Legislator Case Law & Legislation
242/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property ownership claim rejection due to vague title and lack of good faith acquisition proof.

Case Number 242/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's rejection of her property ownership claim. The appellant argued that the lower court erred in applying rules of good faith acquisition and misinterpreted statutory provisions regarding inheritance and title transfer. The court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court correctly rejected the original suit as vague and did not need to consider evidence that could not establish the required legal elements.

Legislator headnote

AI generated

Art. 173, 200, 92 ΕισΝΑΚ ΑΚ; The rules of interpretation for legal acts apply to the interpretation of acts, not to the interpretation of substantive law provisions.

Keywords

AI generated
good faith acquisition property ownership vague title inadmissible appeal inheritance law statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Art. 173 ΑΚ
Art. 200 ΑΚ
Art. 92 ΕισΝΑΚ
Art. 559 παρ. 1 ΚΠολΔ
Art. 559 παρ. 11 ΚΠολΔ
Art. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ
Art. 176 ΚΠολΔ
Art. 183 ΚΠολΔ
Art. 191 παρ. 2 ΚΠολΔ
Art. 22 παρ. 1, 3 ν. 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 242 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 242/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Β. συζύγου Ν. Β., το γένος Κ. Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Δημητρακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Καφήρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-7-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην προκειμένη περίπτωση ,από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της κατωτέρω διαδικασίας : Η αναιρεσείουσα εξέθετε στην αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ότι είναι κυρία του επιδίκου αγροτικού ακινήτου με αγορά παρ` αληθούς κυρίου που έλαβε χώρα δυνάμει νομίμως μεταγραφέντος πωλητηρίου συμβολαίου το έτος 1990,καθώς και ότι το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στον δικαιοπάροχό της (πωλητή) το έτος 1926, από κληρονομιά του τότε αποβιώσαντος πατέρα αυτού και με άτυπη διανομή μεταξύ των λοιπών συγκληρονόμων που έλαβε χώρα το 1941, ο οποίος (πωλητής) έκτοτε και μέχρι την πώληση του ακινήτου το έτος 1990, νεμόταν και κατείχε αυτό συνεχώς με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητας της επ' αυτού και τη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού γραφείου Αταλάντης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 32/2012 απόφαση του άνω δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη γιατί αν και αμφισβητήθηκε η με παράγωγο τρόπο κυριότητά της επί του επιδίκου και δη η κυριότητα του δικαιοπαρόχου της δεν καθόρισε με την προσθήκη των προτάσεων της τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων της μέχρις εκείνου που απέκτησε κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο και επιπλέον στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρεται ότι ο δικαιοπάροχος της αποδέχθηκε και μετέγραψε την κληρονομιά του πατρός του ,ούτε αναφέρονται εμφανείς πράξεις νομής με διάνοια κυρίου του δικαιοπαρόχου της.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η αναιρεσείουσα με την από 29-1-2014 έφεσή της ενώπιον το Μονομελούς Εφετείου το οποίο με την προσβαλλόμενη 94/2017 απόφασή του απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή, δεν περιέχει όλα τα κατά νόμο στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του ασκούμενου δι' αυτής δικαιώματος και< τούτο διότι ενόψει της θεμελίωσης της αγωγής σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και της, δια του δικογράφου των νομότυπα κατατεθειμένων προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αμφισβήτησης εκ μέρους του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, της κυριότητας του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο, η τελευταία δεν καθόρισε ούτε καθ' υποφορά στην αγωγή ούτε με το δικόγραφο της προσθήκης της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τον τρόπο κτήσης κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου και των απώτερων δικαιοπαρόχων της, μέχρις εκείνου που απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.

Η δε διαλαμβανόμενη στο δικόγραφο της αγωγής αναφορά ότι το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στον δικαιοπάροχό της (πωλητή) εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1926 πατρός του και εξ ατύπου διανομής με τους λοιπούς συγκληρονόμους του, που έλαβε χώρα το έτος 1941 και ότι έκτοτε και μέχρι τη μεταβίβαση (πώληση) το έτος 1990 αυτός (δικαιοπάροχος - πωλητής) νεμόταν και κατείχε αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, αδιαλείπτως και αδιατάρακτα, δεν δύναται να θεραπεύσει την ως άνω αοριστία, καθώς δεν γίνεται με ορισμένο τρόπο επίκληση συγκεκριμένου νόμιμου τρόπου απόκτησης της κυριότητας εκ μέρους του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, αφού:

α) δεν γίνεται επίκληση του τρόπου με τον οποίο ο απώτερος δικαιοπάροχος του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας κατέστη κύριος του ακινήτου είτε με παράγωγο είτε με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι, στην τελευταία περίπτωση, με άσκηση επ' αυτού νομής με διάνοια κυρίου με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, συμπληρωμένη μέχρι και την 11.9.1915, β) δεν γίνεται επίκληση αποδοχής κληρονομιάς εκ μέρους του άμεσου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας με δημόσιο έγγραφο και μεταγραφής αυτού, γ) ενόψει του επισυμβάντος θανάτου του απώτερου δικαιοπαρόχου το έτος 1926, δεν γίνεται επίκληση του τρόπου επαγωγής της κληρονομιάς στον άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας, ήτοι αν αυτός ήταν κατά τον ως άνω χρόνο ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία αυτού, οπότε η επαγωγή της κληρονομιάς έγινε αυτοδίκαια σ' αυτόν, είτε ότι ότι ο ίδιος υπεισήλθε στην κληρονομιά με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του και αναμείχθηκε σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου με επίκληση συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε σ' αυτόν από κληρονομική διαδοχή και δ) δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων υλικών πράξεων νομής πάνω στο ακίνητο με τις οποίες να φανερώνεται η βούληση του άμεσου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας να το έχει σαν δικό του, χωρίς να αρκεί η αναφορά ότι από το έτος 1941 και μέχρι τον χρόνο μεταβίβασης στην ενάγουσα (1990) νέμεται και κατέχει αυτό συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιατάρακτα με καλή πίστη και διάνοια κυρίου>.

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Η διαπίστωση, εξ άλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους.

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των ανωτέρω διατάξεων συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 672/2014, ΑΠ 1098/2011).

Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται για την ερμηνεία δικαιοπραξιών και όχι για την ερμηνεία διατάξεων ουσιαστικού νόμου (AΠ 1330/2018) Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (αρθ 559αρ 1 ΚΠοΛΔ)ισχυριζόμενη αφενός μεν ότι δεν εφαρμόστηκε το άρθρο 173 ΑΚ και αφετέρου ότι εσφαλμένα προσδιορίστηκαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 200ΑΚ με αποτέλεσμα το δικαστήριο να αχθεί σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό με την προσβολή του τίτλου κτήσεως του ακινήτου της, όσον αφορά τις διατάξεις του βρ δικαίου και του άρθρου 92ΕισΝΑΚ ,κατά τις οποίες η κληρονομιά αποβιώσαντος διαθέτη ,πριν την εισαγωγή του ΑΚ επάγεται στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του χωρίς την υποχρέωση να προσχωρήσουν σε ρητή έγγραφη αποδοχή κληρονομιάς ,κατά τις ισχύουσες διατάξεις του ΑΚ σε κάθε περίπτωση δε δεν πρέπει να αμφισβητηθεί η ιδιοκτησία της αφού απέκτησε με συμβολαιογραφικό έγγραφο την κυριότητα του επίδικου ,είναι καλόπιστη νομέας και εκμεταλλεύεται τα ελαιόδενδρα που υπήρχαν σ'αυτό από το 1990 μέχρι σήμερα πέραν της δεκαετίας και της εικοσαετίας δηλαδή με τα προσόντα της χρησικτησίας τακτικής και έκτακτης .

Ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού ως προαναφέρθηκε οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200ΑΚ αφορούν την ερμηνεία δικαιοπραξίας και όχι νόμου, όπως αναφέρεται στην προκειμένη περίπτωση .

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του KΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ’ απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή και ως εκ τούτου ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ 11 ΚΠοΛΔ λόγος , της αναιρέσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη: α) τη μαρτυρική κατάθεση της Ε. Γ. ,δασολόγου του Δασαρχείου Φθιώτιδας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και β) το προσκομισθέν με αρ …/…/….-8-2012 επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' άριθ μερίδας του Μ. Γ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ,να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ,λόγω της ήττας της (αρθ 176,183 και 191παρ 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο22παρ 1,3ν3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-7-2018 αίτηση αναίρεσης της Β. Β. κατά της 94/2017 απόφασης του Εφετείου Λαμίας

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε τριακόσια (300)

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ