Supreme Court dismisses appeal against appeal decision while accepting appeal against first instance judgment in civil case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the appellate court's decision while accepting the opposing party's appeal against the first instance judgment. The appellant argued for a specific legal outcome, but the court found the appeal against the appellate ruling inadmissible due to the absence of a res judicata issue. Consequently, the court upheld the first instance judgment's dismissal of the claims and ordered the appellant to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 246 of the Code of Civil Procedure: An appeal against an appellate court's decision is inadmissible if the underlying first instance judgment has already been extinguished or dismissed without creating a binding precedent, leaving only the appellate decision to be reviewed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 242 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 242/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Λ. - Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις, ως αναιρεσίβλητος. Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Τ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: α)από 13-7-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος (...) που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ..., επί της οποίας εκδόθηκε η 50/2017 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, β)από 5-11-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος (...), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ..., επί της οποίας εκδόθηκε η 49/2017 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, γ)από 2-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος (...) που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ..., και δ) από 10-10-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος (...) που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2021 του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων (Λ.- Α. Μ.) με την από 15-9-2021 αίτησή του και ο αναιρεσείων οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης με την από 26-9-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις από ... Πράξεις της Προέδρου του Τμήματος αυτού του Αρείου Πάγου νόμιμα φέρονται προς συζήτηση στην προκείμενη δικάσιμο που ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.4 ΚΠολΔ, η από 15-9-2021 με αριθμ.καταθ.39/15-9-2021 αίτηση αναίρεσης και η από 26-9-2021 με αριθμ.καταθ.41/6-10-2021 αίτηση αναίρεσης, αντίστοιχα, της με αριθμ.83/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., που είχαν εγγραφεί στο πινάκιο της δικασίμου 23ης Μαίου 2023, μετά από αναβολή από την αρχικώς ορισθείσα επ'αυτών δικάσιμο στις 13-12-2022, αλλά δεν εισήχθησαν προς συζήτηση για λόγο ανωτέρας βίας, και συγκεκριμένα λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με το με αριθμ.
πρωτ.22079 οικ./2-5-2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ενόψει των βουλευτικών εκλογών στις 21 Μαΐου 2023. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 707/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 15-9-2021 και με αριθ. κατάθεσης 39/15-9-2021 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Λ.-Α. Μ. κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α με την επωνυμία "Δήμος ..." και β) της από 26-9-2021 και με αριθ. καταθ. 41/6-10-2021 αντίθετης αίτησης αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α με την επωνυμία "Δήμος ..." κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Λ.-Α.
Μ., με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή, με αριθμό 83/2021, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Με τις ανωτέρω αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ.83/15-6-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (διαφορών από αμοιβές δικηγόρων), επί της από 1-7-2020 με αριθμ.καταθ.40/2020 έφεσης του ενάγοντος-αναιρεσείοντος της πρώτης αίτησης αναίρεσης και αναιρεσιβλήτου της δεύτερης αίτησης αναίρεσης, κατά της με αριθμό 84/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Με την απόφαση αυτή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου α) συνεκδικάστηκαν τέσσερις αγωγές του ενάγοντος δικηγόρου και ήδη αναιρεσείοντος της πρώτης αίτησης αναίρεσης και συγκεκριμένα η από 13-7-2015 με αριθμ.καταθ.347/2015 αγωγή (επί της οποίας είχε εκδοθεί η υπ'αριθμ. 50/2017 μη οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου), η από 5-11-2015 με αριθμ.καταθ.488/2015 αγωγή (επί της οποίας είχε εκδοθεί η υπ'αριθμ. 49/2017 μη οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου), η από 2-5-2018 με αριθμ.
καταθ. ... αγωγή και η από 10-10-2018 με αριθμ.καταθ.464/2018 αγωγή του, με αντικείμενο την αναγνώριση, της, με επίκληση του άρθρου 46 παρ.4 ν.4194/2013, οφειλής προς αυτόν του εναγομένου (ήδη αναιρεσίβλητου-αναιρεσείοντος) Δήμου ..., της συμφωνημένης, με σύμβαση έμμισθης εντολής, αμοιβής του (πάγιας αντιμισθίας, μετά της αναλογίας των ασφαλιστικών εισφορών) του χρονικού διαστήματος από Νοέμβριο του 2014, μέχρι την καταβολή, στις 20-6-2018, της, εκ του άρθρου 46 παρ.3 του ν.4194/2013, λόγω της συνταξιοδοτήσεώς του, τελεσιδίκως επιδικασθείσας αποζημίωσης, και ειδικότερα (συμφωνημένης αμοιβής) 1) του χρονικού διαστήματος από 1-11-2014 έως 31-12-2015, ποσού (15.648+11.736+ 278,52 +1.671,12=) 29.333,64 ευρώ (πρώτη αγωγή), 2) του χρονικού διαστήματος από 1-1-2016 έως 31-12-2016, ποσού (23.472+1.285,52 +385,60=) 25.143,12 ευρώ, (δεύτερη αγωγή), 3) του χρονικού διαστήματος από 1-1-2017 έως 30-4-2018, ποσού 31.296 ευρώ (τρίτη αγωγή) και 4) του χρονικού διαστήματος από 1-5-2018 έως 20-6-2018 (ημέρα καταβολής της άνω αποζημίωσης), ποσού 3.912 ευρώ, ως και, πλέον αυτής, εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ποσού 20.000 ευρώ, της ηθικής του βλάβης, λόγω παράνομης και υπαίτιας προβολής της προσωπικότητάς του (τέταρτη αγωγή), β) απορρίφθηκε η τέταρτη αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την αιτούμενη αναγνώριση οφειλής εύλογης χρηματικής ικανοποίησης και γ) κατά τα λοιπά απορρίφθηκαν και οι τέσσερις αγωγές ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της για το ενιαίο του τίτλου, απέρριψε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, ήτοι την πρώτη, δεύτερη και εν μέρει την τρίτη αγωγή (για μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2017 επίδικο αυτής χρονικό διάστημα) ως ουσιαστικά αβάσιμες, δέχθηκε κατά τα λοιπά, εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμες τις τρίτη και τέταρτη αγωγές, και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων ΟΤΑ "Δήμος ..." οφείλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα-αναιρεσίβλητο δικηγόρο το ποσό των 11.706 ευρώ, νομιμοτόκως, ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2018 έως και 20-6-2018, που του καταβλήθηκε η εκ του άρθρου 46 παρ.3 του ν.4194/2013, τελεσιδίκως επιδικασθείσα, λόγω της συνταξιοδοτήσεώς του, αποζημίωση.
Οι άνω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από την δημοσίευση της τελευταίας (15-6-2021) έως την κατάθεση των αιτήσεων αναίρεσης στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, στις 15-9-2021 και 6-10-2021, αντίστοιχα, δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ).
Επιπρόσθετα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος ...", που εκπροσωπείται νομίμως από το Δήμαρχό του, ασκήθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 παρ.1 περ.ι του ν. 3852/2010 "...", μετά από την απαιτούμενη υπ'αριθμ. 598/30-9-2021 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου, που λήφθηκε ύστερα από γνωμοδότηση δικηγόρου (Ολ ΑΠ 13/2018, ΑΠ 2002/2017), και συγκεκριμένα του με σχέση έμμισθης εντολής συνδεόμενου δικηγόρου και νομικού συμβούλου του, Α.
Τ., Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας του αναιρεσείοντος Δήμου, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου. Είναι συνεπώς παραδεκτές οι αιτήσεις αναίρεσης (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτές λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Α. Επί της από 15-9-2021 με αριθμ.καταθ.39/15-9-2021 αίτησης αναίρεσης:
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Επίσης ελέγχεται και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (Ολ ΑΠ 7/2013, ΑΠ 1331/2022, ΑΠ 869/2017).
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και συνακόλουθη νομική αιτία, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια μ' αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη ιδίας νομικής διάταξης (Α.Π. 1966/2022, ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 2028/2014), παράγεται δε δεδικασμένο και από λανθασμένη απόφαση (ΑΠ 1966/2022, ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 111/2008).
Η ιστορική αιτία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, από μόνα τους, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Τα ανωτέρω ισχύουν, και όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξιώσεως.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υφίσταται για προδικαστικό ζήτημα που κρίνεται παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος. Ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται "ετέρα έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού ζητήματος της δίκης" και η κατ'άρθρον 331 ΚΠολΔ αυτοτελής κάλυψή του εναρμονίζεται με τη ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ στο μέτρο που προδικαστικό ζήτημα στην έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ αποτελούν μόνον οι προδικαστικές έννομες συνέπειες (και όχι τυχόν πραγματικά γεγονότα ή νομικές έννοιες κ.λπ.), κατά τον ίδιο ακριβώς λόγο που σύμφωνα με τη βασική ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ αντικείμενο του δεδικασμένου γενικώς μπορούν να αποτελέσουν μόνον έννομες σχέσεις (έννομες συνέπειες) (ΑΠ 45/2023).
Στην περίπτωση όμως που η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής αφορούσε όχι την ίδια έννομη σχέση αλλά διαφορετική από εκείνη επί της οποίας θεμελιώνεται η δεύτερη αγωγή και επομένως δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα αυτής, το δεδικασμένο της πρώτης δεν εκτείνεται και επί τη δεύτερης, έστω και αν κάποια από τα μερικότερα πραγματικά στοιχεία της πρώτης αυτοτελώς λαμβανόμενα αποτελούν μέρος και της δεύτερης, διότι η κριθείσα με την πρώτη απόφαση έννομη σχέση δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα της δεύτερης κατά την έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ (ΑΠ 45/2023, ΑΠ653/2020, ΑΠ39/2020, ΑΠ744/2019, ΑΠ 1218/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 45 του ν 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α 208/27.9.2013) "2. Δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους είτε βάσει του Κανονισμού ή Οργανισμού του ασφαλιστικού φορέα είτε από τις κείμενες διατάξεις, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβαση τους λύεται αυτοδικαίως, αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτό.
Στις περιπτώσεις αυτές οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατ` επιλογήν τους, είτε την προβλεπόμενη, εξαιτίας της αποχώρησης τους, εφάπαξ πλήρη παροχή από τον ασφαλιστικό οργανισμό είτε την αποζημίωση που προβλέπεται στο άρθρο 46 του Κώδικα". Εξάλλου, στο άρθρο 46 παρ. 2, 3 και 4 του ίδιου νόμου ορίζονται τα εξής: "2.
Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο: α) με το θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού προσώπου που απασχολεί το δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο.
Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή. 3. (α) Αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση.
Η αποζημίωση προβλέπεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και ισούται: α) με δυο μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον εντολέα, β) με τρεις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει τετραετή υπηρεσία, γ) με τέσσερις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει εξαετή υπηρεσία, δ) με πέντε μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει οκταετή υπηρεσία, ε) με έξι μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαετή υπηρεσία, στ) με επτά μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ενδεκαετή υπηρεσία, ζ) με οκτώ μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δωδεκαετή υπηρεσία, η) με εννέα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκατρία έτη υπηρεσίας, θ) με δέκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκατέσσερα έτη υπηρεσίας, ι) με ένδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαπέντε έτη υπηρεσίας και ια) με δώδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαέξι έτη υπηρεσίας.
Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα. (β) Γι' αυτούς που απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εντολέα προϋπηρεσία πάνω από δεκαεπτά έτη κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222) όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 39 του ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α 18) καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της προβλεπόμενης στο προηγούμενο εδάφιο οποτεδήποτε και αν απολυθούν κατά την εξής αναλογία:
α) για 17 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 1 μηνός αποζημίωση, β) για 18 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 2 μηνών αποζημίωση, γ) για 19 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 3 μηνών αποζημίωση, δ) για 20 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 4 μηνών αποζημίωση, ε) για 21 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 5 μηνών αποζημίωση, στ) για 22 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 6 μηνών αποζημίωση, ζ) για 23 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 7 μηνών αποζημίωση, η) για 24 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 8 μηνών αποζημίωση, θ) για 25 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 9 μηνών αποζημίωση, ι) για 26 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 10 μηνών αποζημίωση, ια) για 27 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 11 μηνών αποζημίωση, ιβ) για 28 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 12 μηνών αποζημίωση.
Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση 3 της υποπαραγράφου ΙΑ 12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 39 του ν. 4111/2013. 4. Μέχρι την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αποζημίωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε κατά την ημέρα επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η υποχρεωτική αποχώρηση και η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης δικηγόρου, που προσφέρει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή στους εντολείς του, η οποία έχει το χαρακτήρα ιδιόρρυθμης σύμβασης έμμισθης εντολής, επέρχεται και με τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος για πλήρη σύνταξη, κατά την οικεία συνταξιοδοτική νομοθεσία, στην οποία υπάγεται για το προσωπικό του ο φορέας στον οποίο απασχολείται.
Ο δικηγόρος που παρέχει με πάγια αντιμισθία τις υπηρεσίες του και θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, κατά τα προεκτεθέντα, δικαιούται την προβλεπόμενη από την παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4194/2013 αποζημίωση, όχι, όμως και την απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής του μέχρι την πλήρη καταβολή αυτής της αποζημίωσης, που προβλέπεται από την παρ. 4 του ως άνω άρθρου.
Και τούτο διότι η παρ. 4 του νόμου αυτού, έχει εφαρμογή τότε μόνο, όταν η συμβατική σχέση μεταξύ αυτού και του εντολέα του λυθεί με καταγγελία από τον τελευταίο, όπως τούτο προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης. Η δε παραπομπή της παρ.2 του άρθρου 45 στο άρθρο 46 του Κώδικα Δικηγόρων γίνεται μόνο για τον προσδιορισμό της προβλεπόμενης από την τελευταία διάταξη αποζημίωσης, για όσους δικηγόρους επιλέξουν αυτήν αντί της εφάπαξ πλήρους παροχής από τον ασφαλιστικό τους οργανισμό.
Η υποχρέωση της παρ.4 του άρθρου 46 είναι μία παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης, όταν ο ίδιος καταγγέλλει τη σύμβαση. Δεν περιλαμβάνεται όμως μεταξύ των περιπτώσεων αυτών, ούτε μπορεί να υπαχθεί με ανάλογη εφαρμογή και η λύση της σύμβασης κατόπιν υποχρεωτικής αποχώρησης του δικηγόρου για οποιοδήποτε άλλο λόγο, όπως συμβαίνει επί συνταξιοδοτήσεως αυτού, λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος κατά την οικεία ασφαλιστική νομοθεσία (ΑΠ 686/2022, ΑΠ 2001/2022, πρβλ ΑΠ 569/2020, ΑΠ 734/2018, ΑΠ 23/2018, με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς του Κώδικα Δικηγόρων - ν..δ. 3026/1954).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το υπό το στοιχείο ε' σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε ότι από την υπ'αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του αντιδίκου του επί της υπ'αριθμ. 149/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, πηγάζει δεδικασμένο για την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου να του καταβάλει, λόγω της λύσεως της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής με την συνταξιοδότησή του, τη συμφωνημένη μηνιαία αμοιβή του (πάγια αντιμισθία-"μισθούς υπερημερίας" κατά την προσβαλλομένη) του επιδίκου, και με τις τέσσερις αγωγές του, χρονικού διαστήματος μέχρι την καταβολή της οφειλόμενης για την ίδια αιτία, της εκ του άρθρου 46 παρ.3 του ν.4139/2013 νόμιμης αποζημιώσεώς του, ενώ το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί το αντίθετο και λόγω του δεδικασμένου, και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσής του, να κάνει δεκτές ως κατ'ουσία βάσιμες τις συνεκδικαζόμενες αγωγές του που απορρίφθηκαν πρωτοδίκως ως ουσιαστικά αβάσιμες, ήτοι την πρώτη αγωγή, την δεύτερη αγωγή και το μέρος της τρίτης αγωγής του, για τις επίδικες με αυτή αξιώσεις του μέχρι τον Δεκέμβριο του 2017.
Από το περιεχόμενο της ως άνω, υπ'αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης, του Μονομελούς Εφετείου ..., την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί, κατ'άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την έρευνα του υπό κρίση λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 9-7-2015 με αριθμ.καταθ.346/2015 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος, επικαλούμενος την αυτοδίκαιη λύση, στις 13-10-2014, της από 20-11-1990, μεταξύ αυτού και του εναγομένου Δήμου ... σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, λόγω θεμελίωσης δικαιώματός του για πλήρη σύνταξη, ζήτησε την καταβολή της, προβλεπόμενης από το άρθρο 46 παρ. 3 του ν.4194/2013 για το λόγο αυτό, αποζημίωσής του, ποσού 41.076 ευρώ, ως και εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης λόγω της μη έγκαιρης καταβολής της.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 149/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος "Δήμος ..." να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα την αιτούμενη αποζημίωση, ποσού 41.076 ευρώ, ως και το ποσό των 5.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, νομιμοτόκως.
Επί της από 5-1-2017 με αριθμ.καταθ.1/2017 έφεσης που άσκησε κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης ο εναγόμενος Δήμος εκδόθηκε η με αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... Με την τελευταία (απόφαση), αφού κρίθηκε ουσιαστικά βάσιμη η άνω αγωγή ως προς την αιτούμενη, κατ'άρθρον 46 παρ.3 του ν.4194/2013, αποζημίωση, ποσού 41.076 ευρώ, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κατά το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, και επικυρώθηκε κατά τα λοιπά η πρωτόδικη απόφαση.
Έτσι, κρίθηκε τελεσίδικα ότι η μεταξύ των διαδίκων, από 20-11-1990, σύμβαση έμμισθης αντιμισθίας λύθηκε αυτοδικαίως λόγω της θεμελίωσης δικαιώματος του ενάγοντος δικηγόρου για πλήρη σύνταξη και για το λόγο αυτό ο τελευταίος δικαιούται και ο εναγόμενος Δήμος οφείλει να του καταβάλει, την προβλεπόμενη από το άρθρο 46 παρ.3 του ν.4194/2013 αποζημίωση, ανερχομένη στο ποσό των 41.076 ευρώ, την οποία και υποχρεώθηκε να του καταβάλει νομιμοτόκως, με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επικυρώθηκε κατά το μέρος αυτό.
Διαρκούσας της εκκρεμοδικίας και στη συνέχεια, ο ίδιος ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... κατά του ίδιου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου "Δήμου ..." α) την 13-7-2015 με αριθμ.καταθ.347/2015 αγωγή, β) την από 5-11-2015 με αριθμ.καταθ.488/2015 αγωγή γ) την από 2-5-2018 με αριθμ. καταθ. ...
αγωγή και δ) την από 10-10-2018 με αριθμ.καταθ.464/2018 αγωγή, και με τις αγωγές του αυτές- τις οποίες ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί, όπως και την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την έρευνα του υπό κρίση λόγου αναίρεσης- επικαλούμενος την λύση, στις 31-10-2014, της μεταξύ τους ιδίας σύμβασης έμμισθης εντολής για τον ίδιο λόγο (της θεμελίωσης δικαιώματος πλήρους σύνταξης), ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος του οφείλει για το λόγο αυτό, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.4 του ν.4194/2013, τη συμφωνημένη αμοιβή του (πάγια αντιμισθία, μετά της αναλογίας των ασφαλιστικών εισφορών), για το συνολικό επίδικο (και με τις ανωτέρω τέσσερις αγωγές του), χρονικό διάστημα, από Νοέμβριο του 2014 έως την πλήρη εξόφληση, στις 20-6-2018, της προαναφερόμενης τελεσιδίκως επιδικασθείσας αποζημίωσής του, ως και το ποσό των 20.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης λόγω παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του (σωρευόμενο αίτημα της τέταρτης αγωγής).
Επί των ανωτέρω τεσσάρων αγωγών, εκδόθηκε η με αριθμ. 84/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν, απορρίφθηκαν και οι τέσσερις αγωγές, η τέταρτη ως προς την αιτούμενη αναγνώριση της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ως μη νόμιμη, και κατά τα λοιπά η τελευταία, και οι τρεις πρώτες ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 1-7-2020 με αριθμ.καταθ.40/2020 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 83/2021, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού έκρινε και τις τέσσερις αγωγές, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης για το ενιαίο του τίτλου, τις δύο πρώτες αγωγές και την τρίτη αγωγή κατά το μέρος του διαστήματος μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2017-οι οποίες και μόνο ενδιαφέρουν τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο- τις ερεύνησε κατ'ουσία και τις απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες, απορριφθέντος, σιγή, του σχετικού λόγου έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για ύπαρξη δεδικασμένου, δεσμευτικού για την παραδοχή τους, παραγομένου από την προαναφερόμενη με αριθμ. ...
τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... Ειδικότερα, για την τελευταία αυτή απόφαση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, ότι κρίθηκε τελεσίδικα, με ισχύ δεδικασμένου, μόνο η κατάρτιση, η λειτουργία και η αυτοδίκαιη λύση της από 20-11-1990 σύμβασης έμμισθης εντολής (πάγια αντιμισθία) που συνέδεε τους διαδίκους, στις 13-10-2014, λόγω θεμελίωσης δικαιώματος πλήρους σύνταξης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου δικηγόρου, ως και η υποβολή αιτήσεώς του για την καταβολή της αποζημίωσης του άρθρου 46 του Κώδικα περί Δικηγόρων (46 παρ.3 του ν.4194/2013) αποζημιώσεως, χαρακτηρίζοντας τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ως προδικαστικό ζήτημα της κρινόμενης υπόθεσης.
Ακολούθως, το Εφετείο, απορρίπτοντας σιγή το σχετικό λόγο έφεσης για δέσμευσή του από το δεδικασμένο για τη βασιμότητα των ανωτέρω αγωγών, όπως προαναφέρθηκε, ερεύνησε τις άνω αγωγές, τις έκρινε ουσιαστικά αβάσιμες και απορριπτέες, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τις απέρριψε για το λόγο αυτό.
Από τα παραπάνω δεν προκύπτει ταυτότητα δικαιώματος, που προβλήθηκε με αγωγή και δη με όμοιο αντικείμενο και με βάση όμοια ιστορική και νομική αιτία, για την έννομη σχέση που κρίθηκε με την με αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... και αυτής που ιστορείται στις ένδικες αγωγές επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Και τούτο καθόσον με την ανωτέρω πρώτη τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε το δικαίωμα του ενάγοντος επί της αποζημίωσης, του άρθρου 46 παρ.3 του ν.4194/2013, που συνιστούσε το αντικείμενο της δίκης εκείνης, η διάταξη αυτή αποτελούσε τη νομική αιτία και σε αυτή θεμελιωνόταν η προαναφερόμενη ιστορική αιτία για την έννομη συνέπεια της επιδίκασης της αποζημίωσης.
Με τις ανωτέρω ένδικες αγωγές, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διώκεται η επιδίκαση της συμφωνημένης αμοιβής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος μέχρι την καταβολή της άνω, εκ του άρθρου 46 παρ.3 του ν.4194/2013, αποζημίωσης, δηλαδή το αντικείμενο της δίκης είναι διαφορετικό, καθότι επιχειρείται η θεμελίωσή τους, σε διαφορετική νομική αιτία, αυτή της επικαλούμενης διάταξης του άρθρου 46 παρ.4 του ν.4194/2013, και ως ιστορική τους αιτία διαλαμβάνεται η λύση της ίδιας σύμβασης για τον ίδιο λόγο, η οποία, σημειωτέον, δεν συνιστά αυτοτελώς στοιχείο του πραγματικού της ανωτέρω διάταξης για να θεωρηθεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ως προδικαστικό ζήτημα της προκείμενης δίκης.
Ενόψει αυτών δεν παράγεται από την άνω με αριθμ.... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... δεδικασμένο για την κριθείσα με την προσβαλλομένη απόφαση έννομη σχέση και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με τις παραδοχές του, έκρινε όμοια, και, απορρίπτοντας σιγή το σχετικό λόγο έφεσης, ερεύνησε και έκρινε αβάσιμες τις ανωτέρω ένδικες αγωγές, δεν δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και δη ότι δεν συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 324 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα ο παραπάνω υπό το στοιχείο ε'σκέλος πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο.
Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο (ή περισσότερων) επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες της (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 860/2022, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 420/2017).
Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 860/2022, AΠ 61/2020, ΑΠ 70/2017, ΑΠ 290/2017, ΑΠ 675/2013). Με τα λοιπά σκέλη του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εκτίμηση, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 19, όπως εκτιμάται (και όχι και από τους αριθμούς 9, 11 και 12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης των άρθρων 140 παρ.3 του ν.4270/2014 και της όμοιας του άρθρ. 90 παρ.3 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού, απέρριψε τις ένδικες, πρώτη, δεύτερη και εν μέρει την τρίτη, αγωγές του ως ουσιαστικά αβάσιμες, λόγω της διετούς παραγραφής των με αυτές ασκηθεισών αξιώσεών του, και εσφαλμένως δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 250 παρ.11 ΑΚ, που ήταν η εφαρμοστέα και προβλέπει την πενταετή παραγραφή γι'αυτές, και β) δεν έλαβε υπόψη, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ.1 του Συντ.
και του άρθ. 6 της ΕΣΔΑ, την προταθείσα παραδεκτώς, καθ'υποφοράν, αλλά και κατά τους όρους του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως αποδεικνυόμενη εγγράφως, την, εκ των άρθρων 261, 270 ΑΚ, 93 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και ήδη 143 του ν.4270/2014, παραδεκτώς προβληθείσα αντένστασή του περί διακοπής της παραγραφής αυτής, ακόμη και της διετούς, και σε κάθε περίπτωση δεν διέλαβε οποιαδήποτε αιτιολογία για την απόρριψή της, και εσφαλμένως, αντί των άνω διατάξεων, εφάρμοσε την 272 παρ.1 ΑΚ και τέλος γ) με αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τις άνω αγωγές του ως ουσιαστικά αβάσιμες λόγω ανυπαρξίας υπερημερίας του αντιδίκου του περί την καταβολή των επιδίκων "μισθών υπερημερίας", δεχόμενο αντιφατικά πότε ανυπαρξία υπερημερίας και άρα μη οφειλή κανενός "μισθού υπερημερίας" και πότε ύπαρξη υπερημερίας και οφειλή ελαχίστων "μισθών υπερημερίας", με εκ πλαγίου παράβαση των σχετικών με την υπερημερία διατάξεων, καθιστώντας κατά τούτο ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το μέρος που αφορά στις πρώτη, δεύτερη και τρίτη αγωγή κατά το μέρος αυτής του διαστήματος μέχρι και το Δεκέμβριο του 2017, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : " Ο ενάγων από τις 20.11.1990 είναι, ως δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου ...
και με την ιδιότητα του αυτή το χρονικό διάστημα από 1.1.1991 μέχρι τις 31.10.2014 προσέφερε τις νομικές και δικηγορικές υπηρεσίες του με σύμβαση έμμισθης εντολής (πάγια αντιμισθία) αορίστου χρόνου στον εναγόμενο Δήμο ... και με αίτησή του υπήχθη στη συνταξιοδοτική ασφάλιση του Δημοσίου καταβάλλοντας τις εκάστοτε αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές για την παροχή σύνταξης από το Δημόσιο με τη συμπλήρωση των απαιτούμενων προϋποθέσεων.
Στον ίδιο Δήμο ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του ως διοικητικός υπάλληλος με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου από 16-8-2019 (ενν.16-8-1989) μέχρι 31.12.1989, η οποία παρατάθηκε μέχρι τις 14.3.1990, ακολούθως διορίστηκε σε οργανική θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΦΕΚ 135/9-8-1990 τ.
ΝΠΔΔ) και κατατάχθηκε με χρόνο υπηρεσίας την 1.7.1990 δέκα μήνες (10) και δεκαπέντε (15) ημέρες. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στον εναγόμενο Δήμο ο ενάγων ήταν ασφαλισμένος αρχικά στο ΙΚΑ και κατόπιν στο Δημόσιο. Στο χρόνο ασφάλισης του ενάγοντος για τις νομικές υπηρεσίες, που παρείχε στον εναγόμενο Δήμο, συνυπολογίζεται για την καταβολή πλήρους σύνταξης, που αποτελεί όρο για την αυτοδίκαιη έξοδο από την υπηρεσία και ο χρόνος ασφάλισης στον ίδιο φορέα για την παρασχεθείσα εργασία με την ιδιότητα του υπαλλήλου του Δήμου (...).
Τον Οκτώβριο του έτους 2014 ο ενάγων είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα πλήρους σύνταξης, ήτοι είχε συμπληρώσει πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία 25 ετών 2 μηνών και 14 ημερών, είχε ανήλικο τέκνο και είχε συμπληρώσει το 52° έτος της ηλικίας του (έχει γεννηθεί το έτος 1961), με αποτέλεσμα να έχει επέλθει αυτοδίκαια η λύση της σύμβασης που είχε συνάψει με τον εναγόμενο Δήμο και η υποχρεωτική αποχώρηση του από την υπηρεσία.
Στις 13.10.2014 ο ενάγων κατέθεσε στις υπηρεσίες του εναγομένου αίτηση παραίτησης οπό τη θέση του δικηγόρου λόγω συνταξιοδότησης, την οποία επανέλαβε στις 29.10.2014. Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν αφού προηγουμένως ο ενάγων είχε θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη, ήτοι πραγματική συντάξιμη υπηρεσία 25 ετών και δεν έχουν την έννοια της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής, η οποία είχε επέλθει αυτοδίκαια με τη συμπλήρωση του συντάξιμου χρόνου, αλλά αποτελούν αίτηση για την έκδοση διαπιστωτικής πράξης από τον Δήμο προκειμένου ο ενάγων να ζητήσει από τον τελευταίο την καταβολή της αποζημίωσης του άρθρου 46 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως άλλωστε αναφέρει στην τελευταία αίτηση του.
Σημειωτέον ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και η έννομη συνέπεια, αποτελούν ουσιαστικό δεδικασμένο, που παρήχθη από την υπ' αριθ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., το οποίο δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο (θετική λειτουργία τομ δεδικασμένου ως προς την προδικαστικότητα), υπό την έννοια ότι όταν η κυρίως κριθείσα έννομη σχέση ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα του αντικειμένου της δεύτερης δίκης, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο της νέας αγωγής οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το προϋπάρχον δεδικασμένο.
Ακολούθως ο εναγόμενος Δήμος, αφού αναγνώρισε ότι τα συνολικά έτη υπηρεσίας του ενάγοντος ήταν 25 έτη, 2 μήνες και 15 ημέρες (από 16.08.1989 έως 31.10.2014) και η συνολική υπηρεσία για καταβολή αποζημίωσης 23 έτη (ήτοι από 16.08.1989 έως 31.10.2014) και ότι δικαιούται για αποζημίωση του άρθρου 45 [ενν.46] του ν. 4194/2013 (...) λόγω συνταξιοδότησης, το ποσό των 37.164,00 ευρώ, εξέδωσε στο όνομά του το υπ' αριθ. 181/30.09.2015 χρηματικό ένταλμα πληρωμής ποσού 37.164,00 ευρώ.
Το εν λόγω ένταλμα υποβλήθηκε στην Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πλην όμως με την υπ' αριθ. 17/13.10.2015 απόφαση επεστράφη αθεώρητο με την αιτιολογία ότι η εντελλόμενη δαπάνη είναι μη νόμιμη και τούτο διότι, όπως επί λέξει αναφέρεται: 1) ο φερόμενος ως δικαιούχος δικηγόρος αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία του και ως εκ τούτου δεν δικαιούται την προβλεπόμενη στο άρθρο 46 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωση που καταβάλλεται όταν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί με οποιονδήποτε λόγο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης.
Επιπλέον ούτε την αποζημίωση που προβλεπόταν στην παρ. 4 [ενν.παρ.5] του άρθρου 46 του Κώδικα Δικηγόρων σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης δικαιούται μετά την αντικατάσταση του περιεχομένου της πιο πάνω παραγράφου (46 παρ. 5) από αυτό του άρθρου πρώτου υποπαρ.ΙΕ.1 στοιχ. α' του ν. 4254/7.4.2014 (ΦΕΚ Α' 85) και 2) ο φερόμενος ως δικαιούχος δεν αποχώρησε υποχρεωτικά από την υπηρεσία του, ούτε η σύμβασή του λύθηκε αυτοδικαίως λόγω θεμελίωσης δικαιώματος για πλήρη σύνταξη, ώστε σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, να δικαιούται να επιλέξει, είτε ολόκληρη την αποζημίωση που προβλέπεται στο άρθρο 46 παρ. 3 του εν λόγω Κώδικα, είτε την εφάπαξ πλήρη παροχή από τον ασφαλιστικό οργανισμό που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα του...".
Εν συνεχεία η Οικονομική Υπηρεσία του Δήμου ... με το υπ' αριθ. πρωτ. 31603/27.10.2015 έγγραφό της επέβαλε εκ νέου το ανωτέρω χρηματικό ένταλμα με έγγραφο στην Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς θεώρηση, πλην όμως η τελευταία, εμμένοντας στην άποψή της, απέστειλε το χρηματικό ένταλμα στο Κλιμάκιο Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών (Τμήμα I) του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Το τελευταίο, ενόψει της διαφωνίας που προέκυψε μεταξύ της Επιτρόπου και του Δήμου ..., εξέδωσε την υπ' αριθ. 0030/2016 Πράξη, με την οποία απεφάνθη ότι το υπ' αριθ. 181, οικονομικού έτους 2015, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του Δήμου ... δεν πρέπει να θεωρηθεί διότι η δαπάνη είναι μη νόμιμη. Στο σκεπτικό της Πράξεως το Ελεγκτικό Συνέδριο έκρινε ότι οι από 13.10.2014 και 31.10.2014 αιτήσεις του ενάγοντος, οι οποίες υποβλήθηκαν πριν αυτός θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον οικείο Ο.Τ.Α.
έχοντας συμπληρώσει 28 έτη συντάξιμης υπηρεσίας και όχι 35 που απαιτούνται για πλήρη σύνταξη, συνιστούν καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής (οικειοθελή αποχώρηση) και δεν συνεπάγονται υποχρεωτική αποχώρηση. Επίσης έκρινε ότι λόγω του χρόνου συντελέσεως της καταγγελίας (31.10.2014), ο ενάγων δεν δικαιούται την προβλεπόμενο στο άρθρο 46 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωση και με δεδομένο ότι από 07.04.2014, ημερομηνία έναρξης ισχύος του άρθρου πρώτου υποπαρ.
ΙΕ Ια' του ν. 4254/2014, καταργήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 46 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωση σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης δικηγόρου από την υπηρεσία, ο ενάγων δεν δικαιούται ούτε την μειωμένη αποζημίωση που προβλεπόταν μέχρι τις 06.04.2014 σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης δικηγόρων. Ενόψει τούτων - και δη λόγω της άρνησης του Ελεγκτικού Συνεδρίου να εγκρίνει το σχετικό χρηματικό ένταλμα του Προϊσταμένου της Οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου ... - ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
και σε βάρος του Δήμου ... την από 09.07.2015 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 346/2015 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει ποσό 41.076,00 ευρώ ως αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης και ποσό 20.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής\ βλάβης που υπέστη. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη αρχικώς η υπ' αριθ. 149/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, [εννοεί του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...], η οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 41.076,00 ευρώ ως αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης και το ποσό των 5.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση και όλα αυτά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ο εναγόμενος Δήμος άσκησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης, διαρκούσης δε της εκκρεμοδικίας, ο ενάγων υπέβαλε στο Δικαστήριο τούτο τις κρινόμενες υπό στοιχεία (Α) και (Β) αγωγές, με τις οποίες ζητούσε την καταβολή σ' αυτόν μισθών λόγω υπερημερίας του Δήμου .... Επ' αυτών εξεδόθησαν οι υπ' αριθ. 50/2017 και 49/2017 μη οριστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
με τις οποίες ανέστειλε κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ τη συζήτησή τους μέχρι την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως επί της προρρηθείσης εφέσεως. Εν τέλει επί της κύριας αγωγής εξεδόθη η προειρημένη υπ' αριθ. ... τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε ότι ο ενάγων τον Οκτώβριο του 2014 είχε συμπληρώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα πλήρους σύνταξης με αποτέλεσμα να έχει επέλθει αυτοδίκαια η λύση της σύμβασης που είχε συνάψει με τον εναγόμενο Δήμο και η υποχρεωτική αποχώρησή του από την υπηρεσία, στις 13.10.2014 που κατέθεσε στις υπηρεσίες του εναγομένου αίτηση παραίτησης από τη θέση του δικηγόρου λόγω συνταξιοδότησης, την οποία επανέλαβε στις 29.10.2014, δεν έχουν την έννοια της καταγγελίας της σύμβασης της έμμισθης εντολής, η οποία είχε επέλθει αυτοδίκαια με τη συμπλήρωση του συντάξιμου χρόνου, αλλά αποτελούν αίτηση για την έκδοση διαπιστωτικής πράξης από τον Δήμο, προκειμένου ο ενάγων να ζητήσει από τον τελευταίο την καταβολή της αποζημίωσης του άρθρου 46 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως άλλωστε αναφέρει στην αίτησή του.
Περαιτέρω αφού δέχτηκε ότι η αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγόμενου ως προς την καταβολή αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης δεν συνιστά παρανομία, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη μόνο ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο.
Αντίγραφο της εν λόγω απόφασης ο ενάγων κοινοποίησε στον Δήμο ... στις 09.02.2018 (....). Ακολούθως, ο Δήμος ... συμμορφούμενος στην ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση, προσπάθησε να εντάξει την αξίωση του ενάγοντος σε πρόγραμμα που ήδη έτρεχε από το Υπουργείο Εσωτερικών από την επιδίκαση αξιώσεων από τελεσίδικες αποφάσεις, για τις οποίες όμως τηρούνταν χρονική προτεραιότητα ανάλογα με τον χρόνο που κατέστησαν τελεσίδικες (....).
Επίσης ο νομικός εκπρόσωπος του Δήμου εισηγήθηκε στον τελευταίο την μη άσκηση αναίρεσης κατά της προειρημένης αποφάσεως προκειμένου να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Για το λόγο αυτό ο ενάγων κατέθεσε στην Οικονομική Επιτροπή του Δήμου ... την από 20.02.2018 δήλωση παραίτησης, η οποία έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 3699/22.2.2018, με την οποία δήλωσε ότι μετά την έκδοση της υπ' αριθ. ...
απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... παραιτείται των δικογράφων και του δικαιώματος των πρώτης και δεύτερης κρινόμενων αγωγών, υπό τον όρο ότι δεν θα ασκηθεί αναίρεση κατά της εν λόγω απόφασης και υπό τον όρο της πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης της αξίωσης αποζημίωσής του λόγω συνταξιοδότησης (κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους και επιδικασθείσης δαπάνης της τελεσίδικης απόφασης).
Στο σημείο τούτο πρέπει να λεχθεί ότι η εν λόγω δήλωση δεν περιλαμβάνει καταληκτική προθεσμία καταβολής της αξίωσης του ενάγοντος και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων έπρεπε να ικανοποιηθεί μέχρι τις 31.03.2018, όπως εκθέτει τόσο στις αγωγές του, όπως και στις έγγραφες προτάσεις του. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου η προαναφερόμενη δήλωση παραίτησης του ενάγοντος τόσο από τα δικόγραφα των υπό στοιχεία (Α) και (Β) κρινόμενών αγωγών, όσο και από το δικαίωμα αυτών, δεν επιφέρουν τις συνέπειες που ορίζουν οι οικείες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δηλαδή την κατάργηση και περάτωση της δίκης ως προς αυτές, αφού αφενός μεν δεν έγινε κατά τις διατυπώσεις που ορίζει η διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ, αφετέρου δε, για το λόγο ότι η δήλωση αυτή, για τους λόγους που αναλυτικά εκτέθηκαν, δεν είναι δεκτική εξάρτησης από αίρεση ή προθεσμία.
Ακολούθως, ενόψει της δικαιολογημένης καθυστέρησης του Δήμου ... να ικανοποιήσει την αξίωση του ενάγοντος για αποζημίωσή του, η οποία οφείλονταν στο γεγονός ότι υπήρχαν πλείστες παλαιότερες τελεσίδικες αποφάσεις που έπρεπε να ικανοποιηθούν, και ενώ ο Δήμος ... είχε ήδη απολέσει το δικαίωμά του να ασκήσει αναίρεση κατά της προειρημένης αποφάσεως (αφού στο μεταξύ παρήλθε άπρακτη η γνήσια προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της), ο ενάγων δυο (2) μόλις μήνες μετά την δήλωση παραίτησης του και χωρίς να αναμένει την εκούσια ικανοποίηση της αξίωσής του, στις 23.04.2018 επέδωσε στον εναγόμενο Δήμο αντίγραφο του υπ' αριθ. 38/18.04.2010 πρώτου εκτελεστού απογράφου με την από 20.04.2018 επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση και ακολούθως με το από 07.05.2018 κατασχετήριο επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της Τράπεζας με την επωνυμία "....", ως τρίτης, και μετά τη δήλωση της τρίτης και την έκδοση της υπ' αριθ. 68/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), στις 20.06.2018 εισέπραξε το ποσό των 53.159,70 ευρώ (αφορούσε το κεφάλαιο, τόκους υπερημερίας, έξοδα κατασχετηρίου, νόμιμης αμοιβής πληρεξουσίου δικηγόρου και αμοιβές των δικαστικών επιμελητών).
Εν συνεχεία και αφού ικανοποιήθηκε πλήρως για την κύρια αξίωσή του, άσκησε τις κρινόμενες υπό στοιχεία (Γ) και (Δ) αγωγές, με αντικείμενο την καταβολή μισθών υπερημερίας μέχρι και τον χρόνο είσπραξης της κύριας απαίτησης και καταβολής χρηματικής ικανοποίησης. Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα της υπερημερίας του Δήμου ..., ενόψει όλων των ανωτέρω προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν υπήρξε υπερημερία του εναγομένου ως προς την καταβολή προς τον ενάγοντα της πάγιας μηνιαίας αποζημίωσης (μισθών υπερημερίας) για το χρονικό διάστημα που αιτείται με τις ένδικες αγωγές του, αφού, ο ενάγων εμμένοντας στην εγκυρότητα της λύσης εκ του νόμου της σύμβασης έμμισθης εντολής υπό καθεστώς μονιμότητας που τον συνέδεε με τον εναγόμενο Δήμο και στο δικαίωμα του να εισπράξει την αποζημίωση του άρθρου 46 παρ. 3 του Κώδικα Περί Δικηγόρων λόγω της συνταξιοδότησης του, την οποία (αποζημίωση) ο Δήμος ...
ουδέποτε αρνήθηκε να του καταβάλει (αντίθετα, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν ανωτέρω, εξέδωσε χρηματικό ένταλμα το οποίο δεν μπορούσε να εκτελεστεί και να λάβει την αποζημίωση του, αφού τόσο η Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όσο και το Ελεγκτικό Συνέδριο, που επιλήφθηκε της διαφοράς μεταξύ του εναγομένου Δήμου και της Επιτρόπου, έκρινε το ένταλμα μη νόμιμο), ουδέποτε έπαυσε να αποδέχεται τις νομικές υπηρεσίες του εντολοδόχου δικηγόρου, ώστε να περιέλθει σε υπερημερία ως εργοδότης (....).
Ειδικότερα, ούτε ο ενάγων εκθέτει στις ένδικες αγωγές του, ούτε αποδείχτηκε από την ακροαματική διαδικασία ότι δήλωσε ότι θα συνεχίσει να προσφέρει νομικά και πραγματικά τις υπηρεσίες του στο νομικό πρόσωπο και ότι αυτό θα περιέλθει σε υπερημερία, μη αποδεχόμενη αυτές. Αντίθετα ο ενάγων εμμένοντας στη λύση της έμμισθης σχέσης εντολής λόγω συνταξιοδότησης και της καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης του.
ουδέποτε πρόσφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο Δήμο ή δήλωσε ότι τις προσφέρει, ούτε ο εναγόμενος Δήμος την απέκρουσε, ούτως ώστε να περιέρχεται για το μετά της λύσεως της σύμβασης έμμισθης εντολής σε υπερημερία και να υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα δικηγόρο τις αντίστοιχες πάγιες αντιμισθίες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ (....).
Ούτε άλλωστε στην υπό κρίση περίπτωση ισχύει η περίπτωση του άρθρου 46 παρ. 4 του ν. 4114/2013 [ενν. ν.4194/2013] (Κώδικας περί Δικηγόρων), αντίστοιχη του προηγούμενου άρθρου 94 παρ.ι εδ. γ' του Κώδικα Δικηγόρων του ν.δ. 3026/1954, που προβλέπει την αποζημίωση του δικηγόρου με πάγια αντιμισθία σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, στην οποία ορίζεται ότι ο απολυόμενος δικαιούται να λαμβάνει τη συμφωνημένη αντιμισθία ακόμη και χωρίς την παροχή νομικών υπηρεσιών, μέχρις ότου ο καταγγείλας καταβάλει προς αυτόν, πλήρη, την προβλεπόμενη αποζημίωση, δηλαδή ότι η καταγγελία, ακόμη και χωρίς αποζημίωση επιφέρει τη λύση της σύμβασης, αλλά η αταξία του καταγγέλλοντος έχει ως "ex lege" συνέπεια την παράταση της υποχρέωσης του προς πληρωμή της πάγιας αντιμισθίας μέχρι να εξοφλήσει πλήρως την αποζημίωση (...), ακόμα δε ειδικότερα ότι η υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημίωσης είναι παροχή " ex lege " προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης.
Τούτο δε διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για καταγγελία εκ μέρους του εντολέα -εργοδότη Δήμου ..., αλλά για υποχρεωτική αποχώρηση και λύση της συμβάσεως του δικηγόρου που παρείχε τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο Ο.Τ.Α. με πάγια περιοδική αμοιβή λόγω θεμελίωσης δικαιώματος για πλήρη σύνταξη σύμφωνα με τη νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό αυτόν, εφόσον ο ενάγων υπάγονταν σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης που κάλυπτε το προσωπικό του εναγομένου, έτσι ώστε το δικαίωμα του για πλήρη σύνταξη να απορρέει από σχέση κοινωνικής ασφάλισης που προβλέπεται και ρυθμίζεται από το νόμο.
Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι ισχύει η προρρηθείσα διάταξη, ενόψει του ότι α) η προαναφερόμενη διάταξη ομιλεί για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο, δηλαδή το πταίσμα τούτο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής της πλήρους αποζημίωσης και γίνεται στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους της απόδειξης και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εντολής και β) ο εντολέας μπορεί να ανατρέψει το μαχητό αυτό τεκμήριο και να απαλλαγεί αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (....), στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος Δήμος ισχυρίστηκε και απέδειξε ότι η μη καταβολή της αποζημίωσης στον ενάγοντα, δεν οφείλονταν σε δική του υπαιτιότητα (δόλος ή έστω και ελαφρά αμέλεια), αλλά σε συγγνωστή πλάνη και εύλογη αμφιβολία που του προκάλεσαν η αιτιολογημένη άρνηση της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και η μετέπειτα άρνηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου να εγκρίνει το σχετικό χρηματικό ένταλμα πληρωμής που εξέδωσε στο όνομα του ενάγοντος, το οποίο απέρριψαν ως μη νόμιμο.
Συνεπώς, εφόσον ο εναγόμενος Δήμος ουδέποτε περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη, ο ενάγων δικηγόρος δεν δικαιούται την πληρωμή της πάγιας αντιμισθίας (μισθών υπερημερίας) και οι αξιώσεις του για καταβολή της πάγιας αντιμισθίας και ασφαλιστικών εισφορών είναι αβάσιμες στην ουσία τους. Σε κάθε όμως περίπτωση, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι ο εναγόμενος Δήμος είναι υπερήμερος εντολέας, οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος περί μισθών υπερημερίας :
α) για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του έτους 2014 έως και Δεκέμβριο του έτους 2015, που αφορούν την "υπό στοιχείο (Α) αγωγή", β) για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2016 μέχρι και Δεκέμβριο του έτους 2016, που αφορούν την "υπό στοιχείο (Β) αγωγή" και γ) για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2017 μέχρι και Δεκέμβριο του έτους 2017, που αφορά μέρος της "υπό στοιχείο (Γ) αγωγής", για τις οποίες η προθεσμία παραγραφής κινήθηκε από το χρόνο γένεσης της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους, μέχρι και το χρόνο συζήτησης των προειρημένων ένδικων αγωγών κατά την αναφερόμενη ως άνω δικάσιμο (21.01.2020), έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014 (....), η οποία (....) λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 144 τελ.
εδ. ν. 4270/2014). Σημειωτέον ότι ο ενάγων δεν αντέτεινε με αντένσταση του λόγο διακοπής ή αναστολής της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του, οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Συνεπώς, οι προαναφερόμενες ένδικες αξιώσεις, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι ο εναγόμενος Δήμος είναι υπερήμερος ως προς τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθούν για το λόγο ότι έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή και συνεπώς είναι ουσιαστικά αβάσιμες, παρελκούσης ως προς αυτές της έρευνας της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΚΠολΔ, που πρότεινε το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. (.....) Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας την πρώτη, δεύτερη και εν μέρει την τρίτη (...) αγωγή, ουδόλως έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και την σωστή εκτίμηση των αποδείξεων (...).
Επομένως, και για το ενιαίο του τίτλου πρέπει η έφεση να γίνει ουσιαστικά δεκτή....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η πρώτη, δεύτερη και εν μέρει η τρίτη αγωγές, είναι ουσιαστικά αβάσιμες και ότι ο ενάγων δεν δικαιούται την αξιούμενη με αυτές μηνιαία χρηματική παροχή του χρονικού διαστήματος από Νοέμβριο του 2014 έως και Δεκέμβριο του 2017, και κατά παραδοχή της έφεσής του, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτοβάθμιας απόφασης για το ενιαίο του τίτλου, απέρριψε τις ανωτέρω αγωγές ως ουσιαστικά αβάσιμες με τις εξής διαδοχικές, κύριες και επάλληλες, αιτιολογίες α) λόγω ανυπαρξίας υπερημερίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ως προς την καταβολή της πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας του το ανωτέρω επίδικο χρονικό διάστημα, δεδομένης της προγενέστερης αυτοδίκαιης λύσης της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής με τη θεμελίωση δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για πλήρη σύνταξη και της συνακόλουθης εκ μέρους του αναιρεσείοντος μη προσφοράς των υπηρεσιών του στον αναιρεσίβλητο Δήμο, β) λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 46 παρ.4 του ν.4194/2013, η οποία προβλέπει την επιδίκαση της επίδικης συμφωνημένης αμοιβής (πάγιας αντιμισθίας) μέχρι την καταβολή της εκ του άρθρου 46 παρ.3 του ίδιου νόμου αποζημίωσης στον δικαιούχο αυτής δικηγόρο, μόνο στην περίπτωση λύσης της σύμβασης αυτής με καταγγελία του εντολέα, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής λύθηκε αυτοδικαίως με τη θεμελίωση δικαιώματος πλήρους σύνταξης στο πρόσωπο του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, όπως τελεσιδίκως κρίθηκε, γ) επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της άνω διατάξεως, λόγω μη περιέλευσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου σε υπερημερία εργοδότη μη συντρέχουσας υπαιτιότητας στον αναιρεσίβλητο Δήμο για την καθυστέρηση καταβολής της αποζημίωσης, ως εκ των ως άνω συνθηκών, στις οποίες οφείλεται η καθυστέρηση και δ) επικουρικότερα, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ο εναγόμενος είναι υπερήμερος εντολέας, λόγω της παρόδου της εκ του άρθρου 140 παρ.3 του ν.4270/2014 διετούς παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων-μισθών υπερημερίας.
Από τις ανωτέρω διαδοχικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης για απόρριψη των ανωτέρω αγωγών ως ουσιαστικά αβασίμων, η δεύτερη (υπό το στοιχείο β'), κύρια αιτιολογία, λόγω της μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 46 παρ.4 του ν.4194/2013, όπου επιχειρήθηκε η θεμελίωσή τους, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της για την απόρριψη των εν λόγω αγωγών κατ'ουσία, οι οποίες είχαν απορριφθεί και με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Η αιτιολογία αυτή δεν πλήττεται με τον κρινόμενο, υπό τα προαναφερόμενα λοιπά σκέλη του, πρώτο λόγο αναίρεσης. Έτσι, όμως, εφόσον με τον κρινόμενο λόγο αναίρεσης πλήττονται μόνο οι λοιπές, (η πρώτη κύρια και οι επάλληλες), αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης για την απόρριψη ως ουσιαστικά αβασίμων των προαναφερόμενων αγωγών (λόγω της παραγραφής των διαλαμβανόμενων σε αυτές αξιώσεων και λόγω της ανυπαρξίας υπερημερίας του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου) και όχι και η προαναφερόμενη, και η μη πληττόμενη αυτή αιτιολογία της στηρίζει αυτοτελώς το πόρισμά της για την απόρριψη των ανωτέρω αγωγών, ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής και για το λόγο αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμό 8 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστανσης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004), έστω και αν συνιστούν λόγους έφεσης (ΑΠ 793/2015).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου.
Είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας είναι α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 257/2023, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή (ΑΠ 257/2023, ΑΠ 1017/2022, AΠ 1116/2019).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 8, όπως εκτιμάται (και όχι από τους αριθμούς 1, 19, 9, 11 και 12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στον έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης διαλαμβανόμενο στην τέταρτη αγωγή ισχυρισμό του για παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του εκ μέρους των οργάνων του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Α, που θεμελίωνε την αξιούμενη με την ίδια αγωγή εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της τέταρτης, από 10-10-2018 με αριθμ.καταθ.464/2018, αγωγής του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, αναφορικά με την αιτούμενη αναγνώριση οφειλής εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ποσού 20.000 ευρώ λόγω παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι με την υπαίτια άρνηση των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου ...
για οικειοθελή καταβολή της αποζημίωσης που του επιδικάστηκε τελεσίδικα, με προσχηματική εκ μέρους τους επίκληση σχετικής υπόδειξης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και την εξόφληση της αποζημίωσης αυτής μόνο στα πλαίσια αναγκαστικής εκτέλεσης, μετά από υπαίτια κακόπιστη, παράνομη, σφοδρή, καταχρηστική και αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, επί τέσσερα έτη αντιδικία, και την εξ αυτής δημιουργία έντονης φημολογίας στην πόλη της ..., όπου ζει και δραστηριοποιείται, ότι είναι ανίκανος ως δικηγόρος να προστατέψει τα νόμιμα δικαιώματά του και τις αξιώσεις του και να ικανοποιηθεί πλήρως, ως και ότι 'διακατέχεται από απληστία έναντι του εντολέα του, προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητά του, ως προς το στοιχείο της τιμής και της υπόληψής του.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν το ανωτέρω αγωγικό αίτημα, στις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, καθόσον δεν πληρούν τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, η περιγραφόμενη στο αγωγικό δικόγραφο συμπεριφορά των οργάνων του εναγόμενου Δήμου (της υπαίτιας άρνησης οικειοθελούς εξόφλησης της αποζημίωσης που επιδικάστηκε, με επίκληση σχετικής υπόδειξης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και η μετά από σφοδρή αντιδικία τεσσάρων ετών, εξόφλησή της στα πλαίσια αναγκαστικής εκτέλεσης), δεν συνιστά παράνομη συμπεριφορά, οι δε ιστορούμενες εις βάρος του αναιρεσείοντος δικηγόρου φημολογίες από αόριστο αριθμό προσώπων της πόλης της ..., προσβλητικές, ως προς το στοιχείο της τιμής, της προσωπικότητάς του, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την αναφερόμενη συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσίβλητου.
Επομένως, αφού ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ήταν μη νόμιμος, και ως τέτοιος είχε απορριφθεί με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης και το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον σχετικό λόγο έφεσής του, με τον οποίο αυτός παραπονείτο για την ανωτέρω απόρριψη του μέρους αυτού της αγωγής του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και συνακόλουθα ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η από 15-9-2021 αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος ...", που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Β. Επί της από 26-9-2021 αίτησης αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (Ολ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, εκτός από τις προαναφερόμενες παραδοχές, και σε συνέχεια τούτων, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: ".....Ως προς τις αξιώσεις όμως που δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014, δηλαδή αυτές που αφορούν το διάστημα από Ιανουάριο μέχρι και Απρίλιο του έτους 2018 [που αφορούν τμήμα της "υπό στοιχείο (Γ) αγωγής] και το διάστημα από Μάιο έως και Ιούνιο του έτους 2018 [που αφορούν την "υπό στοιχείο (Δ) αγωγή], ο ενάγων δεν επέδειξε κάποια συμπεριφορά που να δημιούργησε στους εκπροσώπους του εναγομένου πεποίθηση περί μη άσκησης των ενδίκων αξιώσεών του.
Ειδικότερα ο Δήμος αρχικώς δεν αρνήθηκε την καταβολή της αποζημίωσης συνταξιοδότησης, όμως όταν εκδόθηκε η ... τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε και ο ενάγων αναγκάστηκε να προβεί σε κατάσχεση λογαριασμού. Το αν , η οικονομική Υπηρεσία του εναγομένου προσπάθησε να εντάξει την πληρωμή σε πρόγραμμα του Υπουργείου Εσωτερικών είναι αδιάφορο για τον ενάγοντα και την απαίτησή του.
Η παραίτηση για μισθούς του υπερημερίας έγινε μη δεσμευτικά γι' αυτόν και υπό το κράτος της ανάγκης είσπραξης της αποζημίωσης. Η παραίτηση του Δήμου από την αναίρεση της άνω απόφασης επίσης δεν άπτεται της συμπεριφοράς του ενάγοντος ώστε να δύναται να γίνει λόγος για καταχρηστική τέτοια (ένν. συμπεριφορά), όθεν η σχετική ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ υπό του εναγομένου νομότυπα προβληθείσα τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμη.
Επομένως ο ενάγων δικαιούται να αναγνωρισθεί ότι του οφείλονται μισθοί υπερημερίας με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που κάθε μισθός έπρεπε να καταβληθεί του μη περιγραφέντος χρονικού διαστήματος Ιανουάριου μέχρι Ιουνίου 2018 που ανέρχεται σε ποσό (6X1951 ευρώ)= 11.706 ευρώ. (....). Μη δεχόμενο ... (το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) την τρίτη και την τέταρτη αγωγές κατά το άνω εκτιθέμενο τμήμα τους έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και την σωστή εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως (...) πρέπει η έφεση να γίνει και ουσιαστικά δεκτή και να διαταχθούν τα ανωτέρω". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αναφορικά με την τρίτη και τέταρτη αγωγές του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, οι οποίες και μόνο ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο στα πλαίσια της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τις έκρινε εν μέρει ουσιαστικά βάσιμες και μετά από απόρριψη ως μη νόμιμης της εκ του άρθρου 281 ΑΚ, επικουρικά προβληθείσας ένστασης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού δέχθηκε κατ'ουσία την έφεση του αντιδίκου του, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα, δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές αυτές κατ'ουσία και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος ήδη αναιρεσείων ΟΤΑ οφείλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, το ποσό των 11.706 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας, του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο του 2018 έως και Ιούνιο του 2018, νομιμοτόκως.
Με τις ανωτέρω όμως αγωγές κατά το μέρος τούτο, δεν διώκεται από τον ενάγοντα δικηγόρο η αναγνώριση οφειλής προς αυτόν από τον εναγόμενο ΟΤΑ μισθών υπερημερίας, κατ'άρθρον 656 ΑΚ, στα πλαίσια λειτουργίας της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής, και προϋποθέτουν την ισχύ της, αλλά, αντίθετα, με επίκληση της λύσης της σύμβασης αυτής, ήδη από τις 13-10-2014, λόγω θεμελίωσης δικαιώματός του για πλήρη σύνταξη, διώκεται η αναγνώριση της οφειλής προς αυτόν από τον εναγόμενο της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.4 του ν.4129/2013 συμφωνημένης, με την άνω λυθείσα σύμβασή τους, αμοιβής του (πάγιας αντιμισθίας, μετά της αναλογίας των ασφαλιστικών εισφορών), συνολικού ποσού 11.706 ευρώ, του χρονικού διαστήματος από τον Ιανουάριο 2018 έως και τις 20-6-2018, που του καταβλήθηκε η, εκ του άρθρου 46 παρ.3 του ν.4129/2013, τελεσιδίκως επιδικασθείσα, για τον προαναφερόμενο λόγο, αποζημίωση.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα οι εν λόγω αγωγές, ήταν μη νόμιμες, καθόσον, κατά τα προαναφερόμενα, η αιτούμενη, προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 46 παρ.4 του ν.4129/2013, "ex lege" παροχή, της συμφωνημένης, με τη σύμβαση έμμισθης εντολής, αμοιβής, καταβάλλεται στον δικηγόρο μόνο στην περίπτωση λύσης της σύμβασης αυτής με καταγγελία του εντολέα του και όχι στην περίπτωση της αυτοδίκαιης λύσης της με τη θεμελίωση δικαιώματος για πλήρη σύνταξη, την οποία επικαλείται εν προκειμένω ο ενάγων.
Έτσι, το Εφετείο, κρίνοντας νόμιμες και ακολούθως ουσιαστικά βάσιμες τις ανωτέρω αγωγές κατά το μέρος τούτο, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και επομένως, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης του αναιρεσείοντος ΟΤΑ για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που έκρινε νόμιμες και δέχθηκε ως βάσιμες τις ανωτέρω αγωγές του αντιδίκου του, κατ'εκτίμηση, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ-(και όχι και από τον αριθμ. 19 αυτού του άρθρου, λόγω του εφικτού του αναιρετικού ελέγχου της ευθείας παραβίασης της άνω διατάξεως)-με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος προβάλλει την περί τούτου αιτίαση, είναι βάσιμος.
Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που, κατά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, δέχθηκε εν μέρει την τρίτη και την τέταρτη αγωγές του και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος Ο.Τ.Α του οφείλει το ποσό των 11.706 ευρώ, νομιμοτόκως.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 εδ.α'και β'ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμός 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παρ.4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω διευκρίνιση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνη η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 5/2022, ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 41/2002, ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 520/2023).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, που σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι οι από 2-5-2018 με αριθμ.καταθ.... (τρίτη) αγωγή και η από 10-10-2018 με αριθμ.καταθ.464/2018 (τέταρτη) αγωγή, κατά το προαναφερόμενο μέρος τους, είναι μη νόμιμες, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Μονομελές Εφετείο ..., δικάζον την έφεση του αναιρεσιβλήτου, με την κατά τα άνω αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεσμευόμενο ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε, δεν υφίσταται.
Και τούτο διότι το μόνο που απομένει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι η, κατά παραδοχή της έφεσης, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκαν οι εν λόγω αγωγές κατά το μέρος τούτο ως ουσιαστικά αβάσιμες, απόρριψή τους κατ'αυτό ως μη νομίμων, λόγω του διαφορετικού δεδικασμένου που δημιουργείται, χωρίς χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος-ενάγοντος.
Επομένως, πρέπει να κρατηθεί και να δικαστεί από το παρόν Τμήμα η υπόθεση, να γίνει δεκτή κατ'ουσία η από 1-7-2020 (αριθ.εκθ.καταθ.40/2020) έφεση του ενάγοντος, να εξαφανιστεί η με αριθμ. 84/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και να απορριφθούν η από 2-5-2018 με αριθμ.καταθ.... (τρίτη) αγωγή και η από 10-10-2018 με αριθμ.καταθ.464/2018 (τέταρτη) αγωγή, κατά το προαναφερόμενο μέρος τους ως μη νόμιμες.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο ηττηθείς ενάγων-εκκαλών στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων εναγομένου-εφεσιβλήτου για τον πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, και τέλος να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος για την αναιρετική δίκη, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 15-9-2021 με αριθμ.καταθ.39/15-9-2021 αίτηση του Λ.-Α. Μ. του Κ., και την από 26-9-2021 με αριθμ.καταθ.41/6-10-2021 αντίθετη αίτηση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος ...", για αναίρεση της με αριθμ. 83/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ...
Απορρίπτει την από 15-9-2021 με αριθμ.καταθ.39/15-9-2021 αίτηση αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Δέχεται την από 26-9-2021 με αριθμ.καταθ.41/6-10-2021 αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 83/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 1-7-2020 (αριθ.εκθ.καταθ.40/2020) έφεσης του ενάγοντος.
Δέχεται κατ'ουσία την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμ. 84/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... κατά το μέρος που δίκασε επί της από 2-5-2018 με αριθμ.καταθ.... αγωγής για το χρονικό αυτής διάστημα από Ιανουάριο του 2018 και εντεύθεν και επί της από 10-10-2018 με αριθμ.καταθ.464/2018 αγωγής, κατά το πρώτο αίτημά της.
Απορρίπτει τις ανωτέρω αγωγές κατά το προαναφερόμενο μέρος τους.
Καταδικάζει τον ενάγοντα-εκκαλούντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου-εφεσιβλήτου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος της προκείμενης δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ