Legislator Case Law & Legislation
243/2021 AI generated

243/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 243/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2040/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6290/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/9/2014 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

243/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου περιπτώσεων διοικητικών διαφορών ουσίας περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.

Keywords

AI generated
construction costs municipal contract award public institution user fee construction cost overruns public levies dispute deduction for property maintenance costs
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 243 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 243/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αλτάνας Κοκκοβού), Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Κ. & ΣΙΑ Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΠΑΡΟΦΙΛ", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πρόδρομο Παναγιωτακόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2040/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6290/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/9/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη ανέγνωσε την από 16/11/2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 14-5-2010 αγωγής της αναιρεσίβλητης- εφεσίβλητης- ενάγουσας εταιρίας "Μ. Κ. & ΣΙΑ Ο.Ε." κατά α) του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, β) του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη) και γ) κατά του αναιρεσείοντος- εκκαλούντος- εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, με αντικείμενο την καταβολή τιμήματος ατύπως καταρτισθεισών διαδοχικών πωλήσεων ιατρικών υλικών, εκδόθηκε η 2040/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με αυτήν απορρίφθηκε η αγωγή κατά το μέρος της το στρεφόμενο κατά των δύο πρώτων εναγομένων ως απαράδεκτη (διότι δεν είχαν συσταθεί με νομοθετική πράξη ή πράξη εκδοθείσα κατά νομοθετική εξουσιοδότηση, αλλ' αποτελούσαν απλώς δημόσιες υπηρεσίες). Η αγωγή, κατά το μέρος της το στρεφόμενο κατά του Ελληνικού Δημοσίου, απορρίφθηκε επίσης με την ανωτέρω απόφαση κατά την κύρια βάση της, τη στηριζόμενη στις συμβάσεις πωλήσεως, έγινε όμως δεκτή εν μέρει κατά την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου άσκησε το αναιρεσείον την από 11-6-2012 έφεση, που απορρίφθηκε κατ'ουσίαν με την 6290/2013 τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, η οποία προσβάλλεται με την κρινόμενη από 2-9-2014 αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αριθ. 4 και 580 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε επί υποθέσεως που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του (ΟλΑΠ 293/1981). Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση αυτού του άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας, που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας.

Μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου περιπτώσεων διοικητικών διαφορών ουσίας περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.

Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ., είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον συναπτόμενο συμβατικό δεσμό δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου.

Συμβάσεις, που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι σχετικές διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Α.Ε.Δ. 1/2016, 3/2012, 29/2011, ΑΠ 891/2018). Περαιτέρω κατά το άρθρο 80 του ν. 2362/1995 (Κώδ. Δημοσίου Λογιστικού), ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, για το κύρος συμβάσεως του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ (όπως αυτή αναπροσαρμόσθηκε με την ΥΑ 2/59649/0026/2001 από 1-1-2002) ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο, η δε αποδοχή της προτάσεως για την κατάρτιση της σύμβασης δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο.

Η εκπλήρωση όμως της παροχής από τον αντισυμβαλλόμενο του Δημοσίου αίρει την ακυρότητα της συμβάσεως λόγω έλλειψης της τήρησης έγγραφου τύπου ως προς την αποδοχή. Προϋπόθεση εφαρμογής της τελευταίας ρυθμίσεως είναι επομένως η πρόταση, τουλάχιστον, για την κατάρτιση της σύμβασης να έχει γίνει εγγράφως.

Στο άρθρο 85 εδ. α'του ιδίου νομοθετήματος προβλέπεται ότι η καθ` οιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων, μεταξύ άλλων, και του ως άνω άρθρου 80 επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως. Κατά το άρθρο δε 1 ν. 2286/1995, που ίσχυε επίσης κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών, οι οποίες ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, πρέπει να καταρτίζονται εγγράφως.

Ειδικότερα στο άρθρο 1 παρ. Ι του ν. 2286/1995 προβλέπεται ότι στις διατάξεις του νόμου αυτού "υπάγονται οι κάθε είδους προμήθειες αγαθών που ενεργούνται από: α) το Δημόσιο.....", ενώ κατά την παρ. ΙΙ του ίδιου άρθρου προμήθειες του δημοσίου τομέα είναι συμβάσεις από επαχθή αιτία, που συνάπτονται εγγράφως μεταξύ ενός προμηθευτή και των φορέων που ορίζονται στην παρ. 1 και έχουν, μεταξύ άλλων, ως αντικείμενο την αγορά, τη χρηματοδοτική μίσθωση και τη μίσθωση αγαθών.

Εξάλλου στο άρθρο 5 παρ. ΙΙ στ. στ' του ίδιου νομοθετήματος, αναφερόμενου στους κανονισμούς προμηθειών του Δημοσίου, προβλέπεται ότι σ' αυτούς τους κανονισμούς περιέχονται οι χρηματικές κυρώσεις (πρόστιμα, κατάπτωση ποινικής ρήτρας ή εγγυοδοσίας κ.λπ., αποκλεισμός εν όλω ή εν μέρει κ.λπ.) και οποιαδήποτε άλλη διοικητική κύρωση εις βάρος αυτών που δεν εκπληρώνουν τις ανειλημμένες υποχρεώσεις τους.

Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή των ως άνω κανονισμών προμηθειών αποτελεί η έγγραφη, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, κατάρτιση της συμβάσεως προμήθειας αγαθών εκ μέρους του Δημοσίου. Διαφορετικά η σύμβαση δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 2286/1995 και δεν είναι δυνατό να ισχύσουν επ' αυτής τυχόν προβλεπόμενες από τους ως άνω κανονισμούς κυρώσεις, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ώστε να ευρίσκεται το Δημόσιο σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους.

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 158 ΑΚ η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 159 παρ.1 του ίδιου κώδικα δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη, ρύθμιση αντίστοιχη με εκείνη του ως άνω άρθρου 80 του ν. 2362/1995.

Από τις παραπάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες μεταξύ τους, συνάγεται, ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες από το Δημόσιο συμβάσεις προμήθειας με αντικείμενο μεγαλύτερο των 2500 ευρώ, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, η δε έλλειψή του καθιστά άκυρη τη σύμβαση. Η ακυρότητα της συμβάσεως από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός εάν η πρόταση για την κατάρτιση της σύμβασης είναι έγγραφη και εκπληρωθεί η σύμβαση χωρίς να έχει χωρήσει έγγραφη αποδοχή της (ΑΠ 430/2015, ΑΠ 1213/2015), όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984).

Στην τελευταία περίπτωση, κατά την οποία η σύμβαση είναι άκυρη, το Δημόσιο είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον πωλητή προμηθευτή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. Α.Κ.), την ωφέλεια την οποία αποκόμισε από τα αγαθά που αγόρασε, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την αγορά των ίδιων αγαθών (ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1057/2011).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του προαναφερόμενου άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ.

υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου κατά την προπαρατιθέμενη έννοια, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση), ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας, δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. (βλ.

ΑΕΔ 1/2016, 11/2013, 3/2012, ΑΠ 891/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ενάγουσα ιστορούσε στην από 14-5-2010 αγωγή της ότι με τις προσδιοριζόμενες 345 διαδοχικές, προφορικές συμβάσεις πωλήσεως, που κατήρτισε με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο για τις ανάγκες του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία δημοσίων συμβάσεων προμηθειών, του πώλησε και του παρέδωσε κατά το διάστημα από 10-6-2005 έως 23-3-2010 τα προσδιοριζόμενα κατ' είδος, ποσότητα, τιμή μονάδας και αξία εμπορεύματά της (υγειονομικά υλικά μονάδας τεχνητού νεφρού) αντί συνολικού τιμήματος 456.148,70 ευρώ, εκδίδοντας και τα περιλαμβανόμενα στην αγωγή της τιμολόγια- δελτία αποστολής.

Η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει (εις ολόκληρον με τις υπόλοιπες εναγόμενες υπηρεσίες του, ως προς τις οποίες η αγωγή απορρίφθηκε) το ανωτέρω ποσό, ενεχόμενο προς απόδοσή του βάσει των συμβάσεων, άλλως δε και επικουρικώς κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ειδικότερα ως μη νόμιμη τη στρεφόμενη κατά του αναιρεσείοντος αγωγή κατά την κύρια βάση της τη στηριζόμενη σε έγκυρες συμβάσεις πωλήσεως, δεχόμενο ότι οι ατύπως καταρτισθείσες συμβάσεις προμήθειας ήταν άκυρες λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου, και τη δέχθηκε ως νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν κατά την επικουρική της βάση τη στηριζόμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη 427.540,49 ευρώ, αφού δέχθηκε την ένσταση μερικής εξοφλήσεως που είχε προβάλει το εναγόμενο.

Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 6290/2013 απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, έκρινε (όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) ότι η μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης διαφορά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, αποτελούσε ιδιωτική διαφορά και κατά την κύρια και κατά την επικουρική βάση της, με συνέπεια να έχουν τα πολιτικά δικαστήρια δικαιοδοσία προς εκδίκασή της, επειδή οι συμβάσεις, στις οποίες στηριζόταν η αγωγή, είναι ιδιωτικές και όχι διοικητικές, αφού απέβλεπαν μεν στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, το Ελληνικό Δημόσιο όμως δεν βρισκόταν σε υπερέχουσα θέση, εφόσον, λόγω και της επικαλούμενης άτυπης κατάρτισής τους, δεν περιελάμβαναν οποιεσδήποτε, αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο, ρήτρες, που να προσδίδουν στο Δημόσιο υπερέχουσα θέση, με συνέπεια να μην πληρούνται όλες οι σωρευτικώς απαιτούμενες προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό τους ως διοικητικών, κατ'επέκταση δε ιδιωτική διαφορά αποτελεί και η διαφορά από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία στηρίζεται σε υποκείμενες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου και δη στις ανωτέρω άτυπες και άκυρες ιδιωτικές συμβάσεις πώλησης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις προαναφερόμενες σκέψεις. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, με το επιχείρημα ότι οι συμβάσεις, που αποτελούσαν την υποκείμενη σχέση για τις αξιώσεις της αναιρεσίβλητης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήταν διοικητικές, η δε διαφορά διοικητική διαφορά ουσίας υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, διότι, πέραν του δημόσιου σκοπού που εξυπηρετούσαν, το Δημόσιο βρισκόταν και σε υπερέχουσα θέση λόγω της εφαρμογής του άρθρου 5 παρ.

ΙΙ στ. στ' του ν. 2286/1995, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον από το πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου εκφεύγουν, κατά τα προεκτιθέμενα, οι συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν ατύπως.

Kατά το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννάται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με την διάταξη αυτή παρέχεται μία ενιαία γενική αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού με κοινές για όλες τις περιπτώσεις προϋποθέσεις (α) την ύπαρξη πλουτισμού του υποχρέου, (β) την επέλευση αυτού σε βάρος άλλου και δη του φορέα της αξιώσεως, (γ) το αδικαιολόγητο του πλουτισμού, με την έννοια της ελλείψεως νόμιμης αιτίας και (δ) την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του υποχρέου και της επιβαρύνσεως του δικαιούχου.

Ως πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, η οποία πραγματώνεται είτε με θετική επαύξηση της περιουσίας του είτε με αποθετική με τη μορφή της αποφυγής της ελαττώσεώς της. Για την εξεύρεση του πλουτισμού συγκρίνεται η πριν και η μετά την περιουσιακή μετακίνηση κατάσταση της περιουσίας του υποχρέου, οριοθετούμενη παράλληλα κατ` ανώτατο όριο από τη ζημία του φορέα της αξιώσεως, ως προσδιοριστικό στοιχείο του πραγματικού πλουτισμού του υποχρέου.

Εξάλλου το άρθρο 908 εδ.1 ΑΚ, κατά τους ορισμούς του οποίου ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό, επιβάλλει κατ’ αρχήν στον λήπτη να αποδώσει αυτούσιο τον πλουτισμό. Η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να εκπληρωθεί, πλην άλλων, και στην περίπτωση παράδοσης στον λήπτη αναλωσίμων βάσει άκυρης, λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου τύπου, συμβάσεως πωλήσεως, όταν τα αναλώσιμα αυτά υλικά χρησιμοποιήθηκαν και αναλώθηκαν ήδη, με συνέπεια την αδυναμία αυτούσιας αποδόσεώς τους.

Στην περίπτωση αυτή ο πλουτισμός συνίσταται στην δαπάνη που ο λήπτης εξοικονόμησε, ίση με το τίμημα που θα κατέβαλε για την αγορά ίδιων υλικών σε άλλο πωλητή, με τον οποίο θα κατάρτιζε έγκυρη σύμβαση (πρβλ ΑΠ 1102/2018, 361/2010, 589/2006). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 15/2020, 756/2011, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).

Κατ' ακολουθίαν, των ανωτέρω, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον, Δημόσιο, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δέχθηκε ως αληθινό, χωρίς απόδειξη, το γεγονός ότι κατέστη πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά την αξία των εμπορευμάτων χωρίς να εξετάσει το ζήτημα της ύπαρξης ή μη ζημίας και της εκτάσεως αυτής στο πρόσωπο της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας και ειδικότερα αν τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια ποσά αντιστοιχούν στην πραγματική αξία κάθε υλικού, πράγμα που δεν αποδείχθηκε από την αντίδικό του, όπως δεν αποδείχθηκε και η πληρεξουσιότητα του παραλαβόντος τα τιμολόγια, ούτε και η αξία, με την οποία η τελευταία προμηθεύτηκε τα υλικά των επιδίκων τιμολογίων, είναι αβάσιμος.

Τούτο δε διότι, από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, αλλά με βάση τις νόμιμα προσκομισθείσες, από τους διαδίκους, αποδείξεις, που προαναφέρθηκαν.

Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, αφού με πρόσχημα την επικαλούμενη πλημμέλεια, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε υπάρχει "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό.

Και, συγκεκριμένα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση (ΟλΑΠ 16/2013, 20/2005, 32/1996, ΑΠ 238/2020, 587/2020, 1401/2010, 1198/2009, 216/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη νόμιμης βάσης, γιατί δεν διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία, άλλως διέλαβε ελλιπή αιτιολογία, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα γιατί: "...δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη στην εξόφληση του τιμήματος των επίδικων συμβάσεων, ύψους 427.540,49 ευρώ - όπως προκύπτει από τα αναγραφόμενα ποσά των αντίστοιχων τιμολογίων - και ότι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά την αξία των εμπορευμάτων των ένδικων τιμολογίων, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ούτε καν με την κατάθεση της μάρτυρας της αντιδίκου, αφενός ότι τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια ποσά αντιστοιχούν στην πραγματική αξία των υλικών που προμηθεύτηκε το νοσοκομείο, το συγκεκριμένο ύψος της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει αυτό ως αγοραστής και αφετέρου ότι η αξία των τιμολογίων αντιστοιχεί στην πραγματική ωφέλεια του Δημοσίου και στην αντίστοιχη πραγματική ζημία της ενάγουσας.".

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται, για τη θεμελίωσή του, σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέροντας, συγκεκριμένα, τα επί πλέον περιστατικά, που έπρεπε να διαλαμβάνει αυτή, ώστε να είναι επαρκείς οι αιτιολογίες της και ελλείπουν και σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις της, πέραν του ότι, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό του, με το πρόσχημα της επικαλούμενης πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από το Δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την αποδοτέα ωφέλεια του αναιρεσείοντος, που πλούτισε κατά το ποσό της αδικαιολογήτως εις βάρος της αναιρεσίβλητης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Εξαιτίας της ακυρότητας αυτής (εννοείται:

της ακυρότητας των συμβάσεων πώλησης) δημιουργείται αξίωση της ενάγουσας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με την παράδοση των ως άνω ειδών κατέστη αδικαιολογήτως, δηλαδή χωρίς νόμιμη αιτία, πλουσιότερο σε βάρος της ενάγουσας και υποχρεούται σε απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε, αποφεύγοντας να πληρώσει την αξία τους, που αντιστοιχεί στο παραπάνω ποσό (του αθροίσματος των αναγραφόμενων σε κάθε τιμολόγιο ποσών), το οποίο θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλον για την προμήθεια αυτών των ειδών με βάση έγκυρες συμβάσεις.

Σημειώνεται ότι τα άνω ιατρικά υλικά πωλήθηκαν στο εναγόμενο με την αυτή αξία, στην οποία επωλούντο και κατά την ισχύ της υπ' αριθμ. …/2006 διοικητικής σύμβασης που δέσμευε τους διαδίκους κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.... Όσον αφορά το προβληθέν από το εναγόμενο, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αίτημα να προσκομισθούν τα τιμολόγια, με βάση τα οποία η ενάγουσα προμηθεύθηκε τα επίδικα είδη από τον κατασκευαστή της, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν κρίνεται από το Δικαστήριο αναγκαία η προσκόμιση των άνω τιμολογίων για την ασφαλή διάγνωση της διαφοράς, ενόψει των επαρκών αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν.".

Ενόψει αυτών των παραδοχών του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού της αποδοτέας στην αναιρεσίβλητη ωφέλειας του αναιρεσείοντος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αναφερόμενο στην αξία των παραδοθέντων υλικών και δεχόμενο ότι αυτή ανέρχεται στο άθροισμα των αναγραφόμενων στα μη εξοφληθέντα τιμολόγια ποσών, το οποίο αποδείχθηκε πως θα κατέβαλε για την προμήθεια αυτών των ειδών και σε οποιονδήποτε τρίτο με βάση έγκυρες συμβάσεις πωλήσεως, αλλά και στο ίδιο το αναιρεσείον βάσει έγκυρης διοικητικής σύμβασης, κατόπιν δε αυτών των παραδοχών η προσδιορισθείσα αξία των ιατρικών υλικών αντικατοπτρίζει τόσο την ωφέλεια του αναιρεσείοντος όσο και τη ζημία της αναιρεσίβλητης από τη μη πληρωμή των τιμολογίων.

Κατ'ακολουθίαν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η από 2-9-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 6290/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Δικαστική δαπάνη εις βάρος του ηττώμενου αναιρεσείοντος για την ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου αναιρετική διαδικασία δεν επιβάλλεται λόγω της μη υποβολής σχετικού αιτήματος από την αναιρεσίβλητη, η οποία δεν κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-9-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 6290/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2021.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ