244/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Μαρτίου 2000 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4964/2000 προδικαστική, 8117/2000 οριστική του ιδίου δικαστηρίου. Επί της οριστικής ως άνω αποφάσεως οι ήδη αναιρεσίβλητοι ήσκησαν την από 27-3-2002 τριτανακοπή, η οποία ανεκάλεσε την υπ' αριθμ. 8117/2000 οριστική απόφαση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3535/2002 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 8773/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31 Μαρτίου 2004 αίτηση αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated244/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί η πλημμέλεια αυτή αφορά ύπαρξη αντίφασης (κατά την αναιρεσείουσα) στο, χωρίς προσόντα διατακτικού, αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεμελιώσει τον από το άνω άρθρο 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Full text
Απόφαση 244 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 244/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανάργυρο Δήμιζα.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4, κατοίκων ......, 5. Ψ5, 6. Ψ6 και 7. Ψ7, κατοίκων ...... . Των τριών τελευταίων με την ιδιότητά τους ως νόμιμων εξ αδιαιρέτου κληρονόμων, του αρχικού διαδίκου Ψ, ο οποίος όπως αναφέρεται στην από 20-2-2008 κλήση, απεβίωσε την 5 Απριλίου 2005 όπως προκύπτει από την με αριθμό ...... Ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ...... . Άπαντες οι ως άνω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Ηλιόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Μαρτίου 2000 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4964/2000 προδικαστική, 8117/2000 οριστική του ιδίου δικαστηρίου. Επί της οριστικής ως άνω αποφάσεως οι ήδη αναιρεσίβλητοι ήσκησαν την από 27-3-2002 τριτανακοπή, η οποία ανεκάλεσε την υπ' αριθμ. 8117/2000 οριστική απόφαση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3535/2002 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 8773/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31 Μαρτίου 2004 αίτηση αναιρέσεως.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 12 Μαΐου 2006 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Γεωργαντόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρείουσας ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε, εξαιτίας αυτής, να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια δεδικασμένου ή οι αντιφατικές αυτές διατάξεις να προκαλούν αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν οι αντιφάσεις υπάρχουν στο αιτιολογικό της απόφασης, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού (ΑΠ 554/2005, 1548/2001, 580/1998, 1084/1993). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου (που απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της καθ' ης η τριτανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 3535/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - εκούσιας δικαιοδοσίας- που, κατά παραδοχή της τριτανακοπής των ήδη αναιρεσιβλήτων, α) ανεκάλεσε την 8117/2000 απόφαση του ως προς το μέρος της που αναγνώριζε την ύπαρξη δεδικασμένου στην Ελλάδα απορρέοντος από την 47/1997 απόφαση του Δικαστηρίου Πρεμετής Αλβανίας η οποία φερόταν να αφορά στην αναγνώριση θήλεος τέκνου, που γέννησε η καθ' ης στην Αθήνα στις ......
ως τέκνου του Α και β) διόρθωσε την αναφερόμενη σ' αυτή ληξιαρχική πράξη γέννησης ως προς το ονοματεπώνυμο του πατέρα του τέκνου από το εσφαλμένο Α στο ορθό και αληθές Β, δεχόμενη την ...... βεβαίωση του Προέδρου του Δικαστηρίου της Πρεμετής, από την οποία προκύπτει ότι η 47/6.3.1997 απόφαση αφορά διαδίκους άλλους (και όχι την υπόθεση της αναιρεσείουσας) και περαιτέρω ότι "από το βιβλίο καταχώρισης των αποφάσεων του εν λόγω Δικαστηρίου, στο σχετικό πίνακα, η με αριθμό 47/1997, με ημερομηνία εκδίκασης 3.2.1977 ..." περιέχει αντιφατικές διατάξεις, αφού δέχεται την, ως άνω, 47/1997 απόφαση (στα ανωτέρω μνημονευόμενα έγγραφα) ως δημοσιευθείσα στο μεν ένα στις 6.3.1997, στο δε άλλο στις 3.2.1997.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί η πλημμέλεια αυτή αφορά ύπαρξη αντίφασης (κατά την αναιρεσείουσα) στο, χωρίς προσόντα διατακτικού, αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεμελιώσει τον από το άνω άρθρο 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (μεταξύ των οποίων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, είναι και τα έγγραφα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα, επιτρεπτά κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους (ΑΠ 544/2005, 190/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού, από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα με αριθμούς ......
και ...... ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων αυτής, από τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι και οπό όλη τη διαδικασία". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, σε συνδυασμό με όλες τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα, ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη το αναφερόμενο στο δεύτερο λόγο αναίρεσης έγγραφο, ήτοι την από 10.5.2002 βεβαίωση του δικηγόρου ...... (μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Τιρράνων).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αντίθετος σχετικός αυτός (δεύτερος) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λογικώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ύπαρξης της ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου, βάσει της διαπιστωμένης εμπειρικής πραγματικότητας, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών (ως τοιούτων νοουμένων μόνο των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας - ΑΠ 349/1995), για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση του δικαστηρίου αναιρείται α) για έλλειψη αιτιολογίας, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1140/2005). β) για ανεπαρκείς αιτιολογίες, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου την οποία το δικαστήριο εφάρμοσε (ΑΠ 1505/2001) και γ) για αντιφατικές αιτιολογίες, όταν εξαιτίας της αντιφατικότητας αυτών δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1289/2005, 164/1994).
Συνεπώς, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ, για την εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου να αναφέρονται σ' αυτόν, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, όλες οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου και περαιτέρω, αντίστοιχα, 1) ποιες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, δηλαδή ποιο στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και 2) ποιες είναι οι ως αντιφατικές, φερόμενες παραδοχές του δικαστηρίου, σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.
Τέλος η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με την παραπομπή στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.ΑΠ 27/1998, 32/1996, ΑΠ 1011/2005, 651/2002, 1353/2001). Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι "πράγματι λόγω ταραχών στο Αλβανικό Κράτος, δεν υπάρχουν αρχεία προ της 9.3.1997 διότι έχουν καεί", κατ' αντίφαση και αντίθεση προς τούτο δέχεται ως υπάρχον το "απόσπασμα από το βιβλίο καταχώρησης των αποφάσεων του εν λόγω Δικαστηρίου" και την "3/14.1.2002 Βεβαίωση του ίδιου ως άνω Προέδρου του Δικαστηρίου της Πρεμετής" (επί των οποίων κυρίως θεμελιώνει το σκεπτικό της), περιέχουσα έτσι αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και οι κρίσιμες σχετικές αιτιολογίες (ουσιαστικές παραδοχές) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά και διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο λείπει για την επάρκειά τους.
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1349/2004), να αποδεικνύεται δε από τα έγγραφα της δίκης, ότι οι πραγματικές προϋποθέσεις στις οποίες στηρίζεται ο ισχυρισμός που αφορά τη δημόσια τάξη, είχαν προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 14 (και όχι από τον αρ. 6 που προφανώς από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο) του ΚΠολΔ τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι "το Εφετείον δεν ερεύνησεν αυτεπαγγέλτως, ως είχεν υποχρέωσιν, εάν είχεν επιδοθεί προς τον Εισαγγελέα του Εφετείου το ασκηθέν ένδικον μέσον της εφέσεως και δεν εκήρυξεν την συνεπεία της παραλείψεως ταύτης (η έφεσις δεν επεδόθη στον Εισαγγελέα των Εφετών) ακυρότητα της διαδικασίας, δι' έλλειψιν προδικασίας, κατάστησαν ούτω την απόφασίν του αναιρετέαν".
Ωστόσο, από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει το σφάλμα που αποδίδεται σ' αυτήν με τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ούτε γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση αλλ' ούτε και από τα έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο εν λόγω ισχυρισμός είχαν προταθεί νομίμως στο Εφετείο.
Συνεπώς, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού αυτού, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Αυτά δε ανεξάρτητα από τη νομιμότητα του λόγου αυτού, αφού από τις διατάξεις των άρθρων 748 παρ.2 και 760 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίγραφο του ένδικου μέσου με τη σημείωση για τον προσδιορισμό της δικασίμου πρέπει να κοινοποιείται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου που δικάζει το ένδικο μέσο, και ο εν λόγω εισαγγελέας καλείται, μόνο στις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 748 παρ.2 του ΚΠολΔ περιπτώσεις (μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη του άρθρου 782 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, που όμως εν μέρει μόνο αφορά την κρινόμενη υπόθεση), η δε παράλειψη της εν λόγω κοινοποίησης και κλήσης στις περιπτώσεις αυτές επάγεται την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης του ένδικου μέσου, λόγω μη τήρησης της προδικασίας (ΑΠ 413/1999). Ενόψει των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ένεκα της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, όπως στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-3-2004 αίτηση αναιρέσεως της Χ για αναίρεση της 8773/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Εκουσίας Δικαιοδοσίας).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2-1-2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ