Legislator Case Law & Legislation
2445/2009 AI generated

Supreme Court quers lower court acquittal due to insufficient reasoning on forgery and usage elements.

Case Number 2445/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court granted the Public Prosecutor's request to overturn the acquittal of the accused for forgery and use of a forged document. The lower court found the defendant innocent despite accepting the document was forged, without explaining how she lacked knowledge of its falsity or why the crime of use was excluded. The court ruled that the lower court's reasoning was contradictory and failed to substantiate the legal grounds for acquittal regarding the specific elements of the offense.

Legislator headnote

AI generated

Articles 505(2), 479(2), 510(1)(d), 519(1) of the Code of Criminal Procedure; The Public Prosecutor may appeal any judgment for lack of specific and detailed reasoning establishing the absence of criminal elements, requiring the lower court to explicitly address proven facts and logical conclusions leading to acquittal.

Keywords

AI generated
Code of Criminal Procedure Public Prosecutor appeal insufficient reasoning acquittal grounds forgery usage contradictory judgment new trial

Cited Legislation

AI generated
Article 505(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 479(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 519(1) of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2445 / 2009 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2445/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1826 και 2120/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου.

Με κατηγορουμένη την ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, και πολιτικώς ενάγοντες τους 1)...χήρα Θ1, 2)...του Θ1 και 3)...του Θ1, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μπρέγιαννο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 23/23 Απριλίου 2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 621/2009.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠΔ να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ.3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αυτής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1826 και 2120/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, το Δικαστήριο τούτο μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Το αίτημα που υποβλήθηκε από το συνήγορο της πολιτικής αγωγής για τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης κρίνεται απορριπτέο προεχόντως ως αλυσιτελές, διότι μετά και τη συνολόγηση των πολιτικώς εναγόντων ότι η υπογραφή στο επίχαμο ιδιωτικό συμφωνητικό, στη θέση του δεύτερου των συμβαλλομένων, δεν έχει τεθεί από την κατηγ/νη αλλά από άλλο πρόσωπο του κατονομάζουν (Λ1, αδελφή του Θ1, ήδη αποβιώσασα) η νέα πραγματογνωμοσύνη ουδόλως κρίνεται αναγκαία, αφού δεν θα ασκήσει επιρροή, στη διατυπούμενη κατηγορία της κατάρτισης πλαστού εγγράφου που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, ενώ αναφορικά με οποιαδήποτε ενδεχόμενη συμμετοχή της τελευταίας στην πλαστογραφία η χρήση του πλαστού εγγράφου εν γνώσει της πλαστότητας, η ζητούμενη νέα πραγματογνωμοσύνη δεν σχετίζεται με τα αποδεικτέα αυτά θέματα.

Περαιτέρω, από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και την αποδεικτική εν γένει διαδικασία στο ακροατήριο, δεν αποδείχθηκε η αποδιδόμενη στην κατηγ/νη κατηγορία της πλαστογραφίας με χρήση.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση από την κατηγ/νη του φερόμενου ως πλαστού ιδιωτικού συμφωνητικού (δανείου). Άλλωστε, οι πολιτικώς ενάγοντες κατά τις παραπάνω καταθέσεις τους κατονομάζουν ως αυτουργό της φερόμενης πλαστογραφίας την ήδη αποβιώσασα αδελφή του Θ1, Λ1. Ούτε όμως αποδείχθηκε η πλαστότητα του φερόμενου ως πλαστού εγγράφου, τουλάχιστον κατά τρόπο αναμφίβολο, ώστε να μπορεί, συνακόλουθα, να γίνει λόγος για χρήση του πλαστού εγγράφου (ιδιωτικού συμφωνητικού) από την κατηγ/νη, διερευνουμένης στη συνέχεια της γνώσεως αυτής ως προς την πλαστότητα ή και της ενδεχόμενης συμμετοχής της στην κατάρτιση του πλαστού, καθώς δεν προέκυψε κίνητρο προς τούτο αφού το κρίσιμο γεγονός του δανείου των 2.000.000 δραχμών την 30-7-1999 δεν αποδείχθηκε ψευδές.

Την ίδια ημέρα άλλωστε, η κατηγ/νη προέβη σε ανάληψη ποσού 2.000.000 δραχμών από τραπεζικό λογαριασμό της (βλ. φωτ/φο κίνησης σχετικού λογαριασμού που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο), για το οποίο γεγονός οι πολιτικώς ενάγοντες δεν δίνουν κάποια πειστική τουλάχιστον εξήγηση. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί αθώα, η κατηγ/νη όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό).

Ακολούθως, απέρριψε το αίτημα διενεργείας πραγματογνωμοσύνης και κήρυξε αθώα την κατηγορουμένη της πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Συγκεκριμένα, δεν εκτίθενται στην αιτιολογία τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το Δικαστήριο κατέληξε στην απαλλακτική για την κατηγορουμένη κρίση.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό είναι πλαστό και το έχει καταρτίσει η Λ1, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι αυτό δεν έχει σχέση με τη χρήση τούτου από την κατηγορουμένη χωρίς να παραθέτει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά από τα οποία αποκλείεται η γνώση της κατηγορουμένης για την πλαστότητα ή γιατί αποκλείεται η τέλεση της χρήσης από αυτή.

Σε σχέση με την αθώωση δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά τα οποία αναφέρονται στην κατηγορία και τα οποία προέκυψαν και στηρίζουν την αθώωση της κατηγορημένης. Στη συνέχει αντιφατικά δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε η πλαστότητα του φερομένου ως πλαστού εγγράφου, ώστε να μπορεί συνακόλουθα να γίνει λόγος για χρήση του πλαστού εγγράφου από την κατηγορουμένη.

Εξάλλου χωρίς αναφορά σε αποδεικτικά μέσα απέρριψε εκ των προτέρων το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, ενώ αποδέχεται την πλαστότητα του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού, ήτοι με αφορμή το άνω αίτημα λαμβάνει θέση εκ των προτέρων για το κρίσιμο ζήτημα της πλαστογραφίας του ιδιωτικού συμφωνητικού, πράγμα που είναι το ζητούμενο.

Έτσι όμως, δεν διαγιγνώσκεται εάν η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το έγγραφο είναι πλαστό ή όχι. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μόνος λόγος της αναίρεσης του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου είναι βάσιμος.

Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1826 και 2120/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Και

Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ