Legislator Case Law & Legislation
243/2022 AI generated

243/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 243/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

243/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από το γραμματέα στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 243 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 243/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανή του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Κ., 2)Ο. Σ., 3)Ε. Γ., 4)Ε. Χ., 5)Θ. Ξ., 6)Α. Σ., 7)Μ. Κ., 8)Μ. Μ., 9)Ε. Φ., 10)Χ. Σ., 11)Μ. Μ., 12)Φ. Τ., 13)Ά. Τ, 14)Μ. Χ., 15)Α. - Χ. Κ., 16)Π. Π., 17)Φ. Κ., 18)Ε. Γ., 19)Γ. Β., 20)Α. Φ. - Μ., 21)Κ. Λ., 22)Ε. Π., 23)Π. Κ., 24)Ε. Δ. και 25)Χ. Ι., απάντων κατοίκων .... Οι 4η, 8η, 9η, 11η, 12η, 14η, 20η, 21ος και 22η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (1ος, 2η, 3η, 5η, 6η, 7η, 10η, 13η, 15η, 16η, 17η, 18η, 19η, 23η, 24η και 25η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 988/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο με την από 1/11/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνα Νάκου ανέγνωσε την από 29/4/2020 έκθεση του Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 357/2020, ΑΠ 1387/2019)..

Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014, μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου-10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" προστέθηκε άρθρο 6Α στις παραγράφους 1 και 2 του οποίου ορίζονται τα εξής: "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στο δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.

το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις.. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κειμένων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές".

Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε το διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 405/2016).

Εξάλλου, στην παράγραφο 2 του άρθρου 83 ν. 4790/2021 με τίτλο "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID 19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID 19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από το γραμματέα στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής (ΑΠ 1121/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τη με αριθμό 6446Γ/12-3-2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ζ. Α., που προσκομίζεται από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο-ΕΜΠ", προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 1-11-2011 και με αριθ. κατ. 136/4-11-2011 αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού της δικασίμου 12-5-2020 της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως, κατά τα άρθρα 122 επ., 498, 499 και 568 ΚΠολΔ και το προεκτεθέν άρθρο 6Α παρ. 1 του διατάγματος της 26 Ιουνίου-10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/31-10-2014, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στη δικηγόρο Ευαγγελία Χαραλάμπους η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, είχε εκπροσωπήσει όλους τους αναρεσιβλήτους κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, που εξέδωσε τη με αριθμό 988/14-8-2008 απόφαση και έχει υπογράψει και καταθέσει στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το δικόγραφο της ασκηθείσας κατά της παραπάνω απόφασης από 29-9-2008 έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 246/24-1- 2011 απόφαση.

Η εν λόγω δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά αντίθετα είναι αυτή που έδωσε την από 17- 3-2011 παραγγελία για λογαριασμό όλων των αναιρεσιβλήτων προς επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στο αναιρεσείον. Επομένως, εγκύρως έλαβε χώρα η, σύμφωνα με τα παραπάνω, επίδοση της αίτησης αναίρεσης στην εν λόγω δικηγόρο, ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους.

Περαιτέρω προέκυψε ότι κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 12-5-2020 η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη συζήτησή της η δικάσιμος της 23-3-2021 με την από 10-6-2020 πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 74 παρ. 2 ν. 4690/2020).

Κατά τη δικάσιμο της 23-3-2021 η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε και πάλι για την ίδια, ως άνω, αιτία και κατ' εφαρμογή του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021 ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη συζήτησή της η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (26-10-2021) με την από 19-5-2021 πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στην τελευταία αυτή δικάσιμο (26-10-2021), οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι εξής αναιρεσίβλητοι: η 4η Ε. Χ., η 8η Μ. Μ., η 9η Ε. Φ., 11η Μ. Μ., η 12η Φ. Τ., η 14η Μ. Χ., η 20η Α. Φ.-Μ., ο 21ος Κ.

Λ. και η 22η Ε. Π., ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι (δηλαδή οι 1ος Δ. Κ., 2η Ο. Σ., 3η Ε. Γ., 5η Θ. Ξ., 6η Α. Σ., 7η Μ. Κ., 10η Χ. Σ., 13η Α. Τ., 15η Α.--Χ. Κ., 16η Π. Π., 17η Φ. Κ., 18η Ε. Γ., 19η Γ. Β., 23η Π. Κ., 24η Ε. Δ. και 25η Χ. Ι.) διά της πληρεξούσιας Δικηγόρου τους Ευαγγελίας Χαραλάμπους. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠολΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία των 4ης, 8ης, 9ης, 11ης, 12ης, 14ης, 20ης, 21ου και 22ης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, όπως προεκτέθηκε είχαν νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12-5-2020, ενώ η με επιμέλεια της Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο της δικασίμου της 26-10-2021 ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Με την κρινόμενη από 1-11-2011 και με αριθ. κατάθεσης 136/4-11-2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 246/24-1-2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 29-9-2008 και με αριθ. κατ. 2076/7-10-2008 έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της με αριθ. 988/14-8-2008 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολο της ως νομικά αβάσιμη, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική της βάση, η από 31-12-2007 και με αριθ.

κατ. 3089/31-12-2007 αγωγή αυτών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και α) απέρριψε κατ 'ουσία την ως άνω έφεση κατά της εν λόγω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά το μέρος με το οποίο είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η κύρια βάση της ως άνω αγωγής περί επιδίκασης των αιτουμένων εκεί επιμέρους χρηματικών ποσών για το διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2007, ως επίδομα πληροφορικής, που προβλέπεται από τα άρθρα 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και β) δέχθηκε κατ' ουσία την πιο πάνω έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος κατά το οποίο είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, δίκασε την αγωγή κατά την πιο πάνω επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση και, κατά παραδοχή αυτής ως βάσιμης κατ' ουσία, επιδίκασε στους ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στο επίδομα πληροφορικής και για τη χρονική περίοδο από 1-1-2006 έως 31-12-2007, ως ωφέλεια του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο ωφελήθηκε από την παροχή εργασίας της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή εκ μέρους αυτών, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, αφού η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 6-10-2011 (βλ. σχετική επισημείωση επί του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Ζ.) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 4-11-2011 (άρθ. 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Πρέπει, επομένως να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτήν λόγων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι κατά λέξη ταυτόσημος με εκείνο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (για τις λοιπές αποφάσεις), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του παραπάνω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει, μεταξύ των λοιπών στοιχείων, να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 2/2013), στην δε περίπτωση της κατ' ουσία έρευνα της αγωγής, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου .

Τέλος, λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης (ή αναληθούς) προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει όταν υποστηρίζεται με αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του μοναδικού από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται του προβλεπομένου από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003 επιδόματος πληροφορικής κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και να επιδικάσει στη συνέχεια σε αυτούς για την εν λόγω αιτία ως επίδομα πληροφορικής για τη χρονική περίοδο από 1-1-2006 έως 31-12-2007 το ποσό των 1.874 ευρώ σε καθένα, πλην της 23ης των αναιρεσιβλήτων, στην οποία επιδίκασε το ποσό των 1.504 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 1-1-2006 έως 31-7-2007 με το νόμιμο τόκο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997, 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003 και 7 του π.δ. 76/1998, οι οποίες αποκλείουν από τη χορήγηση του πιο πάνω επιδόματος τους μισθωτούς που δεν έχουν τα τυπικά προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1998, δεν έχουν τοποθετηθεί σε οργανικές θέσεις χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλης συναφούς ειδικότητας και δεν απασχολούνται με το χειρισμό αυτό, αλλά απλά, λόγω της γενικευμένης χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, κάνουν χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά τη διάρκεια της εργασίας τους για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εκτέλεση αυτής, χωρίς η διαφορετική αυτή μεταχείριση να αντίκειται στην αρχή της ισότητας που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το τελευταίο προέβη στην επιδίκαση των παραπάνω χρηματικών ποσών με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσία. Αντιθέτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επικυρώνοντας κατά τούτο την απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια αυτής βάση ως μη νόμιμη, δέχθηκε και αυτό ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση περί επιδίκασης στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους των παραπάνω χρηματικών ποσών, ως επίδομα πληροφορικής, που προβλέπεται από το άρθρο 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003 κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας δεν έχει έρεισμα στο νόμο, με το ειδικότερο σκεπτικό ότι: " Κατά συνέπεια, η ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας, στην οποία ανήκουν οι ενάγοντες και οι ειδικευμένοι με τίτλους σπουδών υπάλληλοι των προαναφερομένων άρθρων δικαιολογεί, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις, τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος μόνο στους τελευταίους και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας (6° φύλλο οπίσθια σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης).

Επομένως, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε τα όσα διαλαμβάνονται ως αναιρετική πλημμέλεια στα οικεία πρώτο και δεύτερο σκέλη του μοναδικού αναιρετικού λόγου, αλλά το ακριβώς αντίθετο, τα ως άνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ σκέλη αυτού στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα και να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, ΑΠ 1354/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, καθόσον: οι αναιρεσίβλητοι, συνδεόμενοι με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, κατέχουν την ειδικότητα, για την οποία προσλήφθηκαν διαθέτοντας τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα και ασκούν τα αντίστοιχα με την ειδικότητα και τη θέση τους καθήκοντα και αρμοδιότητες, ενώ δεν έχουν ανατεθεί σε αυτούς αρμοδιότητες πρόσθετες ή διάφορες αυτής της θέσης, την οποία καλύπτουν, αλλά λόγω της γενικευμένης χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, πιθανόν, κατά την άσκηση των άσχετων με χειρισμό ηλεκτρονικού υπολογιστή προγραμματισμό, μηχανογράφηση κ.λ.π.

καθηκόντων τους, να κάνουν απλή χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, με τον οποίο τους είχε προμηθεύσει η Υπηρεσία για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εκτέλεση της εργασίας τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποκαθιστούν τους εργαζόμενους στη Διεύθυνση Πληροφορικής συναδέλφους τους, οι οποίοι έχουν αποκλειστική εργασία το χειρισμό ηλεκτρονικού υπολογιστή, κατέχουν τα νόμιμα τυπικά προσόντα, έχουν τις ειδικότητες που ορίζει ο νόμος, αντικείμενο της εργασίας τους είναι ο χειρισμός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο προγραμματισμός, η μηχανογράφηση κ.λ.π.

και καλύπτουν τις σχετικές ανάγκες του αναιρεσείοντος. Με το περιεχόμενο αυτό το τρίτο σκέλος του μοναδικού από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέο ως αόριστο, διότι στο αναιρετήριο εκτίθενται μόνο τα, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, υπαγωγικά σφάλματα και δεν παρατίθενται, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Κατά συνέπεια το τρίτο (και τελευταίο) σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτών, μειωμένων, όπως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ, 12 ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1- 1993), διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.

διεξάγεται διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 17 παρ. 1 ν. 3086/2002, ΑΠ 1065/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 1-11-2011 και με αριθ. κατ. 136/4-11-2011 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 246/24-1-2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ