Legislator Case Law & Legislation
243/2007 AI generated

243/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 243/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 243 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

243/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 243 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 243 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 243/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθ΄ού η κλήση: ... , και 2) ... , κατοίκου Αθηνών, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου - καλούντος: Χ1, δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-1989 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6484/1992 προδικαστική., 5248/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7189/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 30-1-2003 αίτησή τους και τους από 6-7-2004 προσθέτους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε 1354/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 8-12-2005 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 3-5-2005 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Κασιώλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο 6630β/6-10-2006 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ...., και των επισυναπτόμενων σ΄ αυτήν, από 6-10-2006 απόδειξης παραλαβής δικογράφου που θυροκολλήθηκε του αξιωματικού Υπηρεσίας του Α.Τ. Γλυφάδας και από 6-10-2006 βεβαίωσης του αρμόδιου υπαλλήλου του κεντρικού καταστήματος των ΕΛΤΑ, οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 128 παρ.4,143 παρ.3 ΚΠολΔ, να παραστούν κατά την ορισθείσα για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (6-12-2006) της υπόθεσης, με επίδοση κυρωμένου αντιγράφου της από 8-12-2005 κλήσης προς συζήτηση αυτής του αναιρεσιβλήτου, με την υπάρχουσα σ΄ αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου της αρμόδιας Γραμματέως, στην υπογράφουσα το δικόγραφο της αναίρεσης πληρεξούσια δικηγόρο τους. Επομένως, εφόσον οι εν λόγω διάδικοι δεν εμφανίσθηκαν κατ΄ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να δικαστούν σαν να ήταν παρόντες.

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96, 97, 98, 104, 294 295, 297, 299, 573 παρ.1ΚΠολΔ, η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναίρεσής του, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, για να είναι έγκυρη και να επιφέρει την κατάργηση της δίκης, όταν γίνεται με δήλωση του δικηγόρου του, πρέπει να έχει προηγηθεί νόμιμος διορισμός του δικηγόρου ως πληρεξουσίου του παραιτούμενου αναιρεσείοντος. Στην υπόθεση που κρίνεται, ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε την από 12-5-2005 εξώδικη δήλωση των αναιρεσειόντων, με την οποία δηλώνουν παραίτηση από την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Η εξώδικη αυτή δήλωση, η οποία κοινοποιήθηκε στον εφεσίβλητο, όπως προκύπτει από την σ΄ αυτήν επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, υπογράφεται όχι από τους αναιρεσείοντες ,αλλά από την πληρεξούσια δικηγόρο τους. Από κανένα όμως στοιχείο δε προκύπτει ότι έχει προηγηθεί νόμιμος διορισμός της εν λόγω δικηγόρου ως πληρεξούσιας των παραιτουμένων αναιρεσειόντων. Επομένως, η ανωτέρω δήλωση παραίτησης από το ένδικο αυτό μέσο θεωρείται ως μη γενόμενη.

Επειδή, κατά το μέρος που η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι απευθύνονται κατά της πρωτόδικης απόφασης 5248/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι από την συμπροσβαλλόμενη 7189/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρώτης απορρίφθηκε κατ΄ ουσία και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η εκκληθείσα πρωτόδικη.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού. Επομένως, τον λόγο αυτό δεν ιδρύει η μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου, παράλειψη η οποία ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 11 γ του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλεια γιατί δεν έλαβε υπόψη τα με στοιχεία Α, Β, και Δ έγγραφα καθώς και την από 14-3-1985 διαθήκη της Ψ1, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559ΚΠολΔ γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 26-91986 εξωδίκου της Ψ1, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο κατά λέξη το περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ούτε το περιεχόμενο που έγινε δεκτό ως αληθινό από την προσβαλλομένη απόφαση, ούτε το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο με την επικαλούμενη παραμόρφωση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση από τον Άρειο Πάγο του τυχόν διαγνωστικού σφάλματος.

Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ Κ.Πολ.Δ. απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π) χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός απ' αυτά και χωρίς διάκριση από ποία μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθησαν, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, έλαβε υπόψη και εκτίμησε τις καταθέσεις τα ων μαρτύρων ... και ... καθώς και τα στο δεύτερο λόγο αναφερόμενα έγγραφα, δηλαδή των από 20-8-1984 εξώδικη απάντηση της Ψ1 προς Χ1 καθώς και την από 1-3-1985 εξώδικη δήλωση της ίδιας προς τους δικηγόρους Α. Τζαβέλα και Χαρ. Δημητρέλο. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του αναφορικά με την παραδοχή του ότι η επίμαχη από 10-4-1987 διαθήκη της Ψ1 δεν ήταν προϊόv απειλής από τη συνεκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και από όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα. Επομένως, ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος των προσθέτων λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε την εκγυρότητα της παραπάνω διαθήκης χωρίς απόδειξη είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση και αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, προκύπτει ότι με αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα.Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού, ούτε μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αντιφάσεις δεν αφορούν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το οποίο είναι σαφές και ορισμένο και δεν είναι "μία αντίφαση" όπως κατά λέξη αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλά τις αιτιολογίες αυτής, από τις οποίες καμία δεν επέχει θέση διατακτικού.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής αυτών και εξαιτίας τούτου δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, υφίσταται ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της απόφασης, με παράθεση και των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ζήτημα αυτό, αλλά και των επί πλέον πραγματικών περιστατικών που θα έπρεπε να αναφέρονται με επισήμανση του σφάλματος του δικαστηρίου αναφορικά με την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης γιατί περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την εγκυρότητα της επίμαχης διαθήκης. Όμως, στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται με πληρότητα και σαφήνεια όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά μόνο αποσπασματικές και κατ' επιλογή σχετικές παραδοχές, ούτε επισημαίνεται το σφάλμα του δικαστηρίου αναφορικά με την ανεπάρκεια των αιτιολογιών. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου είναι απορριπτέος ως αόριστος.

ΓΙΑ. ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-1-2003 αίτηση αναίρεσης των ... , κλπ, και τους από 6-7-2004 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 7189/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 5248/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ