Legislator Case Law & Legislation
243/2024 AI generated

243/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 243/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

243/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μόνον ως προς την επιδίκαση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 24.5.2021, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ζ.

Keywords

AI generated
health premium reduction ongoing social benefits modification of maintenance levies and loans legal framework of the ESCB conversion rates for the ECU
AI generated
1219/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1666/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6636/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/11/2010 αίτησή της.
1184/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 26η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
983/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
39/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ε. Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
1642/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 243 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 243/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Α. Δ., Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης Ε. Χ. του Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 324/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 6802/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 22-6-2021 αίτησή του και τους από 10-10-2023 πρόσθετους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την κρινόμενη από 22.6.2021 και με αριθ. κατ. ... αίτηση αναίρεσης και τους από 10.10.2023 και με αριθμό κατ. 136/11.10.2023 δι ιδίου δικογράφου πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - εργατικών διαφορών, με αριθ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 1.4.2019 και με αριθμό κατ. ...

έφεση του εναγομένου ... και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθ. 324/8.2.2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 23.10.2017 και με αριθμό κατ. 586920/2527/23.10.2017 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.

Με την εν λόγω αγωγή, η ενάγουσα, ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 15.12.1995 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών, και ειδικότερα ως κλητήρας της Πρεσβείας της Ελλάδας στο ..., όπου εξακολουθεί να εργάζεται μέχρι σήμερα.

Ότι το εναγόμενο παράνομα και αντισυμβατικά αρνείται να της καταβάλει πλήρεις τις νόμιμες αποδοχές της, όπως αυτές καθορίζονται από την ως άνω σύμβαση εργασίας της, ήτοι τόσο το μισθό του εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, όσο και το καταβαλλόμενο στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (αντιστοιχούν σε ποσοστό 40% επί του αντίστοιχου επιδόματος του Πρέσβη), αλλά, αντίθετα, της καταβάλλει αυθαιρέτως εκ μέρους του καθοριζόμενα ποσά, σημαντικά κατώτερα αυτών που πραγματικά δικαιούται, ισχυριζόμενο ότι οι αποδοχές αυτές είναι καταβλητέες μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους, πλην όμως η άρνησή του αυτή αντίκειται, αφενός μεν στους όρους της σύμβασης εργασίας της και στις διατάξεις των άρθρων 131 του Ν. 419/1976 και 135 του Ν. 2549/1998, δηλαδή των προϊσχυόντων Οργανισμών του Υπουργείου Εξωτερικών, αφετέρου δε στις διατάξεις της 111 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας (άρθρ. 1), στις διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί ισότητας αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι' εργασίαν ίσης αξίας" (άρθρο 100), στο άρθρο 23 §2 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 7 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα της 19.12.1966, στο άρθρο 4§3 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης της 18.10.1961, στο άρθρο 141 της Συνθήκης της ΕΚ, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 4§1 και 22§1 του Συντάγματος.

Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι την ίδια ως άνω άρνηση επέδειξε το εναγόμενο και κατά το παρελθόν, ήτοι σε έτερα παρελθόντα χρονικά διαστήματα, ωστόσο με ήδη τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις επί σχετικών αγωγών της κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι δικαιούται τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αυθαιρέτως το εναγόμενο της κατέβαλε και των νομίμων αποδοχών της, αποτελούμενων τόσο από τον εκάστοτε μισθό του εσωτερικού Κλητήρα Α' Τάξης, αλλά και από το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως ήδη προεκτέθηκε.

Με βάση δε το ανωτέρω ιστορικό, η ενάγουσα, και δη κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας της και την αρχή της ισότητας, άλλως, επικουρικά, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.11.2015 έως 31.12.2017: Α) το ποσό των 17.760,00 € για διαφορές μεταξύ των νόμιμων και καταβληθεισών κυρίων αποδοχών της (ήτοι του μισθού του Κλητήρα Α' Τάξης) και Β) το ποσό των 47.712,00 € για διαφορές μεταξύ του νομίμου και του καταβληθέντος επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, ήτοι το συνολικό ποσό 65.472,00 €, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας που ισχύει για τους ιδιώτες, από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως επικουρικά από την επίδοση της αγωγής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την ως άνω, με αριθ. 324/8.2.2018 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα 65.472 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (ποσοστού 6% ετησίως) από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και έως την ολοσχερή εξόφληση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού κατά τα προαναφερόμενα δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (μόνον) ως προς τις διατάξεις περί επιδίκασης τόκων σε βάρος του εναγομένου και των δικαστικών εξόδων και στη συνέχεια υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν ποσό των 65.472 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής με επιτόκιο 6% ετησίως μέχρι την 30.4.2019 και σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του Ν. 4607/2019 από την 1.5.2019 και εφεξής και συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας.

Η αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μόνον ως προς την επιδίκαση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 24.5.2021, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ζ.

Α. επί του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 22 Ιουνίου 2021 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού της λόγου (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 11.10.2023 και επίδοση αυτού στην αναιρεσίβλητη, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, ισχύοντος από 1.1.2022), όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4603Γ/11.10.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ.

Σ., προς την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Β. Σ., που επέσπευσε τη συζήτηση (άρθρο 569 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ), την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον και ασκούν τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά του μοναδικού διαλαμβανομένου σε αυτούς λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

2.-Στο άρθρο 155 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν. 3566/2007 "Κύρωση ως Κώδικα του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", όπως η παρ. 4 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 41 παρ. 38 εδ. α' του Ν. 3712/2008, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Ως αποδοχές των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών νοούνται ο βασικός μισθός, καθώς και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις. 2.

Οι διπλωματικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών αποτελούν κλάδο με ειδικές αποδοχές, λόγω των ειδικών προσόντων, τα οποία απαιτούνται κατά την εισαγωγή τους στην υπηρεσία, των αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων και ευθυνών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, καθώς και των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες εκτελούν τα καθήκοντά τους.... 4.

Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε ευρώ, ή συνάλλαγμα, πέραν των αποδοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται εκάστοτε με την προβλεπόμενη στην παράγραφο 5 κοινή υπουργική απόφαση, για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση.

Τα ανωτέρω ποσά που καταβάλλονται απαλλάσσονται από κάθε υπέρ του Δημοσίου.... κράτηση ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση.... 5. Το ανωτέρω επίδομα καθορίζεται, για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, λαμβανομένων υπόψη των πινάκων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κόστος ζωής στις πρωτεύουσες όλου του κόσμου.

Για τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με όμοια απόφαση, σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο είχε καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Η ως άνω υπουργική απόφαση επιτρέπεται να έχει αναδρομική ισχύ. 6. Το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναπροσαρμόζεται σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ είτε της αγοραστικής αξίας τούτων, με βάση επίσημα στοιχεία.

Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών που εκδίδεται μετά από γνώμη επιτροπής.... καθορίζεται το ποσοστό της αναφερόμενης στο προηγούμενο εδάφιο αναπροσαρμογής του επιδόματος". Όπως έχει κριθεί υπό το προϋφιστάμενο, αντίστοιχων ρυθμίσεων, νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 131 παρ. 1 Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που είχε κυρωθεί με το Ν. 419/1976, άρθρο 135 παρ. 4 και 5 του νέου Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το Ν. 2594/1998), το επίδομα αλλοδαπής θεσπίσθηκε για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στους οποίους περιλαμβάνεται και το βοηθητικό προσωπικό, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η διαφορά κόστους ζωής και οι ειδικές συνθήκες διαβίωσης σε κάθε χώρα, αναλόγως του κλάδου, στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος, του βαθμού, τον οποίο κατέχει και του κόστους ζωής του τόπου, στον οποίο υπηρετεί.

Το εν λόγω επίδομα, ενόψει ακριβώς της φύσης και του ανωτέρω σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε, δηλαδή προς κάλυψη των δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπηρετούντες στην αλλοδαπή υπάλληλοι, λόγω της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, έχει χαρακτήρα αποζημιωτικό και χορηγείται επιπλέον των καταβαλλομένων στον υπάλληλο αποδοχών.

Περαιτέρω, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη διαπίστωση ότι στην Ελλάδα υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα, εξέδωσε στις 16.2.2010 την 2010/182/ΕΕ (EE L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 9 σε συνδυασμό με το άρθρο 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος, μεταξύ δε των μέτρων περιλαμβανόταν και η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου.

Επακολούθησε η δημοσίευση, στις 15.3.2010, του Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης", με τον οποίο ελήφθησαν διάφορα μέτρα, με σκοπό, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, την "αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία έχει κλονίσει την αξιοπιστία της χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία".

Μεταξύ δε των ληφθέντων μέτρων περιλαμβανόταν η μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1), αναδρομικά από 1.1.2010 (άρθρα 20 παρ. 1 και 1 παρ. 9) και η θέσπιση νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2).

Ειδικότερα, στο άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του νόμου αυτού ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: " ....2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.

και των Ο.Τ.Α., των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%)....3. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά:

α) οικογενειακής παροχής..., β) χρόνου υπηρεσίας..., γ) εφημεριών ..., δ) ραδιενέργειας..., ε) ειδικής απασχόλησης..., στ) ειδικών συνθηκών εργασίας..., ζ) επικίνδυνης εργασίας..., η) καταδυτικού..., θ) αναπηρίας και κινδύνου..., ι) μεταπτυχιακών σπουδών..., ια) αποφοίτων Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης... και αποφοίτων Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ιβ) κινήτρου απόδοσης..., ιγ) ειδικής αποζημίωσης...

καθώς και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων." Στη συνέχεια, στις 3.5.2010, υπεγράφη "Μνημόνιο Συνεννόησης" μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Το μνημόνιο αυτό προσαρτήθηκε ως παράρτημα στο Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο".

Με το νόμο αυτό θεσπίσθηκαν μέτρα προς εφαρμογή του εξαγγελθέντος οικονομικού προγράμματος (άμεση μείωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα), μεταξύ δε των μέτρων αυτών περιελήφθη και η περαιτέρω μείωση κατά ποσοστό 8% των αμοιβών των υπαλλήλων του Δημοσίου. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου παρ. 1 και 2 του ως άνω Ν. 3845/2010, που άρχισαν να ισχύουν από 1.6.2010, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: " 1.

Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010... μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τους εκατό (8%). 2. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει...".

Όπως συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 του Ν. 3845/2010 (αναφερομένων σε "πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά" και στα "με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα"), καθώς και από τον επιδιωκόμενο με τις διατάξεις αυτές σκοπό, που συνίστατο, κατά τα προεκτεθέντα, στην άμεση αντιμετώπιση της έκτακτης και εξαιρετικά δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της Χώρας και στη δημοσιονομική εξυγίανσή της, οι προβλεπόμενες στις διατάξεις αυτές ποσοστιαίες μειώσεις αφορούν, αδιακρίτως, όλα τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις και αμοιβές που χορηγούνταν στους εν ενεργεία λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου.

Εξαιρούνται δε μόνον τα επιδόματα που ρητώς αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, στις ρυθμίσεις της οποίας παρέπεμψε και η παράγραφος 2 του άρθρου τρίτου του Ν. 3845/2010. Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων περί ποσοστιαίων μειώσεων των αποδοχών εμπίπτει, κατά το γράμμα των διατάξεων αυτών, αλλά και ενόψει του σκοπού τους, και το προβλεπόμενο στο άρθρο 155 του Ν. 3566/2007 επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.

Τούτο δε, διότι το εν λόγω επίδομα, παρά τον αποζημιωτικό του χαρακτήρα, κατά τα προαναφερόμενα, βαρύνει, πάντως, και αυτό τον κρατικό προϋπολογισμό, καταβαλλόμενο ως πρόσθετη παροχή για την υπηρεσία του ευρισκόμενου στην αλλοδαπή υπαλλήλου και επιπλέον δεν περιλαμβάνεται στα ρητώς εξαιρούμενα από το πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων επιδόματα.

Κατά την έννοια, δηλαδή, των διατάξεων αυτών, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης και του σκοπού τους, το ζήτημα της φύσης των καταβαλλόμενων επιδομάτων δεν είναι κρίσιμο για την υπαγωγή αυτών στη γενική ως άνω ρύθμιση περί μείωσης των αποδοχών. Περαιτέρω, η συναγόμενη βούληση του νομοθέτη να συμπεριλάβει και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής στις ρυθμίσεις των παραπάνω νόμων περί ποσοστιαίας μείωσης των εν γένει αποδοχών δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 155 του Ν. 3566/2007, με τις οποίες θεσπίζεται ειδική διαδικασία καθορισμού και αναπροσαρμογής του προβλεπόμενου στο άρθρο αυτό επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως προεκτέθηκε.

Τούτο δε, διότι το θεσπισθέν με τις προαναφερόμενες διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 μέτρο των ποσοστιαίων μειώσεων των εν γένει αποδοχών των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου είναι γενικό και δεν αποκλείει την παράλληλη εφαρμογή ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων. Επίσης, οι εν λόγω ρυθμίσεις, εφόσον συνεπάγονται μείωση και όχι στέρηση των αποδοχών και επιδομάτων, τούτο δε προς εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν λόγους δημόσιου συμφέροντος, δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ.

δ' του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στην απορρέουσα από το άρθρο 2 του Συντάγματος αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης (ΑΠ 1008/2023, ΑΠ 505/2023, ΑΠ 518/2022, ΣτΕ 1368/2021). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι μεν διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, αλλά έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Αυτό συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού τότε δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.

Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσης από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ) ή διαιτητικές αποφάσεις (ΔΑ), το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, παραμένει αμετάβλητο και στο μέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η, συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από το πλέγμα των τότε υφισταμένων διατάξεων, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομικό καθεστώς, δηλαδή αν οι αιτούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος, στηρίζονται σε νέες νομικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη (Ολ.

ΑΠ 3/2003, Ολ. ΑΠ 10/2002, ΑΠ 138/2023, ΑΠ 67/2021, ΑΠ 856/2021, ΑΠ 558/2020). Μεταγενέστερες αποφάσεις, οι οποίες για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κρίνουν το ίδιο ουσιαστικό ζήτημα με βάση το δεδικασμένο που παράγει η ανωτέρω απόφαση, επικαλούμενες μη μεταβολή του νομικού και πραγματικού καθεστώτος, υπό το οποίο αυτή εκδόθηκε, δεν παράγουν αυτοτελώς δεδικασμένο, αλλά εξακολουθούν να έχουν ως έρεισμα την αρχική απόφαση.

Επομένως, κάθε δικαστική απόφαση που καλείται να κρίνει μεταξύ των αυτών διαδίκων και για την αυτή έννομη σχέση το ίδιο ουσιαστικό ζήτημα, οφείλει να ανάγεται για τη συνδρομή του δεδικασμένου στην αρχική απόφαση και στο νομικό και πραγματικό καθεστώς, υπό το οποίο αυτή εκδόθηκε και όχι στις ενδιάμεσες αποφάσεις, οι οποίες έχουν προβεί σε διάγνωση του ίδιου ζητήματος, επικαλούμενες το δεδικασμένο διαδοχικά μέχρι την αρχική απόφαση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 3/2020).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 57/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.16 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, δέχτηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον αναιρετικό έλεγχο υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου με την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου σε συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 67/2021, ΑΠ 558/2020, ΑΠ 717/2018, ΑΠ 257/2016). 3.-Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά τον ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η ήδη εφεσίβλητη Ε.

Χ., άσκησε σε βάρος του ήδη εκκαλούντος ..., την προγενέστερη από 6.12.2005 (αρ. εκθ. Κατ. 4896/2005) αγωγή, με την οποία, επικαλούμενη ότι το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν την προσέλαβε με την ίδια ένδικη, από 15.12.1995 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως κλητήρας στην πρεσβεία της Ελλάδας στο ..., ζήτησε για το τότε επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2001 μέχρι 31.12.2005, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αυτό της κατέβαλε και των νομίμων αποδοχών που έπρεπε να λαμβάνει, ως εσωτερικός κλητήρας Α' τάξης, πλέον του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, σε ποσοστό 40% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη της Ελλάδας στο ..., ως και τις προσαυξήσεις του επιδόματος για δαπάνη στέγασης και οικογενειακά βάρη, τα οποία δεν ενδιαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1667/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν άσκησης έφεσης, η υπ' αριθμ. 6636/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, με την έκδοση των απορριπτικών των αιτήσεων αναιρέσεων αυτής, υπ' αριθμ. 1217/2013 και 1219/2013 αποφάσεων του Αρείου Πάγου.

Με την παραπάνω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη, πλην του κονδυλίου της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στέγασης που κρίθηκε ως μη νόμιμο, το οποίο όμως δεν ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, στηριζόμενη στις διατάξεις του ν. 419/1976 και του ν. 2594/1998, δηλαδή του προηγούμενου και του μεταγενέστερου αντίστοιχα Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών και ακολούθως, αφού κρίθηκε ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 μέχρι 31.12.2003 είχαν υποπέσει σε παραγραφή, έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη για το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 μέχρι 31.12.2005.

Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 6636/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν με την από 15.12.1995 ένδικη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως κλητήρας στην πρεσβεία της Ελλάδας στο ...

και ότι, με βάση τη σύμβαση εργασίας της και τις διατάξεις των παραπάνω νόμων, ως προσληφθείσα προ της 23.3.1998, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 69 παρ. 1 του ν, 419/1976 με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως βοηθητικό προσωπικό - κλητήρας σε υπηρεσίες του εξωτερικού, δικαιούται για το τότε επίδικο χρονικό διάστημα, τις αποδοχές του εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης και επιπλέον το επίδομα αλλοδαπής σε ποσοστό 40% επί του επιδόματος αλλοδαπής του Πρέσβη του ....

Ακολούθως, η ήδη εφεσίβλητη Ε. Χ., άσκησε σε βάρος του ήδη εκκαλούντος ..., την από 26.7.2013 (αρ. εκθ, κατ. 3568/2013) αγωγή, με την οποία, επικαλούμενη την ίδια ένδικη από 15.12.1995 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ζήτησε για το τότε επίδικο χρονικό διάστημα από 1.9.2011 μέχρι 31.8.2013, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αυτό της κατέβαλε και των νομίμων αποδοχών που έπρεπε να λαμβάνει, ως εσωτερικός κλητήρας Α' τάξης, πλέον του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, σε ποσοστό 40% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη της Ελλάδας στο ....

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1804/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, καθώς η έφεση που ασκήθηκε κατ' αυτής από το εναγόμενο, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 4033/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η παραπάνω υπ' αριθμ. 1804/2015 απόφαση, στηριζόμενη στο δεδικασμένο που απορρέει από την παραπάνω υπ' αριθμ. 6636/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, έκρινε, ομοίως με δύναμη δεδικασμένου, ότι η ενάγουσα δικαιούνταν για το παραπάνω, επίδικο τότε χρονικό διάστημα, τις αποδοχές του εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης και επιπλέον το επίδομα αλλοδαπής σε ποσοστό 40% επί του επιδόματος αλλοδαπής του Πρέσβη του ..., καθώς το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της προηγούμενης δίκης παρέμενε έως τότε αναλλοίωτο, σύμφωνα με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 149 παρ. 5 του ν. 3566/2007 - νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών και η ενάγουσα, ως συμβασιούχος (ιδιωτικού δικαίου) αορίστου χρόνου της Εξωτερικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, που είχε προσληφθεί προ της 24.3.1998, διατήρησε και μετά την έναρξη εφαρμογής του εν λόγω νέου Οργανισμού του Υπουργείου, το κατά νόμο συμβατικό και μισθολογικό καθεστώς μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο αποχώρησή της από την Υπηρεσία και συγκεκριμένα, όπως το καθεστώς αυτό ίσχυε σύμφωνα με την επίσης μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 129 παρ. 5 του αμέσως προηγούμενου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998) και τις σχετικές διατάξεις του ν. 419/1976 (προγενέστερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών), που είχε εφαρμόσει η προηγούμενη υπ' αριθμ. 6636/2008 αμετάκλητη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Έτσι, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, με την υπ' αριθμ. 1804/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδικάστηκαν στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, τα αναγραφόμενα σ' αυτή ποσά, ως μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.9.2011 μέχρι 31.8.2013, μεταξύ των αποδοχών που της κατέβαλε το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν και των νομίμων αποδοχών που έπρεπε να λάβει ως εσωτερικός κλητήρας Α' τάξης, πλέον του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.

Ειδικότερα, η εν λόγω απόφαση έκρινε με δύναμη δεδικασμένου ότι: α) Ο μισθός του Εσωτερικού Κλητήρα Α' τάξης που δικαιούνταν να λάβει η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.2011 μέχρι 31.10.2011 [. . .] β) Το επίδομα αλλοδαπής που αυτή δικαιούνταν, υπολογίζονταν σε ποσοστό 40% επί του επιδόματος αλλοδαπής που λάμβανε ο Πρέσβης της Ελλάδας στο ...

και ανέρχονταν στο ποσό των 6.970 ευρώ, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 1.9.2011 μέχρι 31.8.2013. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εξακολούθησε και κατά το ήδη επίδικο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.11.2015 μέχρι 31.10.2017, να ασκεί τα καθήκοντα του κλητήρα στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο ..., χωρίς να έχει επέλθει μεταβολή του πραγματικού και νομικού καθεστώτος, υπό το οποίο εκδόθηκαν οι παραπάνω αναγραφόμενες τελεσίδικες αποφάσεις, εκ των οποίων έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, ότι η ενάγουσα δικαιούται, αφενός μεν τις αποδοχές του Εσωτερικού Κλητήρα Α' τάξης, οι οποίες από 1.11.2011 και εφεξής, καθορίζονταν με βάση τα μισθολογικά κλιμάκια που προέβλεπαν οι διατάξεις του ν. 4024/2011 για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ, αφετέρου δε, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, υπολογιζόμενο σε ποσοστό 40% επί του επιδόματος αλλοδαπής που λάμβανε ο Πρέσβης της Ελλάδας στο ..., το οποίο ανέρχονταν σε 6.970 ευρώ, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ...

των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Εξωτερικών. Το παραπάνω δεδικασμένο δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, που καλείται να κρίνει για όμοιες, αλλά μεταγενέστερου του ήδη κριθέντος χρονικού διαστήματος, αξιώσεις, ενόψει του ότι το αντικείμενο της προκείμενης νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη, εφόσον κατ' αυτή (νέα δίκη) πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη, ενώ κατά τον επίδικο κρίσιμο χρόνο, δεν έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αλλά αντίθετα, το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της προηγούμενης δίκης, παραμένει αναλλοίωτο και κατά τον κρίσιμο χρόνο της προκείμενης δίκης.

Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει για το επίδικο χρονικό διάστημα (1.11.2015 μέχρι 31.12.2017): Α) Τις μηνιαίες αποδοχές του Εσωτερικού Κλητήρα Α' Τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, οι οποίες ανέρχονταν [. . .] Β) Επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, υπολογιζόμενο σε ποσοστό 40% επί του επιδόματος αλλοδαπής που λάμβανε ο Πρέσβης της Ελλάδας στο ..., το οποίο ανέρχονταν σε 6.970 ευρώ, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ...

των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Εξωτερικών, ήτοι στο ποσό των 2788 ευρώ μηνιαία. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί του ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή του Πρέσβη της Ελλάδας στο ... ανέρχονταν στο ποσό των 5.642,92 ευρώ μηνιαία, καθώς με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010, το παραπάνω επίδομα, αρχικού ύψους 6.970 ευρώ μειώθηκε σε ποσοστό 12% και ανήλθε στο ποσό των 6.133,60 ευρώ, ενώ στη συνέχεια με το άρθρο 3 παρ, 1 του ν. 3845/2010 μειώθηκε επιπλέον σε ποσοστό 8% και ανήλθε στο παραπάνω ποσό των 5.642,92 ευρώ μηνιαία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, με την προηγούμενη υπ' αριθμ. 1804/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίθηκε τελεσίδικα ότι το επίδομα αλλοδαπής που λάμβανε ο Πρέσβης της Ελλάδας στο ... κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.2011 μέχρι 31.8.2013, οπότε ήταν σε ισχύ και οι παραπάνω επικαλούμενες από το εναγόμενο διατάξεις, ανέρχονταν στο ποσό των 6.970 ευρώ μηνιαία, με συνέπεια το παρόν Δικαστήριο να δεσμεύεται από το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή (τελεσίδικη απόφαση).

Σε κάθε δε περίπτωση, το εν λόγω επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή δεν αποτελεί αποδοχές στις οποίες επιβάλλονται οι περικοπές που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010 και του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 3845/2010, καθώς αποτελεί ειδικό αποζημιωτικό επίδομα κάλυψης εξόδων των εργαζόμενων στην αλλοδαπή και ανηκόντων στην υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών υπαλλήλων του εναγόμενου - εκκαλούντος, που καταβάλλεται μόνο για όσο χρόνο αυτοί υπηρετούν στην αλλοδαπή και το οποίο αναπροσαρμόζεται (μειώνεται ή αυξάνεται) μόνο από την ειδική επιτροπή του άρθρου 155 παρ. 6 του ισχύοντος Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 3566/2007) και για τους περιοριστικά αναφερόμενους στις διατάξεις αυτές λόγους, ήτοι μόνο σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής, είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ, είτε της αγοραστικής αξίας αυτών, με βάση τα επίσημα στοιχεία του ΟΗΕ [. . .].

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε τα ίδια και αφού έκρινε ότι η ενάγουσα δικαιούται για το επίδικο χρονικό διάστημα τις μηνιαίες αποδοχές του Εσωτερικού Κλητήρα Α' Τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 1.685 ευρώ και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, υπολογιζόμενο σε ποσοστό 40% επί του επιδόματος αλλοδαπής που λάμβανε ο Πρέσβης της Ελλάδας στο ..., το οποίο ανέρχονταν σε 6.970 ευρώ, ήτοι στο ποσό των 2778 ευρώ μηνιαία, στη συνέχεια, αφού αφαίρεσε τα ποσά που κατέβαλε μηνιαία το εναγόμενο στην ενάγουσα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ήτοι το ποσό των 945 ευρώ ως μισθό εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης και το ποσό των 800 ευρώ ως επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, στη συνέχεια, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα τις διαφορές που προέκυψαν, ήτοι το ποσό των 17.760 ευρώ για διαφορές αποδοχών [40.440 ευρώ (1.685 ευρώ X 24 μήνες) - 22.680 ευρώ (945 ευρώ X 24 μήνες)], το ποσό των 47.712 ευρώ για διαφορές του επιδόματος αλλοδαπής [66.912 ευρώ (2.788 ευρώ X 24 μήνες) - 19.200 ευρώ (800 ευρώ X 24 μήνες)] και συνολικά το ποσό των 65.472 ευρώ (17.760 + 47.712) για τις παραπάνω αιτίες, ορθά κατ' αποτέλεσμα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με συνεπτυγμένη και εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία επιτρεπτά αντικαθίσταται από την αιτιολογία της προκειμένης απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν επαναφέρει τους παραπάνω ισχυρισμούς του και παραπονείται για την αντίθετη κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Όμως, από τις προαναφερόμενες με αριθμούς 6636/2008 και 4033/2017 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, δεν απορρέει δεδικασμένο κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως αυτής, που να καλύπτει και την προκειμένη υπόθεση, η οποία έχει διαφορετική νομική αιτία, αφού αφορά αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για χρονικό διάστημα που ισχύουν οι μειώσεις του επίμαχου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, που επήλθαν με τους Ν. 3833/2010 (άρθρο 1 παρ. 2) και 3845/2010 (άρθρο 3 παρ. 1).

Τούτο διότι η ανωτέρω με αριθμό 4033/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε την υπ' αριθμ. 1804/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν έκρινε πρωτογενώς και αυθεντικά το επίμαχο ουσιαστικό ζήτημα του ύψους του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβη της Ελλάδας στο ... (6.970 ευρώ), που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αλλά στηρίχθηκε για τη διάγνωση αυτή στο δεδικασμένο που κατά την απόφαση αυτή παράγεται, για το ουσιαστικό αυτό ζήτημα από την απόφαση του Εφετείου Αθηνών με αριθμό 6636/2008.

Η τελευταία, όμως, απόφαση αφορούσε τη διάγνωση του ύψους του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβη της Ελλάδας στο ... για το διάστημα από 1.1.2004 έως 31.12.2005, οπότε ίσχυε διαφορετικό νομικό καθεστώς και συγκεκριμένα το νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν τις μειώσεις που επήλθαν στο ύψος του επιδόματος αυτού (6970 ευρώ) κατά 12% με την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010 και επί πλέον κατά 8% με την παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 3845/2010.

Συνεπώς το Εφετείο Αθηνών δεχόμενο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ότι απορρέει δεδικασμένο από τις προαναφερθείσες εφετειακές αποφάσεις και ότι για το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.11.2015 έως τις 31.12.2017, το νομοθετικό καθεστώς παρέμεινε αναλλοίωτο, χωρίς όμως να λάβει υπόψη του ότι με τους Ν. 3833/2010 και 3845/2010, επήλθε νέο νομικό καθεστώς, ως προς τις μειώσεις του ανωτέρω επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.16 του ΚΠολΔ δεκτού γενομένου, ως βασίμου του πρόσθετου λόγου αναίρεσης.

Περαιτέρω, όμως, με τις ως άνω παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο, με επάλληλη σκέψη, ότι "το εν λόγω επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή δεν αποτελεί αποδοχές στις οποίες επιβάλλονται οι περικοπές που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010 και του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 3845/2010, καθώς αποτελεί ειδικό αποζημιωτικό επίδομα κάλυψης εξόδων των εργαζομένων στην αλλοδαπή και ανηκόντων στην υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών υπαλλήλων του εναγόμενου - εκκαλούντος, που καταβάλλεται μόνο για όσο χρόνο αυτοί υπηρετούν στην αλλοδαπή και το οποίο αναπροσαρμόζεται (μειώνεται ή αυξάνεται) μόνο από την ειδική επιτροπή του άρθρου 155 παρ. 6 του ισχύοντος Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 3566/2007) και για τους περιοριστικά αναφερόμενους στις διατάξεις αυτές λόγους, ήτοι μόνο σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής, είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ, είτε της αγοραστικής αξίας αυτών, με βάση τα επίσημα στοιχεία του ΟΗΕ [. . .]", υπέπεσε και στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον έκρινε μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 του Ν. 3845/2010, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση.

Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του (κύριου) αναιρετηρίου. 4.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο που αφορά το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ..., που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιό της. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ