η τελευταία ειδικώς δεν αμφισβήτησε και ότι ασφαλώς τέτοια (ειδική αμφισβήτηση) δεν συνιστά ο ισχυρισμός της και μόνο ότι ο ενάγων "δεν απέδειξε ότι αμφότεροι οι διάδικοι τυγχάνουν μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων (εργατικών και εργοδοτικών) στην εφαρμοζόμενη κάθε φορά Σ.Σ.Ε.", ενόψει - συνεχίζει το Εφετείο - και του ισχυρισμού αυτής (εναγομένης) ότι "εφαρμόζονται εν προκειμένω οι από 31-3-2003 και από 16-6-2004 Σ.Σ.Ε., που έγιναν υποχρεωτικές από 30-6-2003 και 29-6-2004 αντίστοιχα", έκρινε δε καταληκτικά (το Εφετείο) ότι, μετά από αυτά, ο τρίτος λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' ΚΠολΔ δεύτερος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, αντίθετος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με την από 26-4-2002 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών και βοηθών χειριστών εκσκαπτικών, ανυψωτικών κ.λπ. μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων όλης της Χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11640/2002 (ΦΕΚ 790, τεύχος Β' της 26-Θ-2002), προβλέπονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "α) Στους αδειούχους χειριστές χορηγείται επίδομα πολυετίας, σε ποσοστό 10% για κάθε μία τριετία απασχόλησης και μέχρι πέντε τριετίες, που υπολογίζεται στους πιο πάνω βασικούς μισθούς. Σαν χρόνος προϋπηρεσίας για την αναγνώριση των τριετιών υπολογίζεται ο χρόνος από την απόκτηση της αδείας χειριστού, και με την προϋπόθεση ότι έχουν πραγματοποιήσει, συνολικά, τουλάχιστον εξακόσια (600) ημερομίσθια, αλλιώς από την συμπλήρωση εξακοσίων (600) ημερομισθίων για την πρώτη τριετία, χιλίων διακοσίων (1200), τουλάχιστον, ημερομισθίων, αλλιώς από την συμπλήρωση χιλίων διακοσίων (1200) ημερομισθίων για την δεύτερη τριετία (εξαετία), χιλίων πεντακοσίων (1500), τουλάχιστον, ημερομισθίων, αλλιώς από την συμπλήρωση χιλίων πεντακοσίων (1500) ημερομισθίων για την τρίτη τριετία (εννεαετία), χιλίων οκτακοσίων (1800), τουλάχιστον, ημερομισθίων, αλλιώς από την συμπλήρωση χιλίων οκτακοσίων (1800) ημερομισθίων για την τέταρτη τριετία (δωδεκαετία) και δύο χιλιάδων εκατό (2100), τουλάχιστον, ημερομισθίων, αλλιώς από την συμπλήρωση δύο χιλιάδων εκατό (2100) ημερομισθίων για την πέμπτη τριετία (δεκαπενταετία). β) Στα πιο πάνω ημερομίσθια συνυπολογίζονται και αυτά που πραγματοποιήθηκαν τη διετία που προβλέπεται από το νόμο (ΠΔ 31/90), με την ειδικότητα του βοηθού. Στους χειριστές που οδηγούν λαστιχοφόρα μηχανήματα στο οδικό δίκτυο, όπως γκρέϊντερ, καδοφόρα οχήματα, αντλίες εκτοξεύσεως έτοιμου σκυροδέματος, τσάπες, φορτωτές και λοιπά μηχανήματα (εξαιρουμένων των ειδικών αυτοκινήτων μεταφοράς υγρού σκυροδέματος - μπετού (βαρέλες), καθ' ότι τα οχήματα αυτά είναι μεταφορικά και όχι μηχανήματα έργων) χορηγείται για κάθε ημέρα τέτοιας απασχόλησης στην οδήγηση, προσαύξηση του 1/22 του βασικού μισθού εκ ποσοστού 6% (επίδομα οδηγήσεως μηχανημάτων έργων). Διευκρινίζεται ότι το ανωτέρω επίδομα δεν το δικαιούνται οι χειριστές που οδηγούν τα εν λόγω μηχανήματα, που εργάζονται σε εργοληπτικές επιχειρήσεις, όταν τα μηχανήματα αυτά διακινούνται εντός των χώρων της περιοχής του έργου της εργολαβίας, καθώς και προς τις συναφείς εγκαταστάσεις αυτής, ήτοι συνεργεία επισκευών, αποθήκες, λατομεία, αμμωρυχεία, χώρους λήψεως δανείων κ.λπ., έστω και αν χρησιμοποιούν Δημόσιες οδούς προς τούτο, εκτός και αν μετακινούν τα εν λόγω μηχανήματα από το υπόψη έργο σε άλλο έργο ή σε άλλη περιοχή για οποιονδήποτε λόγο". Πανομοιότυπες είναι και οι αντίστοιχες διατάξεις των επόμενων από 31-3-2003 και 16-6-2004 Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών και βοηθών χειριστών εκσκαπτικών, ανυψωτικών κ.λπ. μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων όλης της Χώρας", οι οποίες κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με την ΥΑ 15041/2003 (ΦΕΚ 905 τεύχος Β' της 4-7-2003) και με την ΥΑ 12754/2004 (ΦΕΚ 1442 τεύχος Β' της 21-9-2004) αντίστοιχα. Στον προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, αναφορικά με την χορήγηση στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο του επιδόματος πολυετίας (τριετιών) και του επιδόματος οδηγήσεως μηχανημάτων έργων, τα εξής: Ο ενάγων είναι πτυχιούχος μηχανοδηγός - χειριστής μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων, με κινητήρια θερμική μηχανή Δ' τάξεως (δικαίωμα χειρισμού μηχανημάτων Ε' ομάδας, ισχύος από 17 -100 ΗΡ) από το έτος 2000 (αριθμός αδείας Θ. 2431/2000). Στις 2-9-2002 ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη - αναιρεσείουσα τεχνική εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως χειριστής λαστιχοφόρου εκσκαπτικού μηχανήματος (ισχύος 85 ΗΡ) στα εκτελούμενα από αυτή τεχνικά έργα σε διάφορες περιοχές της Αττικής, στα οποία απασχολήθηκε αυτός, με την παραπάνω ειδικότητα, συνεχώς από της προσλήψεως του έως τις 30-8-2005, που αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο ενάγων εδικαιούτο από 1-9-2001 επίδομα για μία τριετία, εκ ποσοστού 10% επί του βασικού του μισθού, καθόσον από 1-9-1998 (από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από 1-9-1999) έως την 1-9-2000, που απέκτησε την άδεια μηχανοδηγού-χειριστή μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων, εργάσθηκε, κατά πλήρες ωράριο, ως βοηθός χειριστή και, όπως προκύπτει από το ασφαλιστικό του βιβλιάριο ενσήμων του ΙΚΑ, πραγματοποίησε εξακόσια (600) πλήρη ημερομίσθια με την ειδικότητα του βοηθού χειριστή μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων (προϋπηρεσία). Δέχθηκε επίσης το Εφετείο, ότι ο ενάγων δικαιούται και το επίδομα οδηγήσεως μηχανημάτων έργων και τούτο διότι οδηγούσε ο ίδιος, δια του οδικού δικτύου, λαστιχοφόρο εκσκαπτικό μηχάνημα (εκσκαφέα-φορτωτή), ισχύος 85 ΗΡ, μεταβαίνοντας με αυτό, επί καθημερινής βάσεως, σε διάφορες περιοχές της Αττικής (Γουδί, Φιλοθέη, Κρυονέρι, Χαϊδάρι, Μενίδι, Άγιο Στέφανο), όπου εκτελούντο τεχνικά έργα από την εναγομένη -αναιρεσείουσα. Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο συνυπολόγισε, για την διαμόρφωση των (νομίμων) μηνιαίων αποδοχών που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος κατά το από 9-9-2002 έως 30-8-2005 επίδικο χρονικό διάστημα, και το επίδομα τριετιών, καθώς και το επίδομα οδηγήσεως μηχανημάτων έργων και επί τη βάσει των αποδοχών του αυτών υπολόγισε όλες τις ένδικες αξιώσεις του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκή αιτιολογία), τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που περιέχονται στις παραπάνω Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Εξάλλου, τα χρονικά όρια της εργασίας των μισθωτών έχουν καθορισθεί με ειδικές διατάξεις δημοσίας τάξεως, με την έννοια ότι αποτελούν τα ελάχιστα όρια προστασίας των εργαζομένων και συνεπώς, με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση ή άλλη κανονιστική πράξη νομοθετικής ή συμβατικής ισχύος, μπορούν να περιορισθούν όχι όμως και να ξεπερασθούν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για τη νομιμότητα της υπερωριακής απασχολήσεως. Κατά ταύτα, για την κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από παράνομη υπερωριακή απασχόληση, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτό, εκτός από τα άλλα απαραίτητα στοιχεία της εργασιακής σχέσεως και των όρων της, η διάρκεια της ημερήσιας απασχολήσεως, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι υπερωρίες, οι οποίες είναι δυνατόν να προσδιορίζονται και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα, καθώς επίσης, πρέπει να αναφέρονται, οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το ωρομίσθιο. Ενώ δεν είναι απαραίτητο, για τη πληρότητα της αγωγής, να αναφέρεται σ' αυτή και ότι 1) δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση υπερωριακής εργασίας και 2) η υπερωριακή εργασία δεν αναγγέλθηκε εγγράφως στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας ή, όπου δεν υφίσταται τοιαύτη, στην αρμόδια Αστυνομική Αρχή, και αντίγραφο της έγγραφης αναγγελίας περί της υπερωριακής εργασίας δεν αναρτήθηκε σε εμφανές μέρος του εργασιακού χώρου ή δεν καταχωρήθηκε η υπερωριακή εργασία στο ειδικό βιβλίο υπερωριών. Και τούτο διότι οι προϋποθέσεις αυτές, οι οποίες προβλέπονται από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 9 παρ. 1-3 του Π. Δ/τος της 27-6/4-7-1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οκταώρου εργασίας διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 1 και 3 του Ν.Δ. 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", και πρέπει να τηρούνται από τον εργοδότη, προκειμένου να είναι νόμιμη η υπερωριακή εργασία, δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής, αλλά θεμελιώνουν ένσταση, την οποία οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εναγόμενος εργοδότης. Επομένως, μετά από αυτά, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο γίνεται επίκληση των παραπάνω ελλείψεων (προϋποθέσεων νομιμότητας της υπερωριακής εργασίας) και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από την μη κήρυξη της ένδικης αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο αμοιβής για παράνομη υπερωριακή εργασία.
Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με τις από 26-4-2002, από 31-3-2003 και από 16-6-2004 Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών και βοηθών χειριστών εκσκαπτικών, ανυψωτικών κ.λπ. μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων όλης της Χώρας", που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές, η εργασία των υπαγομένων σ' αυτές μισθωτών, όπως και του αναιρεσίβλητου, καθορίσθηκε σε 40 ώρες την εβδομάδα, υπό καθεστώς πενθήμερης απασχολήσεως, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ο αναιρεσίβλητος, όμως, εργαζόταν, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως και συγκεκριμένα πέραν των ωρών από 07.00' έως και15.00', πραγματοποιώντας εβδομαδιαίως - από Δευτέρα έως και Παρασκευή - επτά (7) ώρες υπερωριακής εργασίας, πολλές φορές δε και οκτώ (8) ώρες υπερωριακής εργασίας και άλλοτε έξι (6) ώρες τέτοιας εργασίας, η οποία ήταν παράνομη, γιατί η αναιρεσείουσα δεν είχε λάβει προηγουμένως άδεια (έγκριση) από την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Με τις παραδοχές αυτές του Εφετείου επαρκώς αιτιολογείται η επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αμοιβής για παράνομη υπερωριακή απασχόληση και δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διαλάβει στην απόφαση του το Εφετείο περισσότερα στοιχεία και να προσδιορίσει ειδικότερα αν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις, που τίθενται από τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 4 παρ. 1 και 9 παρ. 1-3 του Π.Δ. της 27-6/4-7-1932, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 1 και 3 του Ν. Δ. 515/1970, Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, έκτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-9-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΝΤΕΧΝΟΣ Α.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ-ΔΟΜΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2189/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ