Legislator Case Law & Legislation
243/2025 AI generated

243/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 243/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

243/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 ΠΚ, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών.

Keywords

AI generated
fraudulent insurance claim mens rea false declaration psychiatric impairment credibility requirements deception regarding identity
AI generated
62/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 22/3/2010 αγωγή του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
518/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1457/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αικατερίνη Πατσιαρά, Γεώργιο Μικρούδη, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Παναγιώτη Μπολτέτσο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
324/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1756/2010
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Δόλος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 243 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 243/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Δεγαΐτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μαραγκάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 484/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Σ. Π. του Σ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παντρευτή και 2. Λ. Κ. του Λ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παντρευτή.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 22-10-2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 985/2024.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης, ως προς τον πρώτο λόγο αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το λόγο αυτό, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατ' αυτό το μέρος, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, με αριθμό 31/2024, αίτηση της αναιρεσείουσας Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., με δήλωσή της ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Πειραιά, στις 22-10-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. ...2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, περί ψευδούς καταμήνυσης, η οποία εφαρμόστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, ως οδηγούσα σε ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται να έγινε μήνυση ή αναφορά με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή αναφοράς να είναι αντικειμενικώς ψευδές και αυτός που μήνυσε ή ανέφερε να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή αναφορά με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύθηκε, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.

Έτσι, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού απαιτείται άμεσος και υπερχειλής δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη πως η καταμήνυση είναι ψευδής και τον σκοπό αυτού να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος του καταμηνυόμενου αντίστοιχα (ΑΠ 1710/2022, ΑΠ 1220/2022).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη (παρ. 1). 2. Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 225 παράγραφοι 1 περίπτωση α` και 2 εδάφιο α`, 229, 362, 363 και 364 ΠΚ, αν για το γεγονός για το οποίο δόθηκε όρκος ή η χωρίς όρκο κατάθεση ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31, 43 παρ. 1 εδάφιο β`), αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών (παρ. 2)".

Στον νέο δε ΚΠΔ, που ισχύει από 1-7-2019, τα ανωτέρω ζητήματα ρυθμίζονται με παρόμοιο τρόπο στο ταυτάριθμο άρθρο 59, στο οποίο η παρ. 1 είναι ίδια με την προϊσχύσασα, ενώ η διατύπωση της παρ. 2, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 72 ν. 5090/2024, έχει ως ακολούθως: "Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, και 363 ΠΚ, όταν ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών διαπιστώσει, πως για το γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη ή διενεργείται προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση της παρ. 2 του άρθρου 245, ή έχει ασκηθεί αγωγή ή αίτηση ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, αναβάλλει με πράξη του που περιέχει συνοπτική αιτιολογία, κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης ή της πολιτικής δίκης".

Επίσης, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 ΠΚ, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών.

Ο χρονικός περιορισμός της αναστολής δεν ισχύει όταν η αναβολή ή αναστολή της ποινικής δίωξης, ή η αναβολή της δίκης, λαμβάνει χώρα, μεταξύ άλλων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 59 του ΚΠΔ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η προβλεπόμενη ως άνω αναβολή της ποινικής δίκης γίνεται όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα.

Τέτοιο νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς τη προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφασή του. Η κατ' άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ υποχρεωτική αναβολή της δίκης, όρος ταυτόσημος με την αναστολή του άρθρου 366 παρ. 2 ΠΚ, χωρεί, μετά την προκαταρκτική εξέταση και με βούλευμα και με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών.

Ενόψει δε της έλλειψης σχετικής ρύθμισης στο άρθρο 59 ΚΠΔ, όπως αντιθέτως συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 366 παρ. 2 ΠΚ, η αμετάκλητη απόφαση επί του προδικαστικού ζητήματος δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο ή το συμβούλιο, που επιλαμβάνεται μετά ταύτα της κύριας υπόθεσης, αλλά αυτή εκτιμάται ελεύθερα, κατ' άρθρο 177 ΚΠΔ, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (σχετ.

ΑΠ 909/2008, ΑΠ 813/2008). Η έναρξη δε αναστολής της παραγραφής των προδιαληφθεισών πράξεων του άρθρου 59 ΠΚ, που δεν υπόκειται στον χρονικό περιορισμό των οκτώ (8) ετών επί πλημμελημάτων (ΑΠ 1986/2018), συμπίπτει με τον χρόνο έκδοσης της διάταξης περί αναβολής από τον αρμόδιο προς τούτο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και όχι τον χρόνο που ο Εισαγγελέας Εφετών διατυπώνει την σύμφωνη γνώμη ή τη σχετική έγκρισή του (ΑΠ 523/2020, ΑΠ 650/2019, ΑΠ 1444/2017) και εκτείνεται μέχρι το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης επί του προδικαστικού ζητήματος (ΑΠ 1986/2018).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, όπως συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης.

Όμως, υπάρχει η αιτιολογία του δόλου, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το ψευδές των κατατεθέντων θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών (ΑΠ 363/2023).

Εξάλλου, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 490/2019). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 622/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 484/2024 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (κατάθεση υποστηρίζουσας την κατηγορία, αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη, Σ.

Κ., έγγαμη από το έτος 2007 με τον Δ. Ε. είναι πρώτη εξαδέλφη του Λ. Χ. ο οποίος είναι επίσης πρώτος εξάδελφος του πολιτικώς ενάγοντος, Λ. Κ. ο οποίος είναι σύζυγος της δεύτερης πολιτικώς ενάγουσας, μάρτυρος, Σ. Π.. Ο Δ. Ε. ασκούσε από το έτος 1991 το επάγγελμα του ασφαλιστικού συμβούλου και μέσω της συζύγου του είχε συνδράμει τον Λ.

Χ. να ασχοληθεί επαγγελματικά με τις ασφαλίσεις αφού και ο ίδιος απασχολούνταν στην εταιρία ΑΧΑ και είχε αναλάβει ασφαλιστική κάλυψη των αυτοκινήτων και των τέκνων του πολιτικώς ενάγοντα, Λ. Κ.. Το έτος 2008 ο πολιτικώς ενάγων, Λ. Κ., γνώρισε τον Δ. Ε. μέσω της κατηγορουμένης και αποφάσισε να προβεί στη σύναψη επενδυτικού προγράμματος δίδοντας στον τελευταίο το ποσό των 75.000 € από το οποίο έλαβε, ως κέρδος, το ποσό των 15.000 € ως τόκους, ενώ επένδυσε εκ νέου το ποσό των 15.000 € χωρίς να δημιουργηθεί πρόβλημα στις συναλλαγές τους μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού του έτους 2012.

Την 1-9-2012 οι πολιτικώς ενάγοντες συναντήθηκαν με τον Δ. Ε. και την κατηγορουμένη παρουσία και του Λ. Χ., στην οικία τους στον Ορχομενό Βοιωτίας όπου συζήτησαν για επενδυτικά προγράμματα και οι τελευταίοι, μολονότι ήσαν αρχικά διστακτικοί, εντούτοις στη συνέχεια πείσθηκαν και παρέδωσαν στον Δ. Ε. το ποσό των 52.800 €.

Οι πολιτικώς ενάγοντες εν συνεχεία επιθυμώντας την επιστροφή των χρημάτων τους και τη μη συνέχιση της συνεργασίας τους κατέθεσαν σε βάρος του Δ. Ε. και της κατηγορουμένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς την από 31-3-2014 και με αριθμ. κατάθ. δικογρ. 69/2014 αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και συγκεκριμένα την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης επί της περιουσίας τους προκειμένου να εξασφαλισθεί η απαίτησή τους, επ' αυτής δε εκδόθηκε η με αριθμό 126/17-7- 2014 απόφασή του η οποία απέρριψε αυτήν ως προς την κατηγορουμένη και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τον Δ.

Ε., διέταξε δε τη συντηρητική κατάσχεση του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας του μέχρι του ποσού των 65.000 € για την εξασφάλιση της απαίτησης των αιτούντων - πολιτικώς εναγόντων. Προς απόδειξη της ως άνω αιτήσεως λήφθηκε η με αριθμό 2096/3-6-2014 ένορκη βεβαίωση του Λ. Χ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.

Κ. όπου αυτός βεβαίωσε τα εξής : "Τον Αύγουστο του 2012 βρισκόμουν στον Ορχομενό Βοιωτίας. Μια μέρα, προς τα τέλη του μήνα Αυγούστου, μου είπε ο Λ. ότι την επομένη θα ερχόταν στο σπίτι του η εξαδέλφη μου με τον Δ. και μου είπε αν ήθελα να πάω κι εγώ. Πράγματι πήγα. Προς το μεσημεράκι με απόγευμα ήταν. Μετά από λίγο ήρθε η εξαδέλφη μου με τον Δ..

Εκεί, ο Δ. και η Ρ. είπαν στον Λ. και στη σύζυγο του, Σ., ότι είχαν να τους κάνουν μια οικονομική πρόταση και ειδικότερα ότι ο Δ. ασχολείται με χρηματομεσιτικά και είναι συνεργάτης μιας εταιρίας ..., η οποία δραστηριοποιούνταν σε Αμερική και Κύπρο και ότι μπορούσε να τους επενδύσει με επιτόκιο 10% για 8 μήνες, επιτόκιο που δεν έδιναν οι τράπεζες εκείνη την εποχή.

Τους έλεγαν ότι πρόκειται για εταιρία κολοσσό στις επενδύσεις και τους ζήτησαν πάνω από 50.000 ευρώ για να τα επενδύσει ο Δ. στην εταιρία αυτή για 8 μήνες, με κέρδος πάνω από 7.000 ευρώ. Επικαλέστηκαν επίσης ότι στο παρελθόν ο Δ. είχε επενδύσει χρήματα του Λ. και της Σ. και μάλιστα στην ίδια εταιρία και τους τα είχε επιστρέψει καθώς και ότι το ίδιο είχαν κάνει σε πολλούς συγγενείς και ειδικά σε συναδέλφους της Ρ..

Επειδή ο Λ. και η Σ. ήταν λίγο διστακτικοί γιατί είχαν 50.000 ευρώ για τις σπουδές των παιδιών τους, ο Δ. και η Ρ. τους είπαν χαρακτηριστικά ότι και αυτοί έχουν παιδί και δεν θα έχαναν τα λεφτά τους και σε περίπτωση που οτιδήποτε συνέβαινε, πήγαινε στραβά με τα χρήματα, θα τα επέστρεφαν οι ίδιοι. Ο Λ. και Σ. πείστηκαν γιατί τα λεφτά που θα κέρδιζαν ήταν πάρα πολλά για μόλις 8 μήνες και για το λόγο ότι ήταν συγγενείς με τη Ρ., είχαν καλές σχέσεις, ο Δ.

ήταν ασφαλιστής τους και πίστευαν ότι δεν θα τους κορόιδευαν. Γνωρίζω ότι τους έστειλαν συνολικά 52.800 ευρώ τα οποία δεν τους επέστρεψαν ποτέ ο Δ. και η Ρ.. Τον Νοέμβριο του 2012 ο Λ. και η Σ. συναντήθηκαν με τον Δ. και τη Ρ. στον Ορχομενό, στο μνημόσυνο του πατέρα του και εκεί ο Λ. και η Σ. τους είπαν να σταματήσουν την επένδυση και μέχρι τέλος του χρόνου να τους επιστρέψουν τα λεφτά.

Και οι δύο τους είπαν ότι έτσι θα έχαναν το κέρδος, όμως ο Λ. και η Σ. επέμεναν να σταματήσει η επένδυση. Όπως μου είπε ο Λ. αργότερα, ο Δ. και η Ρ. άρχισαν να τους λένε διάφορες δικαιολογίες για να καθυστερούν την επιστροφή των χρημάτων, μια ότι πούλησε ο Δ. το συμβόλαιο σε άλλον επενδυτή, μια ότι λόγω της πτώχευσης της Κύπρου θα έπαιρνε την ασφάλεια του συμβολαίου μέσα στο καλοκαίρι, μια ότι καθυστερούσαν να εκταμιευθούν τα χρήματα από την Αμερική.

Το φθινόπωρο του 2013 ο Λ. μου εκμυστηρεύθηκε την ανησυχία του ότι ο Δ. και η Ρ. είχαν καταχραστεί τα λεφτά τους και έτσι απευθύνθηκε σε δικηγόρο. Μέχρι και σήμερα, ο Δ. και η Ρ. δεν έχουν επιστρέψει τα χρήματα στον Λ. και τη Σ.". Με την υπ' αριθμ. 11/2021 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς που κατέστη αμετάκλητη κρίθηκε ότι τα όσα ανωτέρω ο Λ.

Χ. ενόρκως βεβαίωσε ήσαν αληθή, μη στοιχειοθετούμενου του αδικήματος της ψευδορκίας αλλά, ούτε και αυτού της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθόσον τούτο έλαβε χώρα στο πλαίσιο του νομίμου καθήκοντός του, ενώ, οι νυν εγκαλούντες κηρύχθηκαν αθώοι του ότι αυτοί, ενεργώντας από κοινού, με πρόθεση, προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις που διέπραξε και ειδικότερα με παραινέσεις και συμβουλές, πειθώ και φορτικότητα έπεισαν τον Λ.

Χ. να τελέσει τις προαναφερόμενες άδικες πράξεις. Εξάλλου, με την με αριθμό 1/3-3-2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς) (ήδη αμετάκλητη) ο Δ. Ε. κρίθηκε ένοχος του αδικήματος της απάτης με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, ενώ η κατηγορουμένη κηρύχθηκε αθώα του αδικήματος της απλής συνέργειας σε απάτη με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας καθόσον η ίδια δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε τις ενέργειες του συζύγου της και το ψεύδος των ισχυρισμών του.

Η κατηγορουμένη την 24-07-2014, στον Πειραιά, κατέθεσε ενώπιον του κ. Εισαγγελέως Πειραιά την από 01-06-2014 έγκλησή της σε βάρος των νυν εγκαλούντων - Λ.. Κ. και Σ.. Π. - για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία στην ψευδή κατάθεση και στην συκοφαντική δυσφήμηση, την οποία φέρονται να τέλεσαν οι ανωτέρω εγκαλούντες στην Θεσσαλονίκη την 03-06-2014 σε βάρος της.

Με την ως άνω έγκλησή της, η οποία έλαβε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Λιβαδειάς ..., η κατηγορούμενη Σ. Κ. καταμήνυσε τους νυν εγκαλούντες - Λ.. Κ. και Σ.. Π. - ψευδώς ότι ενεργώντας από κοινού, με πρόθεση προκάλεσαν στον Λ. Χ. να τελέσει τις άδικες πράξεις της ψευδούς καταθέσεως και της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Εντούτοις, τα ανωτέρω περιληφθέντα στην υπό στοιχεία ... έγκλησή της σε βάρος των ανωτέρω ήταν ψευδή και αυτή τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους, διατυπώθηκαν δε από την τελευταία με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική καταδίωξη των εγκαλούντων για την ως άνω αξιόποινη πράξη, ενώ η αλήθεια, την οποία η κατηγορουμένη σαφώς γνώριζε, ήταν ότι οι εγκαλούντες δεν προέτρεψαν τον Λ.

Χ. να προβεί στις άδικες πράξεις της ψευδούς καταθέσεως και της συκοφαντικής δυσφήμησης, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από το ότι οι εγκαλούντες κηρύχθηκαν αθώοι δυνάμει της υπ' αριθ. 11/2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Συνακόλουθα, ενόψει όλων των ανωτέρω και αφού πλήρως αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στην κατηγορουμένη αξιόποινης πράξης πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη".

Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη της αποδιδόμενης σ' αυτήν πράξης, της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρ. 229 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ) και, αφού της αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ), επέβαλε σ' αυτήν συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθα διατακτικό: "Στους κάτωθι τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές ή/και με χρηματική ποινή και ειδικότερα:

Εν γνώσει ανέφερε για άλλον ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Ειδικότερα, στον Πειραιά, την 24-07-2014, κατέθεσε ενώπιον του κ. Εισαγγελέως Πειραιά την από 01-06-2014 έγκλησή της σε βάρος των νυν εγκαλούντων [Λ.. Κ. και Σ.. Π.] για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία στην ψευδή κατάθεση και στην συκοφαντική δυσφήμηση, την οποία φέρονται να τέλεσαν οι ανωτέρω εγκαλούντες στην Θεσσαλονίκη την 03-06-2014 σε βάρος της κατηγορουμένης [Σ.

Κ.]. Με την ως άνω έγκλησή της, η οποία έλαβε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Λιβαδειάς ..., η κατηγορούμενη [Σ. Κ.] καταμήνυσε τους νυν εγκαλούντες [Λ.. Κ. και Σ.. Π.] ψευδώς ότι ενεργώντας από κοινού, με πρόθεση προκάλεσαν στον Λ. Χ. να τελέσει τις άδικες πράξεις της ψευδούς καταθέσεως και της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Εντούτοις, τα ανωτέρω περιληφθέντα στην υπό στοιχεία ... έγκληση της κατηγορουμένης σε βάρος των ανωτέρω, ήταν ψευδή και αυτή τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους. Διατυπώθηκαν δε από την τελευταία, με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική καταδίωξη των εγκαλούντων για την ως άνω αξιόποινη πράξη, όπως και έγινε.

Η αλήθεια, την οποία η κατηγορούμενη σαφώς γνώριζε, ήταν ότι οι εγκαλούντες δεν προέτρεψαν τον Λ. Χ. να προβεί στις άδικες πράξεις της ψευδούς καταθέσεως και της συκοφαντικής δυσφήμησης, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από το ότι οι εγκαλούντες κηρύχθηκαν αθώοι δυνάμει της υπ' αριθ. 11/2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς".

Με αυτά όμως που δέχθηκε το ανωτέρω Δικαστήριο, ως προς την ερευνώμενη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 ΠΚ), δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι τα περιληφθέντα στην υπό στοιχεία ...

έγκληση της κατηγορουμένης σε βάρος των εγκαλούντων ήταν ψευδή, καθόσον η αλήθεια ήταν ότι οι εγκαλούντες δεν προέτρεψαν τον Λ. Χ. να προβεί στις άδικες πράξεις της ψευδούς κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ότι η ίδια τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των περιστατικών αυτών και ότι αυτά διατυπώθηκαν από την τελευταία με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων.

Όμως, για την παραδοχή των ανωτέρω, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά βασίστηκε αποκλειστικά στην υπ' αριθ. 11/2021 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, δυνάμει της οποίας οι εγκαλούντες είχαν κηρυχθεί αθώοι των ανωτέρω κατηγοριών, μολονότι, όπως προεκτέθηκε, η αμετάκλητη απόφαση επί του προδικαστικού ζητήματος δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο ή το συμβούλιο, που επιλαμβάνεται μετά ταύτα της κύριας υπόθεσης, αλλά αυτή εκτιμάται ελεύθερα κατ' άρθρο 177 ΚΠΔ.

Ειδικότερα, για τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδίκασε την αναιρεσείουσα, το Δικαστήριο στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ανωτέρω απόφαση και δεν ερεύνησε ούτε δέχθηκε άλλα περιστατικά (μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων), από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή των ως άνω αντικειμενικών στοιχείων, ενόψει μάλιστα και της αναφερόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση αμετάκλητης απαλλαγής της αναιρεσείουσας, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1/3-3-2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), για το αδίκημα της απλής συνέργειας σε απάτη, με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σε βάρος των ήδη εγκαλούντων, καθόσον κρίθηκε ότι η ίδια δεν γνώριζε τις ενέργειες του καταδικασθέντος συζύγου της και το ψεύδος των ισχυρισμών του.

Περαιτέρω και ως προς την συνδρομή των υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο απαιτείται ειδικός δόλος, το Δικαστήριο περιορίστηκε στην αναφορά ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε την αναλήθεια των καταγγελλομένων και ότι αυτά διατυπώθηκαν από την τελευταία με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων.

Όμως, η αιτιολογία αυτή, για τη συνδρομή των υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού (πέραν της ως άνω αμετάκλητης απόφασης) δεν εκτίθενται περιστατικά που να δικαιολογούν τόσο τη γνώση του ψεύδους, όσο και τον σκοπό της ψευδούς καταμήνυσης.

Συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ), γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα είχε υποβάλει την επίμαχη έγκλησή της, για την οποία σχηματίσθηκε η ... δικογραφία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λιβαδειάς, στις 24-7-2014. Στις 8-7-2015 οι εγκαλούντες υπέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λιβαδειάς την έγκλησή τους κατά της Σωτηρίας Κοσμάτου για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης, η οποία στις 30-8-2017 διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά και έλαβε ....

Στις 18-7-2018 ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Πειραιά με πράξη του, κατ' άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ, ανέβαλε κάθε περαιτέρω ενέργεια, σε σχέση με την τελευταία αυτή δικογραφία, έως το αμετάκλητο της ποινικής δίωξης, που είχε ασκηθεί δυνάμει της ως άνω υποβληθείσας την 24-7-2014 έγκλησης της αναιρεσείουσας και ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά παρέσχε τη σύμφωνη γνώμη του για την ενέργεια αυτή στις 17-10-2018.

Εξάλλου, η ως άνω υπόθεση, για την οποία είχε σχηματισθεί η υπ' αριθμ. ... δικογραφία, περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 11/2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία οι ήδη εγκαλούντες αθωώθηκαν από τις κατηγορίες, που τους είχαν αποδοθεί. Η απόφαση αυτή, που καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 9-4-2021, κατέστη αμετάκλητη στις 10-5-2021, καθόσον δεν ασκήθηκε κατ' αυτής ένδικο μέσο.

Επομένως, η ποινική δίωξη για την υπό κρίση πράξη της ψευδούς καταμήνυσης είχε ανασταλεί, κατ' άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ, από τις 18-7-2018, οπότε εκδόθηκε η σχετική πράξη αναβολής του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, μέχρι τις 10-5-2021, οπότε κατέστη αμετάκλητη η ανωτέρω υπ' αριθμ. 11/2021 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς.

Συνεπώς, εφόσον το ανωτέρω χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής, δεν είχε παραγραφεί το αξιόποινο της ανωτέρω πράξης με τη συμπλήρωση οκταετίας από την τέλεσή της, κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε όμως αυτό συνέβη μέχρι τη διάσκεψη της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, ενόψει του γεγονότος ότι η κατηγορουμένη δεν είχε υποβάλει σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αυτό δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδικότερη αιτιολογία για τη μη παραγραφή του αξιοποίνου του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης, λόγω της ως άνω αναστολής της παραγραφής (ΑΠ 1444/2017). Γι' αυτό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον λόγο αναστολής, που, σύμφωνα με το άρθρο 113 ΠΚ, εμπόδιζε τη συμπλήρωση της παραγραφής, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ακολούθως δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ανωτέρω Δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519, 522 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. ...2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ