Legislator Case Law & Legislation
243/2012 AI generated

243/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 243/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 243 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 243/2012

Legislator headnote

AI generated

243/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 243 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 243/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 243 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 243/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Αγροτοβιομηχανικού Συνεταιρισμού Σκύδρας και Περιχώρων με την επωνυμία η "ΟΠΕΓΑ ΜΕΛΙΣΣΑ", που εδρεύει στη Σκύδρα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Στολικίδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Α. του Κ., 2. Γ. Β. του Ν., 3. Ν. Π. του Τ., 4. Κ. Σ. του Ι., 5. Κ. Σ. του Η., 6. Σ. Π. του Ι., κατοίκων ..., και 7. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "STATUS (Στάτους) LINE (Λάϊν) - Ανώνυμη Εμπορική Βιομηχανική Εταιρία - Βιομηχανία και Εμπορία Κτηνοτροφικών Προϊόντων", και τον διακριτικό τίτλο "STATUS LINE AE", που εδρεύει στη Σκύδρα Έδεσσας, Νομού Πέλλας, νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αλμπανίδη.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Α. του Κ., 2. Γ. Β. του Ν., 3. Ν. Π. του Τ., 4. Κ. Σ. του Ι., 5. Κ. Σ. του Η., 6. Σ. Π. του Ι., κατοίκων ..., και 7. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "STATUS (Στάτους) LINE (Λάϊν) - Ανώνυμη Εμπορική Βιομηχανική Εταιρία - Βιομηχανία και Εμπορία Κτηνοτροφικών Προϊόντων",και τον διακριτικό τίτλο "STATUS LINE AE", που εδρεύει στη Σκύδρα Έδεσσας, Νομού Πέλλας, νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αλμπανίδη.

Του αναιρεσίβλητου: Αγροτοβιομηχανικού Συνεταιρισμού Σκύδρας και περιχώρων με την επωνυμία "ΟΠΕΓΑ ΜΕΛΙΣΣΑ", που εδρεύει στη Σκύδρα και εκπροσωπείται νόμιμα, o οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαρία Στολικίδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27.10.2006 και 23.4.2007 ανακοπές των ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 300/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2644/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι με στοιχεία Α. και Β. ήδη αναιρεσείοντες με τις από 29.1.2010 και 17.11.2010 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την με στοιχεία Α. από 9 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 32/29.1.2010 αιτήσεως, για αναίρεση της 2644/23.11.2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την με στοιχεία Β. από 9 Δεκεμβρίου 2011 ομοία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 358/17.11.2010 αιτήσεως για αναίρεση της 2644/23.11.2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος των με στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων και με στοιχ. Β αναιρεσειόντων ζήτησε την απόρριψη - παραδοχή των αιτήσεών αντίστοιχα και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι Α. 32/29-1-2010 και Β. 358/17-11-2010 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 2644/23-11-2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ.2, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια κατά την αυτή σειρά και αρίθμηση η βασιμότητα των διατυπουμένων δι'αυτών λόγων με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα: (i) Με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως, με αναιρεσείοντα τον Συνεταιρισμό με την επωνυμία "Αγροτοβιομηχανικός Συνεταιρισμός Σκύδρας και περιχώρων η ΟΠ.ΕΓΑ ΜΕΛΙΣΣΑ" και αναιρεσίβλητους τους (α) Π. Α., (β)Γ. Β., (γ)Ν. Π., (δ)Κ. Σ., (ε)Κ. Σ., (στ)Σ. Π. και (ζ)την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΤΑΤΟΥΣ ΛΑΪΝ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "STATUS LINE Α.Ε.".

Κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της υποθέσεως, με τις (α) 224/30.10.2006 και (β) 77/24.4.2007 ανακοπές και τους με ιδιαίτερο, 170/13.8.2008, δικόγραφο πρόσθετους λόγους της με στοιχ. (β) ανακοπής, εδιώκετο η ακύρωση (α) ι. της 2048/30.3.2005 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως και II. Της .../21.8.2006 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Σκύδρας Ευαγγελία Καλαμπαλίκη και (β) της από 4.4.2007 επιταγής προς εκτέλεση της με στοιχ. (α) II περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, αναφορικά με το δεύτερο κατά σειρά εκπλειστηριασθέν ακίνητο του ανακόπτοντος, αναγκαστική εκτέλεση την οποία επέσπευσαν οι πέντε πρώτοι κατά σειρά αναιρεσίβλητοι, με υπερθεματιστή τον έκτο τούτων (καθών στη με στοιχ. (α) ανακοπή) και ειδικό διάδοχο του τελευταίου την εβδόμη (καθής στη με στοιχ. (β) ανακοπή). Επί των εν λόγω και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζόμενων ανακοπών, συνεκδικαζομενων, εκδόθηκε η απορριπτική αυτών 300/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 62/7.11.2007 έφεση του ανακόπτοντος, με τους με ιδιαίτερο, 757/14.2.2008, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, η 2644/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση κατά το με στοιχ. (β) κεφάλαιο της εκκαλούμενης αποφάσεως. Αντίθετα, κατά παραδοχή της εφέσεως κατά το με στοιχ. (α) κεφάλαιο, εξαφάνιση κατά τούτο της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, απορρίφθηκε ομοίως η με στοιχ. (α) ανακοπή, από την ευδοκίμηση της οποίας εξαρτάται και η παραδοχή της με στοιχ.(β) ανακοπής, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχει λόγους αναιρέσεως. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αναγραφή της: "Με επίσπευση των πρώην εργαζομένων του ανακόπτοντος Συνεταιρισμού Π. Α., Γ. Β., Ν. Π., Κ. Σ. και Κ. Σ., κατασχέθηκαν αναγκαστικά, σύμφωνα με την υπ' αριθμό 4.142/30-7-2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Έδεσσας ..., τα παρακάτω ακίνητα, που ανήκαν στη κυριότητα του ανακόπτοντος: α) ένα αγροτεμάχιο, με αριθμό 538α συνολικής έκτασης 13.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Βαλεβίτσα" της κτηματικής περιοχής Σκύδρας του Νομού Πέλλας και του οποίου η αξία προσδιορίστηκε από τον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή στο ποσό των 90.000,00 ευρώ και η τιμή πρώτης προσφοράς του στο ποσό των 45.000,00 ευρώ και β)ένα αστικό οικόπεδο, συνολικής έκτασης 16.210 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Τρίγωνο-Βαλεβίτσα-Μνήματα" της κτηματικής περιοχής Σκύδρας Νομού Πέλλας και το οποίο προέρχεται από τη συνένωση: 1)του υπ' αριθμό 518 κληροτεμαχίου, συνολικής έκτασης 7.843 τ.μ., 2) τμήματος του υπ' αριθμό 519 κληροτεμαχίου, έκτασης 2.500 τ.μ,, 3) τμήματος του υπ' αριθμό 519 κληροτεμαχίου, έκτασης 2.680 τ.μ. και 4)του υπ' αριθμό 520 κληροτεμαχίου, συνολικής έκτασης 3.187 τ.μ. Στο προαναφερθέν ακίνητο υφίσταται εργοστασιακό συγκρότημα κονσερβοποίησης, διαλογής και συσκευασίας φρούτων και συγκρότημα ψυγείου, το οποίο καλύπτει έκταση 8.000,00 τετραγωνικών μέτρων περίπου και αποτελείται: α)από κονσερβοποιείο εμβαδού 1.485 τ.μ., β)από ψυγείο εμβαδού 1.760 τ.μ. διαχωρισμένο σε οκτώ θαλάμους με πλήρη ψυκτική εγκατάσταση, γ)από αποθηκευτικούς χώρους μηχανοστασίου εμβαδού 440 τ.μ. περίπου, δ) από διαλογητήριο εμβαδού 1.800 τ.μ., ε)από γραφεία του πρώτου ορόφου εμβαδού 440 τ. μ., στ)από στοά βαγονιών εμβαδού 787,50 τ.μ., ζ) από λεβητοστάσιο εμβαδού 63 τ.μ., η) από φυλάκιο-ζυγαριά εμβαδού 10 τ.μ., θ) από φυλάκιο εμβαδού 12 τ.μ., ι)από υποσταθμό Δ.Ε.Η. εμβαδού 5 τ.μ., ια) από αντλιοστάσιο εμβαδού 10 τ.μ., ιβ) από ισόγεια δεξαμενή νερού εμβαδού 45 τ.μ., ιγ) από υπόστεγο εμβαδού 250 τ. μ. και ιδ) από έτερο υπόστεγο εμβαδού 250 τ.μ. Η αξία του πιο πάνω ακινήτου και των επικειμένων του προσδιορίστηκε με την προαναφερθείσα έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης στο ποσό των 600.000,00 ευρώ και η τιμή πρώτης προσφοράς του στο ποσό των 300.000,00 ευρώ. Η κατάσχεση των προπεριγραφεντων ακινήτων πραγματοποιήθηκε προκειμένου να ικανοποιηθούν απαιτήσεις, συνολικού ύψους 144.359,68 ευρώ, των ως άνω πρώην εργαζομένων του ανακόπτοντος, που απέρρεαν από την υπ' αριθμό 74/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Περαιτέρω αποδείχθηκε από την 2048/30-3-2005 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ότι κατά την πιο πάνω ημερομηνία εκπλειστηριάσθηκε πρώτο το υπ' αριθμό 538 κληροτεμάχιο το οποίο κατακυρώθηκε, αντί του ποσού των 206.000,00 ευρώ, στον Ι. Ν., ως τελευταίο υπερθεματιστή, ο οποίος επιφυλάχθηκε να γνωστοποιήσει στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού και εντός της νόμιμης προθεσμίας, το όνομα εκείνου υπέρ του οποίου υπερθεμάτισε και τελικά σύμφωνα με πράξη αποδοχής πλειοδοσίας από τρίτο, το παραπάνω ακίνητο κατακυρώθηκε στην εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΑΙΤΗΣΙΣ Α.Ε." συμφερόντων του ανωτέρω Ι. Ν.. Ακολούθως, δεύτερο κατά σειρά εκπλειστηριάστηκε το δεύτερο από τα προπεριγραφέντα ακίνητα με τα επικείμενα του και κατακυρώθηκε στον τελευταίο πλειοδότη Σ. Π. αντί του ποσού των 600.000,00 ευρώ. Στην προκείμενη περίπτωση ο ανακόπτων, με τον δεύτερο λόγο της υπό στοιχείο Α' ανακοπής του, ισχυρίζεται ότι πρέπει να ακυρωθεί ο προσβαλλόμενος πλειστηριασμός του εκπλειστηριασθέντος δεύτερου κατά σειρά ακινήτου του, λόγω της επικαλούμενης περιουσιακής βλάβης του, γιατί ο πλειστηριασμός αυτός έγινε κατά παράβαση του ως άνω άρθρου 1001 παρ. 2 του ΚΠολΔ, καθόσον μετά την κατακύρωση του πρώτου ακινήτου το επιτευχθέν γι' αυτό εκπλειστηρίασμα ποσού 206.000 ευρώ, ενόψει της έλλειψης άλλων αναγγελθέντων κατά το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού δανειστών, αρκούσε για την ικανοποίηση της επισπευδόμενης απαίτησης και των εξόδων εκτέλεσης και η αρμόδια υπάλληλος του πλειστηριασμού όφειλε να παύσει τη περαιτέρω διαδικασία του πλειστηριασμού για το άλλο ακίνητο του. Σχετικά με τον παραπάνω λόγο της ανακοπής, ο οποίος θεμελιώνεται στις διατάξεις που διαλαμβάνονται στην προηγούμενη νομική σκέψη σε συνδυασμό με εκείνη του αρθρ. 933 παρ. 1 του ΚΠολΔ και παραδεκτά προτείνεται με το δικόγραφο της ασκηθείσας εμπρόθεσμα υπό στοιχείο Α ανακοπής μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ, αποδεικνύονται, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: Η απαίτηση των τριών επισπευδόντων τον πλειστηριασμό ανέρχονταν στο ποσό των 102.977.45 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων των τόκων), τα δε έξοδα εκτέλεσης ανέρχονταν στο ποσό των 14.612,45 ευρώ. Πέραν όμως των παραπάνω απαιτήσεων όλοι οι εργαζόμενοι και ήδη πέντε πρώτοι των καθ' ων η ανακοπή με την από 29-3-2005 εξώδικη δήλωση τους, που επιδόθηκε, όπως προκύπτει από την 7008/29-3-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Έδεσσας ..., στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο στις 29-3-2005 (δηλαδή πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού), ανήγγειλαν πρόσθετες απαιτήσεις τους συνολικού ποσού 144.621,63 ευρώ, προερχόμενες από αποζημίωση απολύσεως και ζήτησαν την προνομιακή κατάταξη των εν λόγω απαιτήσεων τους στον πλειστηριασμό ως προερχόμενων από την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω εξώδικη δήλωση, που σαφώς από το περιεχόμενο της προκύπτει ότι πρόκειται για αναγγελία στον επικείμενο πλειστηριασμό της 30-3-2005, παραδεκτά υπογράφεται από του ίδιους τους αναγγελλόμενους-εργαζόμενους και όχι από πληρεξούσιο δικηγόρο, αφού τούτο δικαιολογείται από το ότι παρίστατο η ανάγκη αποτροπής του κινδύνου στον επικείμενο πλειστηριασμό να μη ληφθούν υπόψη και οι απαιτήσεις τους αυτές και να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός για κάποιο από τα κατασχεθέντα ακίνητα αν καλύπτονταν οι απαιτήσεις των επισπευδόντων και των μέχρι τότε αναγγελθέντων δανειστών.

Επίσης είχε αναγγελθεί η ΔΟΥ Σκύδρας με την υπ' αριθμ. πρωτ. 1738/1-3-2005 αναγγελία για ποσό 18.305,86 ευρώ. Επομένως οι απαιτήσεις των επισπευδόντων τον πλειστηριασμό (δεύτερου, τέταρτου και πέμπτου των καθ' ων), των αναγγελθέντων με την από 29-3-2005 αναγγελία ως άνω πέντε πρώτων των καθ' ων (εργαζομένων) και της ΔΟΥ Σκύδρας καθώς και των εξόδων ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 280.517,39 ευρώ (102.977,45 + 144.621,63 + 18.305,86 + 14.612,45) και ως εκ τούτου υπερέβαιναν κατά την ημέρα του πλειστηριασμού το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα των 206.000 ευρώ για το πρώτο στη σειρά εκπλειστηριασθεν ακίνητο.

Συνεπώς, καλώς προχώρησε ο πλειστηριασμός και για το δεύτερο ακίνητο της ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος, αφού το επιτευχθέν πλειστηριασμό των 206.000 ευρώ δεν κάλυπτε τις μέχρι τότε απαιτήσεις των πέντε πρώτων των καθ' ων, της αναγγελθείσας ΔΟΥ και τα έξοδα εκτέλεσης, καθόσον για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1001 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, για την κάλυψη των απαιτήσεων και των εξόδων εκτέλεσης κατά την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού, κρίνει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, με βάση το φάκελο του πλειστηριασμού και ορθά συνεπώς η συμβολαιογράφος συνυπολόγισε και τις ανεκκαθάριστες απαιτήσεις από αποζημίωση απόλυσης, που της γνωστοποιήθηκαν με την από 29-3-2005 εξώδικη δήλωση-αναγγελία. Μάλιστα πρέπει να σημειωθεί ότι στη συνέχεια με την από 14-4-2005 κοινή αναγγελία οι μεν Π. Α. και Ν.Π. ανήγγειλαν στον εν λόγω πλειστηριασμό τις απαιτήσεις τους ποσού 117.055,46 ευρώ ο πρώτος και 99.063,64 ευρώ ο δεύτερος, οι δε λοιποί με την από 14-4-2005 κοινή αναγγελία τους και ειδικότερα ο Γ.Β. για ποσό 72.462,86, ο Κ.Σ. για ποσό 77.460,14 και ο Κ.Σ. για ποσό 80.466,17 ευρώ και συνολικά το ποσό των 329.570,36 ευρώ, συνετάγει δε ο 2344/21-5-2005 πίνακας κατάταξης της επί του πλειστηριασμού

υπαλλήλου, στον οποίο και κατετάγησαν προνομιακά, εν μέρει οριστικά και εν μέρει τυχαία με τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης των απαιτήσεων τους μεταξύ άλλων και οι παραπάνω πέντε πρώτοι των καθών". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα κατά του κεφαλαίου αυτής που αναφέρεται στο δεύτερο λόγο της με στοιχ. (α) ανακοπής και τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως από την αίρεση παραδοχής του οποίου εξαρτάται και συνδέεται και η ευδοκίμηση της με στοιχ. (β) ανακοπής, εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. "Έγγραφο" κατά τον προκείμενο λόγο νοείται το κατά τα άρθρα 339, 432 επ. ΚΠολΔ αποδεικτικό έγγραφο, που περιέχει άμεση ή έμμεση απόδειξη στην έννοια του οποίου δεν περιλαμβάνονται τα διαδικαστικά έγγραφα της διαγνωστικής και εκτελεστικής διαδικασίας, όπως η αναγγελία των δανειστών, για το κύρος του αναγγελτηρίου της οποίας δεν απαιτείται υπογραφή του από δικηγόρο αλλ'αρκεί η υπογραφή του από τον δανειστή που αναγγέλλεται (Α' Ολ.ΑΠ 1,2/2010) και ο πίνακας κατατάξεως των αναγγελθέντων δανειστών. Περαιτέρω, παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, έστω και εσφαλμένως, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Στα πλαίσια του αναιρετικού αυτού λόγου ερευνάται η παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 1001 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς της οποίας "Αν με την ίδια έκθεση κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα, που βρίσκονται στην ίδια περιφέρεια, αυτά πλειστηριάζονται χωριστά την Ίδια ημέρα. Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή αλλιώς ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζει τη σειρά με την οποία κατακυρώνονται αυτά. Μόλις το πλειστηριασμό των ακινήτων, που κατακυρώθηκαν, καλύψει το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, των δανειστών που αναγγέλθηκαν και τα έξοδα της εκτέλεσης, παύει ο πλειστηριασμός των λοιπών ακινήτων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι όταν υπάρχουν πολλά ακίνητα που έχουν κατασχεθεί αναγκαστικώς με σύνταξη μιας εκθέσεως κατασχέσεως, πρέπει πριν την κατακύρωση οποιουδήποτε από τα ακίνητα αυτά να προηγηθεί ο προσδιορισμός της σειράς, με την οποία αυτά θα κατακυρώνονται. Ο προσδιορισμός αυτός, εφόσον δεν γίνει από εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή από αντιπρόσωπο του με αντίστοιχη εξουσία, παριστάμενο τυχόν και καλούμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού να ορίσει τη σειρά κατακυρώσεως, γίνεται από τον Ίδιο τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Ακολούθως πρέπει η κατακύρωση να αρχίσει και ενδεχομένως να συνεχιστεί, με την ως άνω προσδιοριζόμενη σειρά, εωσότου το συνολικό ποσό του πλειστηριασματος, που οφείλεται για την κατακύρωση, καλύψει, στην έκταση τους κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, την απαίτηση του επισπεύδοντος, για την ικανοποίηση της οποίας συντελείται η εκτέλεση και τις εκκαθαρισμένες απαιτήσεις που έχουν ήδη αναγγελθεί με τους έως την ημέρα του πλειστηριασμού αντίστοιχους νόμιμους τόκους, καθώς και τα έξοδα εκτελέσεως, όπως αυτά νοούνται στα άρθρα 932 και 975 ΚΠολΔ (βλ. και άρθρο 1002 παρ. 2 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αυτή, όταν το άθροισμα των αντίστοιχων χρηματικών ποσών καλυφθεί, πρέπει να πάψει η όλη διαδικασία του πλειστηριασμού των ακινήτων, έτσι ώστε να μην κατακυρωθούν εκείνα από τα πλειστηριαζόμενα ακίνητα που τυχόν απομένουν, δοθέντος ότι έπονται κατά την προσδιοριζόμενη σειρά κατακυρώσεως. Η παραβίαση της διατάξεως του άνω άρθρου 1001 παρ. 2 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα εφόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προκάλεσε σ' εκείνον, σε βάρος του οποίου έγινε ο πλειστηριασμός, βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ως βλάβη για την περίπτωση τέτοιας παραβάσεως νοείται και η περιουσιακή, όπως η προκαλούμενη μέσω της απώλειας της κυριότητας ακινήτων, τα οποία θα ήταν δυνατόν να μην κατακυρωθούν, αν ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος όριζε και τηρούσε σειρά κατακυρώσεως. Με τους διατυπούμενους λόγους προβάλλονται, κατ' αξιολογική σειρά, οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 20, 11, 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι (ί) με την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η από 29.3.2005 εξώδικη δήλωση των πέντε πρώτων αναιρεσίβλητων, από τους οποίους υπογράφεται, χωρίς σύμπραξη δικηγόρου, χωρίς παράλληλα η 7008/29.3.2005 έκθεση επιδόσεως της οποίας του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Έδεσσας ... να έχει καταχωρηθεί στην 2086/14.4.2005 έκθεση καταθέσεως εγγράφων της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, αποτελεί πρόσθετη αναγγελία αυτών, συνολικού ποσού 144.621,23 ευρώ, (α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και του πίνακα κατατάξεως και (β) δεν έλαβε υπόψη τα εν λόγω έγγραφα κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος ότι οι απαιτήσεις των επισπευδόντων τον πλειστηριασμό (2ος, 4ος, 5ος των αναιρεσιβλήτων), των αναγγελθέντων με την από 29.3.2005 αναγγελία των πέντε πρώτων των αναιρεσιβλήτων και της ΔΟΥ Σκύδρας, ανήλθαν με το συνυπολογισμό των εξόδων, στο συνολικό ποσό των 280.517,39 ευρώ, υπέρτερο του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος, ποσού 206.000,00 ευρώ από το πρώτο κατά σειρά εκπλειστηριασθέν ακίνητο του αναιρεσείοντος, αιτιολογία με βάση την οποία δέχθηκε ότι νομότυπα η επί της συμβολαιογράφου υπάλληλος προχώρησε στον αναγκαστικό πλειστηριασμό του δεύτερου ακινήτου του αναιρεσείοντος και (ii) με τον τρόπο αυτό παραβίασε την διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, που απαιτεί την υπογραφή του αναγγελτηρίου από δικηγόρο, και παράλληλα εκείνη του άρθρου 1001 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραλείποντας, παρά το νόμο, να κηρύξει άκυρο τον πλειστηριασμό του δεύτερου κατά σειρά πλειστηριασθέντος ακινήτου του αναιρεσείοντος. Οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις αρνητικά αξιολογούνται και ειδικότερα (Ι) εκείνες από το άρθρο 559 αρ. 20 και 11 ΚΠολΔ, προεχόντως ως απαράδεκτες, ως αναφερόμενη η πρώτη σε παραμόρφωση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της εκτελεστικής διαδικασίας, η δε δεύτερη προβάλλεται σωρευτικά και χωρίς διατύπωση επικουρικότητας και με την έννοια αυτή κατά τρόπο αντιφατικό. Περαιτέρω και σε κάθε περίπτωση η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν αποτελεί παραμόρφωση, με την έννοια της εσφαλμένης αναγνώσεως του κειμένου των εν λόγω διαδικαστικών εγγράφων, αλλά εκτίμηση του περιεχομένου αυτών για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος ως προς την αξιολόγηση ως αναγγελίας της από 29.3.2005 δηλώσεως των πέντε πρώτων κατά σειρά αναιρεσίβλητων, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων, με παράλληλη ειδική αναφορά στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως στα εν λόγω έγγραφα, ώστε ουδεμία να καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν ως έγγραφα της εκτελεστικής διαδικασίας και (II) η απομένουσα προς έρευνα από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ως αβάσιμη, σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή ότι για την εγκυρότητα του αναγγελτηρίου δεν απαιτείται η υπογραφή του από δικηγόρο, αλλ' αρκεί η υπογραφή του καταγγελθεντος δανειστή και την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι το πλειστηρίασμα του πλειστηριασθέντος πρώτου κατά σειρά ακινήτου του αναιρεσείοντος δεν αρκούσε, με τον συνυπολογισμό των εξόδων, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων για τις οποίες αναγγέλθηκαν, και τελικά κατατάχθηκαν, οριστικά ή τυχαία, οι δανειστές του. Σημειώνεται ότι με τη με στοιχ.(α) ανακοπή, από το δικόγραφο της οποίας, κύριο και πρόσθετο, και του διατυπουμένους δι' αυτής και αποτελούντες ιστορική της βάση λόγους οριοθετείται το αντικείμενο της δίκης (ΚΠολΔ 933, 585 παρ.2), ο δι' αυτής ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων δεν επικαλείται ακυρότητα της από 29-3-2005 αναγγελίας των πρώτων πέντε κατά σειρά αναιρεσιβλήτων για απαιτήσεις τους συνολικού ποσού 144.621,63 ευρώ, λόγω μη συντάξεως της αποτελούσης συστατικό τύπο σχετικής εκθέσεως του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου (ΚΠολΔ 972), λόγο τον οποίο απαραδέκτως επικαλείται και προτείνει το πρώτον, κατ' ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσεως της ανακοπής (ΚΠολΔ 224 εδ.1), με το δικόγραφο της εφέσεώς του. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω με στοιχ.Α αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

(ii) Με στοιχ. Β αίτηση αναιρέσεως, με εναλλαγή της δικονομικής ιδιότητας των διαδίκων. Η έρευνα της βασιμότητας της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία ασκείται υπό τον όρο ευδοκιμήσεως της με στοιχ. Α αιτήσεως, καθίσταται αλυσιτελής, μετά την απόρριψη της τελευταίας, λόγο για τον οποίο και πρέπει προεχόντως και εκείνη να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις Α.32/29-1-2010 και Β.358/17-11-2010 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 2644/23-9-2009, αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ