Legislator Case Law & Legislation
2435/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for self-help trespassing under Article 331 of the Penal Code.

Case Number 2435/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Municipal Court's conviction for self-help trespassing. The court found that the defendant illegally excavated land belonging to the plaintiff without judicial authorization, thereby arbitrarily claiming a right of possession. The court ruled that the lower court's decision was properly reasoned, established the necessary elements of the crime, and thus the appeal lacked legal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Art. 331 para. 1 of the Penal Code; The crime of self-help requires the arbitrary assertion of a right by bypassing judicial procedures, and a conviction is upheld if the lower court provides specific and detailed reasoning establishing both the objective and subjective elements of the offense.

Keywords

AI generated
self-help trespassing arbitrary claim of right bypassing judicial process Article 331 Penal Code specific and detailed reasoning appeal dismissal criminal conviction upheld

Cited Legislation

AI generated
Article 331 paragraph 1 of the Penal Code
Article 93 paragraph 3 of the Constitution
Article 139 of the Code of Civil Procedure
Article 510 paragraph 1 item D of the Code of Civil Procedure
Article 583 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2435 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2435/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ιωάννη Παπουτσή (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ιωάννη Σίδερη (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου)-Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδρουλάκη, περί αναιρέσεως της 12432/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 28/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 331 εδ. α' του ΠΚ, όποιος ασκεί αυθαίρετα αξίωση σχετική με δικαίωμα που ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο νόμος απαγορεύει την αυθαίρετη και κατά οικεία κρίση ικανοποίηση της αξίωσης, κατά παράκαμψη της δικαστικής λειτουργίας, αφού, έτσι, καταλύεται η μεταβάλλεται ουσιωδώς ο νόμιμος τρόπος ικανοποίησης της αξίωσης έναντι τρίτου, με συνέπεια να δημιουργούνται αμφισβητήσεις, έριδες και διαπληκτισμοί, προς βλάβη της κοινωνικής ειρήνης.

Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αυτοδικίας, απαιτείται άσκηση αξίωσης κατά τρόπο αυθαίρετο, αναφορικά με δικαίωμα, το οποίο ή έχει πράγματι ο δράστης ή από πεποίθηση θεωρεί ότι του ανήκει. Ως αυθαίρετη ενέργεια, νοείται οποιαδήποτε υλική πράξη που τείνει στην ικανοποίηση της αξίωσης, κατά παράκαμψη της δικαστικής οδού, μέσω της οποίας ρυθμίζεται, κατά το νόμο, η αμφισβήτηση που ανέκυψε.

Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση του δράστη ότι ενεργεί αυθαίρετα και τη βούληση πραγμάτωσης της ενέργειας αυτής, περαιτέρω δε και την πεποίθηση ότι το δικαίωμα, το οποίο προβάλλει και του οποίου την ικανοποίηση επιδιώκει, ανήκει σε αυτόν. Εξάλλου, έλλειψη, της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στιχ.

Δ` ΚΠΔ υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθεται σ` αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περαιτέρω έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου.

Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ` εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

Και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 3.4.2006 ο κατηγορούμενος στις ..... με πρόθεση εντελώς παράνομα και αυθαίρετα, χωρίς να έχει δικαίωμα, προέβη με σκαπτικό μηχάνημα σε χάραξη δρόμου μέσα σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της πολιτικώς ενάγουσας, που βρίσκεται στη θέση ..... επί της λεωφόρου ....., αποκόπτοντας μέρος του οικοπέδου της και καταστρέφοντας τα μέσα σ' αυτό ευρισκόμενα ελαιόδενδρα και καλλιέργειες, αξιώνοντας με τον τρόπο αυτό δικαίωμα κατοχής σε τμήμα του οικοπέδου της πολιτικώς ενάγουσας.

Με βάση τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξεως της αυτοδικίας, επιβάλλοντας ποινή φυλακίσεως 2 μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Στις παραδοχές αυτές ενυπάρχει τόσο το δικαίωμα το οποίο οικειοποιήθηκε ο κατηγορούμενος, ήτοι αυτό της κατοχής, όσο και η παραδοχή ότι επεχείρησε να ικανοποιήσει το δικαίωμα αυτό αυθαιρέτως και παρανόμως, κατά παράλειψη δηλαδή, της δικαστικής οδού, η δε μνεία στο διατακτικό των φράσεων "με πρόθεση άσκησε αυθαίρετα αξίωση σχετικά με δικαίωμα που ή το είχε πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείτο " αναφέρεται στο άρθρο 331 Π.Κ.

και δεν συνιστά παραδοχή της απόφασης. Με αυτά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις παραπάνω διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 331 εδ.

α' του ΠΚ, την οποία εφάρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' αντίστοιχα, του ΚΠΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.12.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 12432/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ