243/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 192/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/99 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/6/2002 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated243/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται κεκυρωμένο αντίγραφο της 746/2002 θετικής γνωμοδότησης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό αυτής και των λόγων της, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν 2298/1995, όπως αυτό ισχύει.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 243 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 243/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Ηλιαδέλη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος ανακάλεσε την από 21/11/2007 δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Χ1, 2.Χ2, 3.Χ3, 4.Χ4, 5.Χ5, 6.Χ6, 7.Χ7, 8.Χ8, 9.Χ9, 10.Χ10, 11.Χ11, 12.Χ12, 13.Χ13, 14.Χ14, 15.Χ15, 16.Χ16, 17.Χ17, 18.Χ18, 19.Χ19, 20.Χ20, 21.Χ21, 22.Χ22, 23.Χ23, 24.Χ24, 25.Χ25, 26.Χ26, 27.Χ27, 28.Χ28, 29.Χ29, 30.Χ30, 31.Χ31, 32.Χ32, 33.Χ33, 34.Χ34, 35.Χ35, 36.Χ36, 37.Χ37, 38.Χ38, 39.Χ39, 40.Χ40, 41.Χ41, 42.Χ42, 43.Χ43, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Σκανδάλη, ο οποίος δήλωσε ότι οι 8η και 18η αναιρεσίβλητες απεβίωσαν, στις 22/5/2007 και στις 2/2/2006 αντίστοιχα και επήλθε βιαία διακοπή της δίκης, όπως προκύπτει απ'τη προσκομισθείσα ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Πιθαρίου Ακρωτηρίου Χανίων Βλαχούλη Καλλιρόης και από την ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Πιθαρίου Ακρωτηρίου Χανίων Κατσανεβάκη Κυριακής και για την 8η την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, α)......., β)....., γ)......, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Χ8, τους οποίους εκπροσωπώ, ενώ για την 18η την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, α)......, β)......, γ)......., δ)........, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης την 2/2/2006 μητέρας τους Χ18, τους οποίους εκπροσωπώ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 192/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/99 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/6/2002 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 16/11/2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται κεκυρωμένο αντίγραφο της 746/2002 θετικής γνωμοδότησης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό αυτής και των λόγων της, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν 2298/1995, όπως αυτό ισχύει.
Από την αρχή της ισότητας που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι οι νόμοι που ψηφίζονται από τη Βουλή αλλά και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος οπότε, οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
Συνεπώς αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση γιατί μόνον με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα.
Εξάλλου γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των μισθών, κατηγοριών εργαζομένων που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, κάθε μια απ' αυτές υπάγεται σε διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς.
Τέλος με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2346/1995 ορίζεται ότι "για τη χορήγηση κινήτρου παραγωγικότητας στους τακτικούς πολιτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και στο πολιτικό προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που αμείβεται με βάση το ν. 1505/1984, διατίθεται για κάθε ημερολογιακό έτος, αρχής γενομένης από 1-7-1995, ποσοστό μέχρι 1,5% επί των εγγεγραμμένων πιστώσεων του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, της κατηγορίας των κωδικών αριθμών που αφορούν σε προμήθειες αγαθών και κεφαλαιακού εξοπλισμού".
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 192/1998 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: "οι ενάγοντες εργάζονται ως εργατοτεχνίτες στο ..... Κρήτης με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι αποδοχές δε αυτών καθορίζονται με βάση τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις κατά την διαδικασία του Ν 1876/1990.
Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν 2346/1995 στους τακτικούς πολιτικούς υπαλλήλους ΥΕΘΑ και στο πολιτικό προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που αμείβεται με βάση το ν 1505/84 που εργάζεται στο ..... Κρήτης χορηγήθηκε επίδομα (κίνητρο) παραγωγικότητας, το ύψος του οποίου καθορίστηκε ανάλογα με το βαθμό τους, με βάση τις εκδοθείσες για το σκοπό αυτό κοινές υπουργικές αποφάσεις για το χρονικό διάστημα από 1-7-95 έως 30-6-96, ενώ στους ενάγοντες χορηγήθηκε το επίδομα αυτό μόνο από 1-7-96 και εντεύθεν δυνάμει του άρθρου 27 του ν 2439/96.
Η ρύθμιση όμως αυτή, δεδομένου ότι οι ενάγοντες απασχολούνται με τους ίδιους όρους εργασίας με αυτούς με τους οποίους συγκρίνονται, δηλαδή με τους εργατοτεχνίτες στο ..... Κρήτης, συμπεριλαμβάνει και αυτούς και η κατ' εξαίρεση μη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος και σ' αυτούς (ενάγοντες) συνιστά άνιση μεταχείριση αυτών για το χρονικό διάστημα από 1-7-95 έως 1-7-96 έναντι των συναδέλφων τους, στους οποίους η αποζημίωση αυτή χορηγήθηκε.
Συνεπώς, προς αποκατάσταση της διαταραχθείσας, κατά τα ανωτέρω ισότητας, θα πρέπει περιοριζομένης της δυσμενούς αυτής εξαιρέσεως, να λάβουν οι ενάγοντες την αποζημίωση αυτή, όπως και οι λοιποί λαμβάνοντες αυτή (αποζημίωση) συνάδελφοί τους". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι η διαφορετική μεταχείριση των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων, που προσφέρουν υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες απολύτως το ίδιο σε είδος και έκταση έργο και ανήκουν στην ίδια κατηγορία προσωπικού (ιδιωτικού δικαίου), με μόνο το στοιχείο της διαφορετικής μισθολογικής τους αντιμετώπισης συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση και εισάγει άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν κάτω από τις ίδιες συνταγματικές εγγυήσεις και τις ίδιες συνθήκες παροχής υπηρεσιών και αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, χωρίς να συντρέχει για τη θέσπιση της διάκρισης αυτής λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή άλλος κατ' αντικειμενική κρίση λόγος, και ότι δεν δικαιολογείται η εξαίρεση των αναιρεσιβλήτων από την παροχή του ανωτέρω κινήτρου (επιδόματος) ως υπαγομένων σε διαφορετικό νομικό καθεστώς.
Ακολούθως, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που κατά παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων τους επιδίκασε τα ποσά του κινήτρου για τον κρίσιμο χρόνο. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος διότι όπως προαναφέρθηκε λόγω του διαφορετικού νομικού καθεστώτος το οποίο ρυθμίζει τις αποδοχές τους οι αναιρεσίβλητοι, των οποίων οι αποδοχές καθορίζσονται από ΣΣΕ και διαιτητικές αποφάσεις κατά τη διαδικασία του Ν. 1876/1990, αποτελούν διαφορετική κατηγορία εργαζομένων με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου από τους αμειβομένους με το σύστημα του ν. 1505/1984 και επίσης με σχέση ιδιωτικού δικαίου εργαζομένους στο αναιρεσείον ώστε η εξαίρεσή τους από τη χορήγηση των ως άνω κινήτρων δεν αποτελεί ανισότητα με την ανωτέρω έννοια.
Επομένως είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση αυτή. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία θα μετριαστούν κατά το άρθρο 22 παρ.1 και 3 ν. 3693/57.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 154/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος από τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ