Legislator Case Law & Legislation
243/2016 AI generated

243/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 243/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 243 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 243/2016

Legislator headnote

AI generated

243/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 243 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 243/2016

Keywords

AI generated
unfit notwithstanding health condition violation of residence regulations exceeding Schengen stay driving whilst disqualified sanction against insured claimant qualified traffic violation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 243 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 243/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Δ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευδοκία Δοκοπούλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Ε. και 2) Γ. Κ. του Κ., αμφοτέρων κατοίκων ... , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 318/2009 και 306/2011, οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-12-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 16-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ... και ... /29-12-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Χ. Α. Κ. , τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης μαζί με κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους οι οποίοι στην ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (28-9-2015) δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήσαν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, "αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση μπορούν να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (αρ. 336 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς τους, η υπαγωγή τους, σε νομικούς κανόνες (άρθ. 559 αρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ, Ολ ΑΠ 10/2005) και μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναιρέσεως, μόνον κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (Ολ ΑΠ 23/1988). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία τους. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι θεσπίζεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος να αποκαταστήσει κάθε περιουσιακή και μη περιουσιακή ζημία τρίτου που προκλήθηκε από υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του προστηθέντος κατά την υπηρεσία του.

Συνεπώς, νόμιμο λόγο ευθύνης του προστήσαντος συνιστά η τέλεση αδικοπραξίας από τον προστηθέντα σε τρίτο, η οποία γεννά σε βάρος του προστηθέντος υποχρέωση προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης. Επομένως για την ευθύνη του προστήσαντος πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης, στις οποίες συγκαταλέγεται και ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης του τρίτου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Με το από 21-8-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό η εταιρεία "... .", που ενεργούσε με τον εκπρόσωπό της, πρώτο ενάγοντα, (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) Κ. Κ. , ομόρρυθμο εταίρο της, ανέθεσε, ως εργοδότρια, στον αντισυμβαλλόμενό της, Ε. Κ. , πρώτο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), ως εργολάβο, την εκτέλεση όλων των χωματουργικών εργασιών σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της, κείμενο ... στην πόλη του …. Η πραγματοποίηση των εκσκαφών έγινε με τον υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... εκσκαφέα, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, ο οποίος χρησιμοποίησε για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών, ως χειριστή, το δεύτερο εναγόμενο, (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) Ε. Σ. . ... Την 7-9-2007 και την 16:40 απογευματινή ώρα περίπου, ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι χωματουργικές εργασίες από τον δεύτερο εναγόμενο, χωρίς την παρουσία του πρώτου εναγομένου, ο πρώτος ενάγων, Κ. Κ. , μαζί με τον δεύτερο ενάγοντα, Γ. Κ. , επίσης ομόρρυθμο εταίρο της ίδιας εταιρείας, κατέβηκαν στον πυθμένα της εκσκαφής, βάθους πέντε (5) μέτρων περίπου, μέσω της αυτοσχέδιας επικλινούς χωμάτινης επιφάνειας - ράμπας, για την εποπτεία των σχετικών εργασιών, με δική τους πρωτοβουλία και με τη συναίνεση του χειριστή του εκσκαφέα, δεύτερου εναγομένου. Ωστόσο, τόσο οι ενάγοντες, αν και ήσαν έμπειροι επιχειρηματίες στο χώρο των οικοδομικών κατασκευών, δεν προνόησαν να ανέλθουν με ασφάλεια πριν την κατεδάφιση της ράμπας από τον πυθμένα της εκσκαφής στην επιφάνεια του εδάφους, όσο και ο δεύτερος εναγόμενος, αν και ήταν ειδικός στις χωματουργικές εργασίες, προχώρησε στην πρόωρη καθαίρεση της ράμπας, ενόσω οι ενάγοντες παρέμεναν στο βάθος της εκσκαφής. Έτσι επέτρεψε την είσοδο αμφοτέρων στο εσωτερικό του κάδου του εκσκαφέα, διαστάσεων 1,20 μ. Χ 1 μ. περίπου, αν και γνώριζε ότι απαγορεύεται η ανύψωση ή η μεταφορά ανθρώπων και κυρίως ότι δημιουργείται επικινδυνότητα από κλυδωνισμούς κατά την αλλαγή κατεύθυνσης του βραχίονα του μηχανήματος. Επιπροσθέτως, οι ενάγοντες δεν φρόντισαν να κρατηθούν σταθερά από τα πλαϊνά τοιχώματα του κινούμενου κάδου, όπου παρέμεναν όρθιοι, για να μη χάσουν την ισορροπία τους, αλλά και ο δεύτερος εναγόμενος από την πλευρά του παρέλειψε να τους υποδείξει τη διαρκή και σθεναρή στήριξή τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον ενδεχόμενο κίνδυνο πτώσης τους. Ο χειριστής ανέβασε τον κάδο στην επιφάνεια του εδάφους και επιχείρησε στη συνέχεια να τον μετακινήσει έξω από την εκσκαφή για να αφήσει τους ενάγοντες στο παρακείμενο πεζοδρόμιο. Κατά την πραγματοποίηση όμως του απαιτούμενου ελιγμού αλλαγής κατεύθυνσης, προκλήθηκε ισχυρός κλυδωνισμός του κάδου, με αποτέλεσμα τη βίαιη εξώθηση των εναγόντων και την πτώση τους ξανά μέσα στο σκάμμα, εξαιτίας της οποίας επήλθε ο τραυματισμός τους. Έτσι είναι πρόδηλο, ότι στην πτώση των εναγόντων συνετέλεσε η δυνατή ταλάντωση του κινούμενου κάδου του μηχανήματος στην προσπάθεια του δευτέρου εναγομένου, χειριστή του, να τους αφήσει στο έδαφος και η ανεπαρκής στήριξη των ίδιων πάνω στα τοιχώματά του. Το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα των εναγόντων, διότι επιχείρησαν να κατέλθουν στον πυθμένα της εκσκαφής, αλλά δεν φρόντισαν και να ανέλθουν με τον ίδιο ασφαλή τρόπο, και του δευτέρου εναγομένου, διότι ανέλαβε την διαδικασία ανόδου τους στην επιφάνεια του εδάφους, ενώ γνώριζε την επικινδυνότητα της ενέργειάς του, που προσδιορίζεται αριθμητικά, για τον επιμερισμό της ευθύνης τους, σε ποσοστό 60% για τους ενάγοντες και 40% για τον δεύτερο εναγόμενο. Η έλλειψη της απαιτούμενης προσοχής και επιμέλειας, που όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν ως μέσοι συνετοί άνθρωποι και επαγγελματίες, ήταν ικανή να προξενήσει και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η συγκλίνουσα αμέλεια αυτών ... εκδηλώθηκε με τις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις τους, με τις οποίες δημιούργησαν επικινδυνότητα, χωρίς παράλληλα τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ... Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία και με βάση τα ιατρικά πιστοποιητικά του Βενιζέλειου Νοσοκομείου Ηρακλείου προέκυψε περαιτέρω ότι ο πρώτος ενάγων υπέστη κάταγμα οκτώ πλευρών (5ης έως 12ης), κάταγμα πλαγίων αποφύσεων δεξιά (Θ10 - Ο2), αιμοθώρακα δεξιά, οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα και κάταγμα 2ης φάλαγγας δεξιού αντίχειρα και νοσηλεύτηκε επί επτά (7) ημέρες στο ανωτέρω Νοσοκομείο (από 7-9-2007 έως 14-9-2007), ενώ του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια, αρχικά δύο (2) και αργότερα ενός (1) ακόμη μηνών. Ο δεύτερος ενάγων υπέστη κάταγμα αριστερού βραχιονίου, του τοποθετήθηκε γύψος, και θλαστικό τραύμα κεφαλής, στο οποίο έγινε συρραφή, και νοσηλεύτηκε στο ίδιο Νοσοκομείο επί δύο (2) ημέρες (από 7-9-2007 έως 9-9-2007) και χορηγήθηκε και σ' εκείνον αναρρωτική άδεια, αρχικά δύο (2) και αργότερα ενός (1) ακόμη μηνών. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τις συνθήκες του ατυχήματος, τον βαθμό συνυπαιτιότητας στην επέλευση του ατυχήματος, τη σοβαρότητα της σωματικής βλάβης των εναγόντων, τον κίνδυνο που διέτρεξαν, τη διάρκεια της ανικανότητάς τους προς εργασία, την αναστάτωση του ρυθμού της ζωής τους, τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία που δοκίμασαν, την ηλικία τους κατά το ατύχημα (61 ετών ο πρώτος και 44 ετών ο δεύτερος), σε συνδυασμό με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση όλων των διαδίκων, το δικαστήριο κρίνει ότι υπέστησαν ηθική βλάβη, που αποτιμάται στο εύλογο ποσόν των 15.000 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και των 5.000 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα, μετά τη στάθμιση όλων των κατά νόμο στοιχείων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση των εναγομένων κατά της ομοίως αποφανθείσης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 922 και 300 ΑΚ, αναγνωρίζοντας ευθύνη του για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, ενώ είχε διακοπεί ο αιτιώδης σύνδεσμος, και ποσοστό συνυπαιτιότητάς του 40%, ενώ έπρεπε να μη επιδικάσει καθόλου. Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, η παράνομη πράξη του προστηθέντος βρισκόταν σε χρονικό και τοπικό σύνδεσμο με την ανατεθειμένη σ' αυτόν από τον προστήσαντα αναιρεσείοντα εκτέλεση υπηρεσίας, και κατά συνέπεια υφίσταται ευθύνη τούτου, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, εφόσον υπό το πρόσχημα του επικαλούμενου ως εσφαλμένου ποσοστού συνυπαιτιότητάς του, πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Για τον αυτό λόγο είναι απαράδεκτος και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση ότι το Εφετείο δεν υπήγαγε στη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ όλα τα περιστατικά αμελείας των αναιρεσίβλητων που δέχθηκε, με συνέπεια να μην αυξήσει το ποσοστό συνυπαιτιότητάς τους, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ζήτημα αυτό. Περαιτέρω, με τον από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού θεώρησε εσφαλμένα τη συμπεριφορά του χειριστή του εκσκαφέα ως πρόσφορη αιτία της ζημίας των αναιρεσίβλητων, εφόσον δεν μπορούσε να αρνηθεί να τους μεταφέρει, δεδομένου ότι οι τελευταίοι δεν είχαν άλλο τρόπο να εξέλθουν του σκάμματος και ο ίδιος τελούσε μαζί τους σε σχέση εξαρτήσεως. Ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί, με βάση τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο τραυματισμός των αναιρεσίβλητων οφειλόταν σε συγκλίνουσα αμέλεια των παθόντων και του χειριστή του εκσκαφέα, αφενός γιατί εκείνοι μεν επιχείρησαν να κατέλθουν στον πυθμένα της εκσκαφής, αλλά δεν φρόντισαν και να ανέλθουν με τον ίδιο ασφαλή τρόπο, αυτός δε διότι προχώρησε στην πρόωρη καθαίρεση της ράμπας, ενόσω οι ενάγοντες παρέμεναν στο βάθος της εκσκαφής και ανέλαβε την διαδικασία ανόδου τους στην επιφάνεια του εδάφους, ενώ γνώριζε την επικινδυνότητα της ενέργειάς του, και δεν περιέλαβε παραδοχές ότι δεν μπορούσε να αρνηθεί τη μεταφορά τους, ούτε ότι τελούσε μαζί τους σε σχέση εξαρτήσεως.

Τέλος, με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, γιατί, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο σχετικό λόγο, "ενώ η προσβαλλομένη αναφέρει τις ενέργειες των αντιδίκων που συνιστούν πταίσματα κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, στη συνέχεια όμως, και ιδίως στο διατακτικό, η απόφαση στερείται της εξειδίκευσης των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και της αναφοράς - υπαγωγής των περιστατικών αυτών σε συγκεκριμένους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου". Έτσι όπως είναι διατυπωμένος ο λόγος αυτός είναι αόριστος, και κατά συνέπεια απαράδεκτος, εφόσον δεν αναφέρονται οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες που προσάπτει ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Δεκεμβρίου 2014 αίτηση του Ε. Κ. για αναίρεση της 67/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ