242/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκε η 31/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/2/2014 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated242/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 242 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 242/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. συζύγου Ε. Φ., το γένος Α. Σ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Φ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαλατσούκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η 31/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/2/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 4/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 26/2/2014 αιτήσεως της Γ. συζύγου Ε. Φ., το γένος Α. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 31/2011 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ` αριθμ. 9393Δ'/15-12-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας Ν. Χ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 26-02-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 31/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22-09-2014 και κλήση προς συζήτηση γι` αυτήν, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως κατά την τελευταία κατ' αρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε εκ του πινακίου αίτηση του παρισταμένου αναιρεσίβλητου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (16-02-2015), πλην όμως όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίσθηκε και πάλι η και κατά την αρχικώς δικάσιμο απολειπομένη αναιρεσείουσα, ούτε και κατάθεσε δήλωση μη παραστάσεως κατ' άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητος.
Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ,να συζητηθεί η αναίρεση παρά την απουσία της.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1 στοιχ. β`, 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (αρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (αρθρ. 577§1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του αρθρ. 513§1 εδ.β` περ.β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.
Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, 15/2001), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως (με την προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεώς της ή πιστοποιητικού του αρμοδίου γραμματέως κλπ) τότε η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 430/2009, ΑΠ 12/2011). Περαιτέρω, η προθεσμία της έφεσης σε περίπτωση μη επίδοσης της απόφασης είναι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ, τρία χρόνια, που αρχίζουν από την δημοσίευση της απόφασης, μετά την οποία δεν χωρεί έφεση, υπόκειται όμως σε ανακοπή ερημοδικίας εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην ενός από τους διαδίκους.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που δικασθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δέκα πέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Έτσι, αν η μη επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε ερήμην ενός από τους διαδίκους, για να καταστεί τελεσίδικη και να μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση, δεν αρκεί να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της έφεσης, αλλά πρέπει μετά την πάροδο της προθεσμίας για την έφεση εφόσον ακολούθησε επίδοση της απόφασης, να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, οπότε η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη πρωτόδικη υπ' αριθ. 31/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) και δημοσιεύθηκε, όπως προκύπτει απ` αυτήν την 18-01-2011, ενώ δεν προκύπτει, ούτε υπάρχει σχετικός ισχυρισμός, ότι αυτή επιδόθηκε έκτοτε και δη πριν από την παρέλευση τριών ετών από την δημοσίευσή της, αντίθετα μάλιστα συνομολογείται από την αναιρεσείουσα ότι δεν της επιδόθηκε, ούτε την επέδωσε στον αντίδικό της, εντός τριετίας από την δημοσίευσή της, η οποία συμπληρώθηκε (τριετία) στις 19-01-2014.
Η άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως συνομολογείται από την αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο, επιδόθηκε σ' αυτήν στις 31-01-2014, μετά την συμπλήρωση δηλαδή της τριετίας εντός της οποίας η εναγομένη ερημην δικασθείσα αναιρεσείουσα, δεν είχε πλέον δικαίωμα να ασκήσει έφεση, είχε όμως δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, τέτοια όμως ανακοπή, όπως εμμέσως συνομολογείται από την αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο δεν άσκησε, αλλά προέβη στις 27-02-2014 στην άσκηση την κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτήν πράξη του γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, δηλαδή μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η οποία συμπληρώθηκε στις 15-02-2014, οπότε κατά την κατάθεση της αίτησης αναιρέσεως (27-2-2014) η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε καταστεί τελεσίδικη και άρχισε να τρέχει η προθεσμία των τριάντα ημερών η οποία δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την άνω ημερομηνία.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, είναι παραδεκτή ως ασκηθείσα εμπρόθεσμα και κατά τελεσίδικης απόφασης, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 3719/2008, "Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς επί δύο τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.
Η συμπλήρωση του χρόνου της διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσων μεταξύ των συζύγων". Από τις διατάξεις αυτές, που καθιερώνουν ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως των συζύγων προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης, στο ακροατήριο συζητήσεως της αγωγής, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, μετά και τη διαπίστωση της προθέσεως για διάσταση, στη λύση του γάμου.
Ως διάσταση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται εκείνη, κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου. Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά.
Συνήθως η διάσταση συνοδεύεται και από την διακοπή του να κατοικούν ή διαμένουν οι σύζυγοι στην ίδια οικία, είναι ωστόσο νοητή αυτή (η διάσταση) έστω και αν συνεχίζουν εκείνοι να κατοικούν ή διαμένουν στην ίδια οικία, σε διαφορετικούς βέβαια χώρους της. Ουδόλως δε ελλείπει η διάσταση όταν παρεμβάλλονται μικρές διακοπές εξ` άλλων λόγων που δεν αναιρούν την σταθερή εξακολουθητικά υπάρχουσα πρόθεση διασπάσεως του συζυγικού δεσμού.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία ή δεν προκύπτουν σαφώς, από την απόφαση, τα περιστατικά, που απαιτούνται από το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή όταν οι αιτιολογίες αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο, εξάλλου, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών στοιχείων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Ούτε είναι αναγκαίο, καθόσον διάταξη δεν το επιβάλλει, να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου των αποδεικτικών στοιχείων. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης να επιδέχεται αυτή μομφή για την αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαρίσης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 31/2011 τελεσίδικη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 27-12-1987 στις Καρυές Λάρισας, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, από τον οποίο απέκτησαν τρία τέκνα.
Μετά από είκοσι έτη έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, η σχέση τους δεν ήταν πλέον αρμονική, με αποτέλεσμα στις 05 Φεβρουαρίου του 2007, ο ενάγων να αποχωρήσει από τη συζυγική οικία στη Λάρισα και εγκαταστάθηκε σε άλλη οικία, όπου διαμένει μέχρι σήμερα. Από τότε και μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής (14-12-2010), οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς, ήτοι περισσότερο από δύο χρόνια, και ως εκ τούτου τεκμαίρεται αμάχητα ότι ο γάμος τους έχει κλονιστεί σοβαρά.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να απαγγελθεί η λύση του γάμου των διαδίκων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαρίσης, με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, απήγγειλε την λύση του γάμου των διαδίκων που τελέσθηκε στις Καρυές Λάρισας, στις 27-12-1989.
Έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο διέλαβε στην υπ' αριθ. 31/2011 τελεσίδικη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοστέα διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1439 του Α.Κ.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της από 26-02-2014 αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 26-02-2014 αίτηση της Γ. συζ. Ε. Φ., το γένος Α. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 31/2011 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-02-2014 αίτηση της Γ. συζ. Ε. Φ., το γένος Α. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 31/2011 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ