242/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated242/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 3714/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά την 9284/9-10-2008 έφεση της ενάγουσας, η 4504/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 242 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 242/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. (πρώην Κ.) του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Σαλώμη Δερμάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιανουαρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3714/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4504/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 19 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 103/15.10.2010 αιτήσεως για αναίρεση της 4504/31.10.2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 103/15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4504/31-8-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 17102/854/30-1-2006 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβίβλητου, θεμελιούμενες κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θετική νομική αξιολόγησή της, στις διατάξεις περί συμβάσεως εντολής και δανείου και παράλληλα εκείνες περί αδικοπραξίας, με την μορφή της απάτης και υπεξαιρέσεως.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 3714/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά την 9284/9-10-2008 έφεση της ενάγουσας, η 4504/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους, "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά αυτού, καθώς και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι, ανεξαρτήτως εάν μνημονεύονται ό όχι ρητά στην παρούσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η ενάγουσα διέμενε στις Βρυξέλλες και από το έτος 1985 μέχρι και την 31-12-2002 ήταν διαχειρίστρια της γνωστής Βελγικής εταιρείας σοκολατοποιΐας "LEONIDAS S.A.". Το έτος 1992 γνώρισε τον εναγόμενο που ήταν φωτοτεχνικός, όταν και του ανέθεσε τη μελέτη και εγκατάσταση φωτισμού στην οικία της στην .... Μεταξύ τους αναπτύχθηκε ερωτική σχέση με απώτερο σκοπό το γάμο, τον οποίο δεν μπορούσε άμεσα να τελέσει η ενάγουσα, λόγω των επαγγελματικών της υποχρεώσεων και της διαμονής της στο εξωτερικό.
Η διαφορά ηλικίας των διαδίκων ήταν δεκατρία έτη, καθόσον η ενάγουσα γεννήθηκε το έτος 1947 και ο εναγόμενος το έτος 1960, ενώ όταν γνωρίστηκαν η πρώτη ήταν ήδη δύο φορές διαζευγμένη και είχε τρία παιδιά και ο δεύτερος μια φορά διαζευγμένος χωρίς παιδιά. Αυτός τότε διατηρούσε ατομική επιχείρηση και πριν απ' αυτήν μια μικρή εταιρεία με την επωνυμία "Ζακελίν Μίλλερ και Σια ΟΕ" με έδρα επί της οδού ...
στο Ν. Κόσμο, με αντικείμενο μελέτες και εμπορία ειδών φωτισμού, ενώ είχε κατοχυρώσει ως σήμα της επιχείρησης του τη λέξη "FOSS". Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, η ενάγουσα διέμενε ανά μία εβδομάδα στην Αθήνα και στις Βρυξέλες, ενώ από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2002, που παραιτήθηκε από τη διαχείριση της ως άνω Βελγικής εταιρείας, ερχόταν στην Ελλάδα μόνο τα Σαββατοκύριακα και κάποιες φορές και τις Παρασκευές.
Το έτος 1993 η ενάγουσα άφησε το εμβαδού 285 τ.μ. διαμέρισμα της στη Ν. Σμύρνη για να διαμείνουν με τον εναγόμενο στην εμβαδού 350 τ.μ. πολυτελή κατοικία της στην ... που διέθετε κήπους και πισίνα. Λόγω της εξέχουσας κοινωνικής και οικονομικής θέσης της ενάγουσας, επιθυμούσε να αναβιβάσει τον εναγόμενο κοντά στο δικό της κοινωνικό επίπεδο και για το λόγο αυτό, προς αναβάθμιση της κοινωνικής του θέσης, αποφάσισαν το έτος 1992 να ιδρύσουν μαζί την εταιρεία με την επωνυμία "FOSS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "FOSS ΑΕ" με έδρα την Αθήνα επί της οδού ...
και με αρχικό μετοχικό κεφάλαιο ύψους 10.000.000 δρχ ή 29.347,028 Ευρώ. Το ποσό αυτό κατέβαλε εξ ολοκλήρου η ενάγουσα, αν και στο καταστατικό της εταιρείας (με αρ. .../23-3-1993 πράξη σύστασης της συμ/φου Ν. Ερυθραίας Αικατ. Ζαχαριά - Μπασούκου, όπως διορθώθηκε με τη με αρ. 11575/11~5~1993 πράξη της ίδιας συμ/φου) εμφανιζόταν ο εναγόμενος να κατέχει το 51% των μετοχών και η ενάγουσα το 49%.
Τα επί της οδού ... γραφεία και αποθήκες ήταν ιδιοκτησίας της ενάγουσας, η οποία τα μίσθωσε στην εν λόγω εταιρεία, της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ορίστηκε ο εναγόμενος, αντιπρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος η ενάγουσα, ενώ μέλη του Δ.Σ ήταν η αδελφή του εναγομένου Γ. Μ. και η μητέρα τους Α. Μ..
Καθ' όλη τη διάρκεια της σχέσης των διαδίκων, η ενάγουσα συνέχισε να χρηματοδοτεί την εταιρεία είτε για αυξήσεις του μετοχικού της κεφαλαίου, που ανερχόταν έως την 17-6-1998 στο συνολικό ποσό των 130.000.000 δρχ. και αυξήθηκε κατά 50.000.000 δρχ., φθάνοντας το ποσό των 180.000.000 δρχ., είτε για την κάλυψη των κάθε μορφή εξόδων της.
Στις αρχές του έτους 1994 o εναγόμενος της επεσήμανε την ανάγκη αγοράς υπογείου χώρου στην Κηφισιά επί των οδών ..., ... και ..., για τις ανάγκες της εταιρείας "FOSS ΑΕ" και για το σκοπό αυτό η ενάγουσα του κατέβαλε το ποσό των 32.000.000 δρχ. ή 93.910,50 Ευρώ. Έτσι ο εναγόμενος, δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος .../11-4-1994 συμβολαίου της συμ/φου Αθηνών Βασιλικής Παπαϊωάννου - Πουλιέζου, αγόρασε στο όνομά του το ως άνω ακίνητο, με αναγραφόμενη στο συμβόλαιο την αντικειμενική αξία (4.636.800 δρχ).
Επίσης, στα τέλη του 1995 της ζήτησε να καταβάλει χρήματα για την αγορά καταστημάτων στη Θεσσαλονίκη, προς επέκταση των δραστηριοτήτων της εταιρείας. Όντως, στις αρχές του 1996 η ενάγουσα του κατέβαλε ποσό 85.000.000 δρχ. ή 249-449,74 ευρώ για την αγορά οκτώ καταστημάτων στο εμπορικό κέντρο "EUROTECH" στην περιοχή της Θέρμης.
Ο εναγόμενος εκεί αγόρασε στο όνομα του πέντε ισόγεια καταστήματα και τρεις υπόγειους χώρους, δυνάμει των νόμιμα μεταγραφέντων ... και .../11-1-1996 σχετικών συμβολαίων της συμ/φου Θεσ/νίκης Ειρήνης Μεσσαριτάκη- Καντάρα, με αναγραφόμενο στα συμβόλαια τίμημα 60.093.960 και 6.000.000 δρχ. αντίστοιχα. Αποδείχθηκε όμως περαιτέρω ότι η ενάγουσα υπέγραψε την από 9-12-1996 προσκομιζόμενη χειρόγραφη δήλωση- βεβαίωση, το γνήσιο της υπογραφής της οποίας βεβαιώθηκε από το συμ/φο Ν.
Ερυθραίας Αικατερίνη Μπασούκου, στην οποία αναγράφει τα εξής:
"Η κάτωθι υπογεγραμμένη Μ. Κ. του Ι. και Γ. το γένος Χ. συντάσσω την παρούσα δήλωση-βεβαίωση για να την δώσω στον κύριο Α. Μ. του Ι. και της Α. για να την χρησιμοποιήσει στην περίπτωση που αμφισβητηθεί από τους κληρονόμους μου (τα παιδιά μου) το γεγονός ότι έχω πουλήσει στον ανωτέρω αναφερόμενο κύριο Α. Μ. όλες τις μετοχές της εταιρείας "FOSS ΑΕ" με έδρα ..., 10675 Αθήνα και ΑΦΜ ... των οποίων ήμουν ιδιοκτήτρια ήτοι τόσο τις μετοχές για τις οποίες έχουν εκδοθεί τίτλοι όσον και αυτές για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τίτλοι και έχω εισπράξει όλο το αντίτιμο και ουδεμίαν άλλη απαίτηση έχω από τον κύριο Α. Μ. που είναι πλέον ο ιδιοκτήτης όλων των μετοχών που είχα στην εταιρεία FOSS ΑΕ. Την παρούσα, μπορεί να την χρησιμοποιήσει ο κύριος Α. Μ. και για οποιοδήποτε άλλο λόγο την χρειασθεί".
Η ενάγουσα μέχρι το 1998 παρέμεινε ως αντιπρόεδρος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και ασχολήθηκε ενεργά με την επαγγελματική αποκατάσταση και κοινωνική ανέλιξη του εναγόμενου, με αποκορύφωμα τη μεταβίβαση των μετοχών της με τον ως άνω τρόπο. Η ενάγουσα χρηματοδότησε την ίδρυση και την όλη λειτουργία της εταιρείας ενσυνείδητα, όχι με σκοπό να δραστηριοποιηθεί και η ίδια σ' αυτή, όπως εκ των υστέρων ισχυρίζεται αβάσιμα, αλλά γιατί την προόριζε για την επαγγελματική και κοινωνική άνοδο του εναγόμενου όπως η ίδια παραδέχεται στην προσκομιζόμενη από 5-11-2002 χειρόγραφη επιστολή της προς αυτόν.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι εκτός από την ίδια, που ορίστηκε αντιπρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας, τα λοιπά μέλη του Δ.Σ αυτής ήταν από το συγγενικό περιβάλλον του εναγομένου και ουδείς από το περιβάλλον αυτής, ενώ την παραπάνω από 9-12-1996 χειρόγραφη δήλωση - βεβαίωση της, με την οποία μεταβίβασε τις μετοχές της στον εναγόμενο, δεν την έθεσε καν υπόψη του τότε νομικού της παραστάτη, φοβούμενη μήπως προσπαθήσει να την αποτρέψει.
Η δήλωση αυτή, καθώς και η από 5-11-2002 χειρόγραφη επιστολή της, τη γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητεί, εκφράζουν σαφώς την ως άνω βούληση της, καθώς και την προσπάθεια της να διασφαλίσει τον εναγόμενο από τυχόν μελλοντικές διεκδικήσεις των συγγενών της και δεικνύουν άτομο που γνώριζε πολύ καλά τι έκανε.
Άλλωστε σ' αυτό συνηγορούν η ώριμη ηλικία της και η επαγγελματική της εμπειρία. Την εποχή εκείνη ουδόλως ενδιέφερε την ενάγουσα στο όνομα τίνος (της εταιρείας ή του εναγομένου) θα αγοράζονταν τα ως άνω ακίνητα, αφού ο σκοπός της ήταν η επαγγελματική άνοδος του εναγομένου, ενώ επιπλέον τα αποτελέσματα της νεοϊδρυθείσας εταιρείας δεν θα έπρεπε να επιβαρυνθούν με πολυετείς αποσβέσεις από κεφάλαιο δεσμευόμενο σε ακίνητα.
Έτσι τα ακίνητα αυτά αγοράστηκαν στο όνομα του εναγομένου εν γνώσει της ενάγουσας, με σκοπό να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες της εταιρείας. Άλλωστε το τίμημα για την αγορά των καταστημάτων στη Θέρμη Θεσ/νίκης πιστώθηκε, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα ... και .../11-1-1996 συμβόλαια, παρά την ρευστότητα που διέθετε η ενάγουσα, προκειμένου οι δόσεις να ανταποκρίνονται στα εισοδήματα του εναγομένου.
Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ενάγουσα υπέγραψε όλα τα πρακτικά του ΔΣ από της ιδρύσεως της εταιρείας και μέχρι την 12-10-1996 και όλα τα πρακτικά των γενικών συνελεύσεων αυτών μέχρι την 22-10-1996, γεγονός από το οποίο προκύπτει η γνώση της ότι τα εν λόγω ακίνητα ουδέποτε αγοράστηκαν στο όνομα της εταιρείας, ούτε παρεσχέθη ποτέ εξουσιοδότηση σε οποιονδήποτε για να την εκπροσωπήσει σε συμβόλαιο αγοράς, αλλά ούτε και υπήρχαν τα διαθέσιμα κεφάλαια από τη νέα εταιρεία.
για την αγορά τους. Εκτός αυτών η ενάγουσα υπέγραψε και τους δημοσιευμένους ισολογισμούς της εταιρείας για τις χρήσεις από το 1993 έως 31-12-1997 και έτσι είχε γνώση όλων των οικονομικών και περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Η ενάγουσα παρά ταύτα εν γνώσει της χρηματοδοτούσε τον εναγόμενο και μέσω αυτού την εταιρεία, καλύπτοντας όλα τα έξοδα και τις εν γένει ανάγκες λειτουργίας της, αλλά και τις προσωπικές ανάγκες του εναγομένου.
Οι χρηματικές αυτές παροχές, που χορηγούσε με την ελεύθερη βούληση της η ενάγουσα, άλλαξαν εντελώς τον τρόπο ζωής του εναγομένου, ο οποίος λόγω της σχέσης του με αυτήν διαβιούσε πολυτελώς. Η ενάγουσα δεν προέβαινε σε υπολογισμό των χρημάτων που του έδινε, ούτε απαιτούσε την επιστροφή τους, όπως θα συνέβαινε αν μεταξύ τους είχε καταρτιστεί σύμβαση δανείου.
Άλλωστε ούτε ο εξετασθείς ως μάρτυρας υιός της καταθέτει με σαφήνεια περί δανείου, ούτε ήταν παρών σε οποιαδήποτε κατάρτιση τέτοιας σύμβασης. Επίσης η ενάγουσα δεν ασχολήθηκε ούτε τυπικά με τη διοίκηση της εταιρείας και μετά την 12-10-1996 και έως την 23-9-1998, που παραιτήθηκε, δεν ζητούσε από τον εναγόμενο ούτε να υπογράψει τα πρακτικά του ΔΣ αυτής.
Αντίθετα εμφάνιζε τον εναγόμενο ως σύντροφο της και εκπρόσωπο των υποθέσεων της στην Ελλάδα και χρηματοδοτούσε τη λειτουργία της επιχείρησης δίδοντας στον εναγόμενο την εντύπωση ότι μπορούσε να διαχειριστεί τα χρήματα που του παρείχε με όποιο τρόπο έκρινε αυτός κατάλληλο. Ενόψει όλων αυτών ουδεμία αντισυμβατική αλλ' ούτε και αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου απέναντι στην ενάγουσα υφίσταται και η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη" Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα: I. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' ΟλΑΠ 2/2008).
Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος για τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά, δεν έλαβε υπόψη (α) αντίγραφο της από 11-4-1997 δηλώσεως του αναιρεσίβλητου, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας FOSS A.E. , προς την ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, με την οποία είχε καταβάλει, ως μέτοχος της εταιρείας αυτής, προς ταμιακή της διευκόλυνση, το ποσό των 5.000.000 δρχ. , στις 26-2-1997, δύο μήνες μετά την από 9-12-1996 "δήλωση-βεβαίωση" της αναιρεσείουσας, έγγραφο το οποίο επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί εικονικότητας της εν λόγω δηλώσεως-βεβαιώσεώς της.
Τον εν λόγω όμως περί εικονικότητας ισχυρισμό δεν προέβαλε με το δικόγραφο της εφέσεως, όπως τούτο προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπησή του, χωρίς παράλληλα το εντεύθεν απαράδεκτο αυτού να θεραπεύεται με την επικαλούμενη με το αναιρετήριο διατύπωση του ισχυρισμού αυτού με τις προτάσεις που υπέβαλε η αναιρεσείουσα, με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της (β) το 2071/2009 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται ο αναιρεσίβλητος στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για τις αποδιδόμενες δι' αυτού αξιόποινες πράξεις (i) της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας υπερβαίνουσας το ποσό των 73.000.00 ευρώ, το οποίο είχε εμπιστευθεί σε αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, (ii) της απάτης από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος που υπερβαίνει εκείνο των 15.000,00 ευρώ και (iii) της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, και (γ) αντίγραφο της από 5-9-2003 εκθέσεως επιδόσεως, από την οποία προκύπτει ότι στις 5-9-2003, ημέρα Παρασκευή, η αναιρεσείουσα επέδωσε στον αναιρεσίβλητο αίτησή της συντηρητικής κατασχέσεως, της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, μετά προσωρινής διαταγής με περιεχόμενο την απαγόρευση της μεταβολής της περιουσιακής του καταστάσεως, και ότι ο αναιρεσίβλητος την επομένη εργάσιμη ημέρα Δευτέρα, στις 8-9-2003, προέβη στην ανάληψη του υπολοίπου ποσού του ...
κοινού λογαριασμού αυτού και της αδελφής του, το οποίο κατ' εκείνο τον χρόνο ανερχόταν στο ποσό των 992.000,00 ευρώ, και την κατάθεσή του στον ... τραπεζικό λογαριασμό της αδελφής του Γ. Μ., ο οποίος ανοίχθηκε την ίδια ημέρα, και τούτο προς το σκοπό ματαιώσεως της ικανοποιήσεως των κατ' αυτού αξιώσεων της αναιρεσείουσας, γεγονός που αποτελεί τεκμήριο για τη βασιμότητά τους, λόγο για τον οποίο και προσκόμισε με επίκληση τα εν λόγω με στοιχ (γ) έγγραφα.
Από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι την περί πραγμάτων κρίση της στήριξε, πλην άλλων, και στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αξιολογούμενη σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαια ότι τα εν λόγω και με στοιχ. (α)-(γ) έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά, με άμεση δικονομική συνέπεια η εν λόγω αναιρετική αιτίαση να ελέγχεται ως αβάσιμη.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας , με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή) δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά τις αναφερόμενες στη συνέχεια διατάξεις του Αστικού Κώδικα (α) με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας (713) (β) με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον χρήματα ή άλλα αντικαθιστά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας (806) (γ) όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει (914).
Στο πραγματικό του τελευταίου κανόνα δικαίου εμπίπτουν και αποτελούν μορφή αδικοπραξίας η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος, που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη (ΠΚ 375) και η με σκοπό αποκομίσεως παράνομου περιουσιακού οφέλους βλάβη ξένης περιουσίας, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων (ΠΚ 386).
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που δικαιολογούν το καταληκτικό αυτής αποδεικτικό συμπέρασμα ότι οι κατά την διάρκεια της ερωτικής τους σχέσεως χρηματικές παροχές της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο εγένοντο με την ελεύθερη βούλησή της με μοναδικό σκοπό την επαγγελματική άνοδο του αναιρεσίβλητου και με την έννοια αυτή δεν πραγματοποιούντο σε εκτέλεση συμβάσεων εντολής ή δανείου, χωρίς παράλληλα να αποτελούν προϊόν αδικοπραξίας του αναιρεσίβλητου σε βάρος της αναιρεσείουσας, με τη μορφή της απάτης και υπεξαιρέσεως, αγωγικές βάσεις στις οποίες αξιολογήθηκε ότι θεμελιώνονται οι φερόμενες προς διάγνωση αξιώσεις της.
Η κρίση περί επάρκειας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αναιρείται από την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αξιολογήσει από νομική άποψη την αιτία των χρηματικών παροχών της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο και ειδικότερα ως σύμβαση δωρεάς, η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ανοιγείσης με την αγωγή της αναιρεσείουσας δίκης.
Τα διαλαμβανόμενα στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 713, 806, 914 ΑΚ απόρριψη κατ' ουσίαν της κατά του αναιρεσίβλητου απευθυνομένης αγωγής της αναιρεσείουσας, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τους απομένοντες προς έρευνα λοιπούς λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, με παράλληλη ανεπίτρεπτη εναντίωση στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ. (ΚΠολΔ 180).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 103/15-10-2010 αίτηση για αναίρεση της 4504/31-8-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ