242/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 625/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5083/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/7/2006 αίτησή της και τους από 7/3/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου αναιρετηρίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated242/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αβάσιμος είναι επίσης και ο τρίτος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι σχετικώς με την υπαιτιότητα των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης δέχθηκε ότι ο αποβιώσας κατέπεσε εντός του φρεατίου, ενώ με την αγωγή οι αναιρεσίβλητοι επικαλούντο κάθοδο μόνον αυτού εντός του φρεατίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 242 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 242/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΥΣΟΣ ΑΤΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στα Βριλήσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο. Των αναιρεσίβλητων: 1....., 2......., 3......., 4........, 5........, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θεοδοσίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 625/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5083/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/7/2006 αίτησή της και τους από 7/3/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου αναιρετηρίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση των αριθμών 1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις: α) ότι παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτους τους περί υπαιτιότητας ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι (ισχυρισμοί) δεν είχαν επαναφερθεί στην έκκλητη δίκη σύμφωνα με τον προβλεπόμενο στο άρθρο 240 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπο και β) ότι παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932 ΑΚ και 16 παρ. 1 του ν. 551/1915. Ως προς την πρώτη αιτίαση ο λόγος αυτός, με την εκδοχή μεν ότι αναφέρεται σε αγωγικούς ισχυρισμούς, είναι αβάσιμος, διότι η διάταξη του άρθρου 240 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως από αυτή προκύπτει, εφαρμόζεται σε ισχυρισμούς προβαλλόμενους με τις προτάσεις και όχι με την αγωγή, με την εκδοχή δε ότι αναφέρεται σε περιεχόμενους στις προτάσεις ισχυρισμούς, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος διότι δεν προσδιορίζονται αυτοί. Ως προς τη δεύτερη αιτίαση ο ίδιος λόγος ενέχει αοριστία και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται καθόλου σε τι συνίσταται η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24ης Ιουλίου/25ης Αυγούστου 1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 38 εδαφ. α' του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι όταν η ψυχική οδύνη του δικαιούχου προήλθε από θανάτωση συγγενούς του σε εργατικό ατύχημα, οφειλόμενο σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή σε μη τήρηση των προβλεπομένων όρων ασφαλείας, η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ.
Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, καθώς και εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από θανάτωση προσώπου σε εργατικό ατύχημα, εξαιτίας του οποίου οι ενάγοντες, μέλη της οικογενείας του, υπέστησαν ψυχικό πόνο και στενοχώρια, πρέπει να εκτίθεται σ' αυτή (αγωγή) ο βαθμός συγγένειας των εναγόντων με τον θανατωθέντα εργαζόμενο, η ύπαρξη εργασιακής σχέσεως μεταξύ αυτού και του υποχρέου, η βλάβη του σώματος ή της υγείας και ο απ' αυτές θάνατος του εργαζομένου, η επέλευση του ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, η απόδοση του ατυχήματος σε πταίσμα, ήτοι οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του, και στην περίπτωση της ειδικής αμέλειας η μη τήρηση των ειδικών διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων και ότι το ατύχημα δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της.
Η παράλειψη όμως αναφοράς στην αγωγή: α) του ονόματος του προστηθέντος από πταίσμα του οποίου επήλθε το ατύχημα, β) των συγκεκριμένων μέτρων και μέσων που έπρεπε να ληφθούν για την εξασφάλιση της ασφάλειας των εργαζομένων, γ) της ειδικότερης εργασίας την οποία εκτελούσε ο εργαζόμενος κατά τη στιγμή του ατυχήματος, του τρόπου με τον οποίο ο θανών βρέθηκε στο ακριβές σημείο του συμβάντος και των συγκεκριμένων συνθηκών της επελεύσεως του θανάτου του, δεν καθιστά αυτή (αγωγή) αόριστη, διότι πρόκειται περί διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών, τα οποία μπορεί να προκύψουν από τις αποδείξεις.
Επίσης, ειδικότεροι προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως του υπαιτίου κλπ, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες).
Δηλαδή δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) με την ένδικη αγωγή, ζήτησαν να τους επιδικασθούν τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επικαλούμενοι ότι ο θάνατος του γιου των δύο πρώτων και αδελφού των λοιπών απ' αυτούς Ψ συνιστά εργατικό ατύχημα, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των εναγομένων και συγκεκριμένα ισχυρίσθηκαν ότι ο θανών συγγενής τους είχε προσληφθεί και εργαζόταν ως εργάτης στη δεύτερη εναγόμενη (αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος εναγόμενος.
Ότι η εταιρία αυτή, που είχε αναλάβει το έργο κατασκευής αποχετευτικού αγωγού στο Δήμο Αχαρνών Αττικής, δια του ανωτέρω εκπροσώπου της και των επιβλεπόντων το έργο αυτό, την 30-7-2003 έδωσε εντολή στο θανόντα εργαζόμενό της να εισέλθει σε αποχετευτικό φρεάτιο χωρίς να έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας και συγκεκριμένα να τον έχουν εφοδιάσει με αντιασφυξιογόνα μάσκα, ολόσωμη στολή, οξυγόνο και γάντια, με αποτέλεσμα να εισπνεύσει τοξικά αέρια και να αποβιώσει, και ότι ο θάνατός του οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων, διότι αν και γνώριζαν ότι μπορούσαν να εκλυθούν αέρια, από βαριά αμέλειά τους, δεν τον προστάτευσαν παρέχοντάς του τον άνω κατάλληλο εξοπλισμό.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχονται σ' αυτή τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία, τόσο ως προς την σχέση προστήσεως, όσο και ως προς την υπαιτιότητα (αμέλεια) των προστηθέντων της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και ο δεύτερος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου με τους οποίους, υπό την επίκληση των αριθμών 1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Αβάσιμος είναι επίσης και ο τρίτος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι σχετικώς με την υπαιτιότητα των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης δέχθηκε ότι ο αποβιώσας κατέπεσε εντός του φρεατίου, ενώ με την αγωγή οι αναιρεσίβλητοι επικαλούντο κάθοδο μόνον αυτού εντός του φρεατίου.
Και τούτο διότι το ανωτέρω πραγματικό γεγονός παραδεκτώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο. Με το τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί του ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 94 του ΠΔ 1073/1981 και 6 του παραρτήματος IV του ΠΔ 305/1996, τα αναφερόμενα σ' αυτές μέτρα ασφαλείας προβλέπονται μόνον για τους εργαζόμενους σε κλειστούς χώρους και όχι για τους εργαζόμενους σε ανοικτούς χώρους, όπως συνέβη στην προκειμένη υπόθεση.
Ο λόγος αυτός, υπαγόμενος κατ' εκτίμηση στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προαναφέρθηκε η υπό δίκη για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης αξίωση των αναιρεσιβλήτων, εξαιτίας του επίμαχου εργατικού ατυχήματος, βασίζεται στις κοινές περί αδικοπραξιών διατάξεις και όχι στις διατάξεις νόμων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδαφ. γ' ΑΚ, που ορίζει ότι σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης, προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, της ηλικίας του θανόντος και των δικαιούχων, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών κλπ και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως κα το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του.
Οι ως άνω συμπαρομαρτούσε συνθήκες και ειδικότερα η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, όταν μάλιστα δεν είχε προταθεί από τους διαδίκους, να είναι αναγκαία για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος , αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικώς με την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο θανών Ψ, ηλικίας 41 ετών, έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα, ήταν αλβανικής υπηκοότητας, εργαζόταν νόμιμα στην Ελλάδα και ήταν γιος των δύο πρώτων και αδελφός των λοιπών αναιρεσιβλήτων, που κατοικούσαν χωριστά οι γονείς στην Αλβανία και τα αδέλφια στην Ελλάδα και Ιταλία.
Λόγω του θανάτου του οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν ψυχική οδύνη, αφού δοκίμασαν θλίψη και πόνο από το γεγονός αυτό, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί στον καθένα από τους δύο πρώτους ποσό 50.000 ευρώ και στον καθένα από τους λοιπούς ποσό 30.000 ευρώ, ποσό που κρίνεται εύλογο και δίκαιο, σύμφωνα με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, την ένταση του ψυχικού άλγους των αναιρεσιβλήτων, τις συνθήκες του θανάτου του γιου και αδελφού τους (εισπνοή ασφυκτικών αερίων σε φρεάτιο δικτύου αποχετευτικών αγωγών λυμάτων που κατασκεύαζε η αναιρεσείουσα) και του βαθμού του αποκλειστικού πταίσματος της τελευταίας αυτής, που δεν είχε λάβει κανένα μέτρο ασφαλείας, ούτε είχε εφοδιάσει τον θανόντα με αντιασφυξιογόνα μάσκα, κατά την εκτέλεση της εργασίας του της εναγομένης.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932 ΑΚ και 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρης, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των άνω διατάξεων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 απορρέων, πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα και ειδικότερα: 1) τη σύμβαση της αναιρεσείουσας με το μηχανικό ....., 2) τη διακήρυξη δημοπρατήσεως του συγκεκριμένου έργου, 3) την ........
βεβαίωση του Δήμου Αχαρνών, 4) ιατρικό πιστοποιητικό του θανόντος Ψ, 5) τη φωτογραφία του μηχανήματος αποφράξεως, 6) σχετικές με το έργο φωτογραφίες και σλάϊτς, 7) την έκθεση του καθηγητή ...... και 8) αντίγραφο της προανακριτικής καταθέσεως του ...... και κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ περί του αντιθέτου έκτος λόγος της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Με τον πρώτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα από τους αναιρεσίβλητους και ειδικότερα ότι το ατύχημα συνέβη λόγω πτώσεως του θανόντος στο φρεάτιο, ενώ στην αγωγή αναφέρεται ότι αυτό συνέβη λόγω καθόδου αυτού στο φρεάτιο. Ο λόγος ταυτίζεται με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και ως εκ τούτου παρέλκει η εκ νέου εξέτασή του. Με τον τρίτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί εφαρμογής των ρυθμίσεων των άρθρων 94 του ΠΔ 1073/1981 και 6 του παραρτήματος IV του ΠΔ 305/1996 μόνον για εργασίες σε κλειστούς χώρους καθώς και ότι παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τις ανωτέρω διατάξεις. Ως προς την πρώτη αιτίαση ο λόγος αυτός ταυτίζεται με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και ως εκ τούτου παρέλκει η εκ νέου εξέτασή του. Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις ο ίδιος λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο αφενός μεν οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και αφετέρου σε τι συνίσταται η εκ πλαγίου παράβαση των άνω διατάξεων, δηλαδή η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2006 αίτηση και το από 7-3-2007 πρόσθετο αναιρετήριο περί αναιρέσεως της 5083/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ