242/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 417/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5371/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/11/2005 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated242/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν υπάρχει μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος, όπως συμβαίνει τούτο με την έκδοση νέας ΣΣΕ ή ΔΑ (που προσδιορίζουν εκ νέου - αυξάνουν το ύψος, την έκταση και τη φύση των βασικών αποδοχών και επιδομάτων, έστω και αν αυτές έχουν το ίδιο βασικό περιεχόμενο με τις προηγούμενες), το προϊσχύο νομικό καθεστώς δεν καλύπτεται μάλιστα ούτε από το δεδικασμένο (Ολ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 242 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 242/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: αναφέρονται 15 αναιρεσείες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Τσάντη.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπιο Τάραντο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 417/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5371/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/11/2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 28/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη του τετάρτου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την αρχή της τάξεως, που συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 1876/1990 και διέπει την ισχύ διαδοχικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, οι όροι εργασίας, τους οποίους ρυθμίζει μία ΣΣΕ, μπορούν να τροποποιούνται με νεότερη ΣΣΕ του αυτού επιπέδου (διαδοχή ΣΣΕ). Η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της προγενέστερης τόσο υπέρ, όσο και σε βάρος των μισθωτών, διότι στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, αλλ΄ η αρχή της τάξεως, κατά την οποία η νεότερη ΣΣΕ καταργεί την προηγούμενη, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις.
Εάν υπάρχει μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος, όπως συμβαίνει τούτο με την έκδοση νέας ΣΣΕ ή ΔΑ (που προσδιορίζουν εκ νέου - αυξάνουν το ύψος, την έκταση και τη φύση των βασικών αποδοχών και επιδομάτων, έστω και αν αυτές έχουν το ίδιο βασικό περιεχόμενο με τις προηγούμενες), το προϊσχύο νομικό καθεστώς δεν καλύπτεται μάλιστα ούτε από το δεδικασμένο (Ολ.
Α.Π. 10/2002). Περαιτέρω, με τον όρο 3 του κεφαλαίου Α΄ της από 4-6-1997 ΕΣΣΕ, που υπογράφηκε μεταξύ της Διοικήσεως της αναιρεσίβλητης και της Ομοσπονδίας Προσωπικού Υπαλλήλων Ανωνύμων Εταιριών (ΟΠΥΑΕ), ορίσθηκε ότι από 1-4-1997 χορηγείται στις κατηγορίες ΑΤ, ΑΡ, ΜΕ, ΣΕΤ5, ΕΤ1 ένα επιπλέον καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο εκ ποσοστού 10% και στις κατηγορίες ΣΕΔΟ6, ΕΚ1, ΕΚ2 μία επιπλέον μισθολογική προαγωγή πέραν του καταληκτικού μισθολογικού βαθμού.
΄Ετσι για την ΜΕ κατηγορία το καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο είναι το τρίτο πέραν του πρώτου βαθμού. Η εφαρμογή της παρούσας διατάξεως για όλες τις κατηγορίες του προσωπικού έχει ως προϋπόθεση τη συμπλήρωση τη 1-4-1997 και στο εξής στον καταληκτικό μισθολογικό βαθμό τριετούς πραγματικής και ευδόκιμης υπηρεσίας.
Για τον προσδιορισμό της διάρκειας του χρόνου, που ο καθένας βρισκόταν στον καταληκτικό μισθολογικό βαθμό, δεν λαμβάνεται υπόψη η αναδρομική μισθολογική προαγωγή, που επήλθε μετά την υπ΄ αριθ. 18.802/3-6-1997 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας, αλλ΄ απαιτείται πραγματική και ευδόκιμη τριετής προϋπηρεσία στο καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο, που ίσχυε πριν την εφαρμογή της ως άνω αποφάσεως.
Τυχόν πλεονάζων χρόνος σε προηγούμενα μισθολογικά κλιμάκια δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της τριετίας που απαιτείται για τη χορήγηση του χορηγούμενου με την παρούσα καταληκτικού κλιμακίου. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι βασική προϋπόθεση για τη χορήγηση του εν λόγω καταληκτικού μισθολογικού κλιμακίου είναι να έχει συμπληρώσει ο εργαζόμενος στην αναιρεσίβλητη τη 1-4-1997 τριετή πραγματική ευδόκιμη υπηρεσία στον καταληκτικό μισθολογικό βαθμό, οπότε στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος, εφόσον έχει συμπληρώσει την ως άνω υπηρεσία πριν από τη 1-4-1997 ή τη 1-4-1997, δικαιούται την προαναφερόμενη παροχή από 1-4-1997.
Τούτο συνάγεται και από το γεγονός ότι, κατά τον ανωτέρω όρο, για τον προσδιορισμό της διάρκειας του χρόνου, που ο καθένας βρισκόταν στον καταληκτικό μισθολογικό βαθμό, λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του εργαζόμενου, που είχε διανυθεί πριν από την εφαρμογή της ως άνω αποφάσεως του ΔΣ της αναιρεσίβλητης Εταιρίας, ήτοι πριν από την 3η Ιουνίου 1997, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη ο πλεονάζων χρόνος σε προηγούμενα πλην του καταληκτικού μισθολογικά κλιμάκια, αλλ΄ αντίθετα λαμβάνεται υπόψη η συμπλήρωση της τριετίας στον καταληκτικό μισθολογικό βαθμό πριν από τη 1-4-1997.
Η παρασχεθείσα με την ως άνω ΕΣΣΕ μισθολογική παροχή είναι νέα, διάφορη και ανεξάρτητη από εκείνη που είχε παρασχεθεί προηγουμένως με την από 2-4-1990 ΕΣΣΕ και τις υπ΄ αριθ. 8314/1993 και 10.802/1997 αποφάσεις του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης Εταιρίας. Επιπλέον, με τη χορήγηση της αυτής μισθολογικής παροχής δεν παραβιάσθηκαν οι αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης (άρθρ. 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος), αφού με την εν λόγω ρύθμιση δεν εισήχθησαν αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, αλλ΄ αντίθετα ορίσθηκε ότι την εν λόγω παροχή δικαιούνται όλοι οι εργαζόμενοι υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι έχουν τριετή πραγματική και ευδόκιμη υπηρεσία στον καταληκτικό μισθολογικό βαθμό.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανέλεγκτα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες υπάλληλοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, καθώς και ο αποβιώσας πρώην υπάλληλος αυτής ....., προσελήφθησαν το έτος 1965 από την τέως Ελληνική Εταιρία Υδάτων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία μετετράπη αργότερα σε αορίστου χρόνου και παρείχαν τις υπηρεσίες τους σ΄ αυτή μέχρι το έτος 1980, οπότε συστάθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, της οποίας έγιναν αυτοδικαίως υπάλληλοι με την ίδια σύμβαση εργασίας.
Με βάση τον έχοντα ισχύ νόμου Κανονισμό Προσωπικού της τελευταίας εντάχθηκαν από 1-10-1986 σε οργανικές θέσεις και ανήκουν στην κατηγορία ΜΕΔΟ3 με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου μέσης εκπαίδευσης, κατέχοντας απολυτήριο εξαταξίου γυμνασίου. Αν και ο ανωτέρω Κανονισμός προέβλεπε μισθολογικές προαγωγές του προσωπικού ανά τριετία, υπήρξαν κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1990-1993 μισθολογικές προωθήσεις και προαγωγές τεσσάρων βαθμών σε τέσσερα έτη αντί των δώδεκα ετών.
Τούτο έγινε με βάση αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης και είχε ως αποτέλεσμα στον καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο 1 να προστίθενται προσαυξήσεις 10% και να αναδιαμορφώνονται από 1 σε 1 συν 10%, σε 1 συν 20% κλπ. Ειδικότερα, με τις υπ΄ αριθμ. 8314/18-3-1993 και 8609/29-9-1993 αποφάσεις του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης και με την επίκληση των όρων των ΕΣΣΕ των ετών 1990, 1191, 1992 εγκρίθηκαν μισθολογικές και βαθμολογικές προωθήσεις όλου του προσωπικού της, ενώ στην κατηγορία του προσωπικού της μέσης εκπαίδευσης ορίσθηκε ως καταληκτικός μισθολογικός βαθμός ο βασικός μισθός του 1ου καταληκτικού κλιμακίου συν 20%, δηλαδή δύο τριετίες πέραν του 1ου βαθμού.
Στη συνέχεια, με τις υπ΄ αριθ. 1161-1168/1996 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είναι υποχρεωμένη να αμείβει έκαστο αναιρεσείοντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 και εφεξής πέραν των οποιωνδήποτε άλλων χορηγηθεισών ή δικαιουμένων μισθολογικών προαγωγών, με τις τακτικές και έκτακτες αποδοχές, που προβλέπονται από το μισθολόγιό τους για τον επόμενο βαθμό, καθώς και ότι είναι υποχρεωμένη για το ίδιο χρονικό διάστημα να τους καταβάλει τις προκύπτουσες μηνιαίες μισθολογικές διαφορές.
Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι στις 3-6-1997 εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 10.802/3-6-1997 απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, με την οποία έγινε δεκτό το αίτημα της Ομοσπονδίας των Εργαζομένων να υλοποιηθούν οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις με συμβιβασμό και αποδέχθηκε η Διοίκηση της αναιρεσίβλητης, ότι όλο το προσωπικό της θα προωθείται μισθολογικά από 1-1-1993 κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο και θα δικαιούται έκτοτε τις αποδοχές, που προβλέπονται από το μισθολόγιο για το αμέσως επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο.
Στη συνέχεια, στις 4-6-1997 υπογράφηκε η από 4-6-1997 ΕΣΣΕ, που αφορούσε τα έτη 1997-1998 και με την οποία χορηγήθηκε ένα νέο επιπλέον μισθολογικό κλιμάκιο σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες του προσωπικού της εναγομένης. Με την ανωτέρω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ρητώς ότι για να λάβουν οι εργαζόμενοι το εν λόγω μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται να έχουν συμπληρώσει μόνο μετά την 1-4-1997 και εφεξής (και όχι προγενέστερα με τις τυχόν πλασματικές προωθήσεις) στο προηγούμενο καταληκτικό μισθολογικό βαθμό τριετή πραγματική υπηρεσία και ακόμη ότι δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της τριετίας αυτής τυχόν πλεονάζων χρόνος σε προηγούμενα μισθολογικά κλιμάκια ή συμπλήρωση της τριετίας πριν τη 1-4-1997.
Η διάταξη αυτή στην ουσία δεν έδινε δικαίωμα σε όσους συμπλήρωσαν πλασματική τριετία πριν από τη 1-4-1997 να προσμετρήσουν τον πλασματικό αυτό χρόνο από 1-3-1993, ώστε να λάβουν το νέο καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο του 1 συν 30%, αφού απαιτούσε και ελάμβανε υπόψη τη συμπλήρωση της τριετίας με πραγματική και ευδόκιμη υπηρεσία στο προηγούμενο καταληκτικό κλιμάκιο, που συμπληρώνεται μόνο κατά το μετά τη 1-4-1997 χρόνο και εφεξής.
Αυτή μπορούσε να περιείχε δυσμενείς όρους για την ως άνω κατηγορία εργαζομένων, πλην όμως, ως διάταξη συλλογικής συμβάσεως εργασίας, είναι έγκυρη και δεσμευτική για τους συμβαλλόμενους, διότι αφορούσε στη θέσπιση ειδικών προϋποθέσεων χορηγήσεως μιας νέας εργοδοτικής παροχής, ενώ και η ίδια από 4-6-1997 ΕΣΣΕ δεν περιείχε όρο ότι δεν θίγονται ρυθμίσεις προηγουμένων ΣΣΕ.
Περαιτέρω δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ότι οι αναιρεσείοντες, που ήταν από τους αρχαιότερους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, έλαβαν την πρώτη μετά το καταληκτικό κλιμάκιο μισθολογική προαγωγή (1 συν 10%) τη 1-4-1992, ενώ τη δεύτερη (1 συν 20%) έλαβαν τη 1-3-1993, δηλαδή μόλις ένδεκα μήνες από την προηγούμενη μισθολογική προαγωγή με βάση την παράνομη ως άνω υπ΄ αριθ. 8.609/1993 απόφαση του Δ.Σ.
αυτής, γιατί, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 4 του Κανονισμού της, έπρεπε να τη λάβουν τη 1-4-1995. Ακολούθως έκρινε τούτο ότι η αναιρεσίβλητη, εφαρμόζοντας τον ανωτέρω όρο της από 4-6-1997 ΕΣΣΕ και έχοντας νομική υποχρέωση από τον Κανονισμό της, που προβλέπει τη συμπλήρωση τριετούς πραγματικής και ευδόκιμης υπηρεσίας σε κάθε βαθμό ή μισθολογικό κλιμάκιο, νόμιμα δεν χορήγησε στους αναιρεσείοντας τη μισθολογική προαγωγή του 1 συν 30% από 1-4-1997 και δεν υπολόγισε την τριετία από 1-3-1993 και εφεξής, αφού η διάταξη απαιτούσε και λάμβανε υπόψη της συμπλήρωση πραγματικής και όχι πλασματικής τριετούς υπηρεσίας στο προηγούμενο καταληκτικό κλιμάκιο.
Τελικά η αναιρεσίβλητη χορήγησε την ένδικη μισθολογική προαγωγή στους δώδεκα από τους αναιρεσείοντας από 1-4-1998, λαμβάνοντας υπόψη την τριετία τους από 1-4-1995 και εφεξής, ενώ στους δεύτερο, τρίτη και δέκατο πέμπτο απ΄ αυτούς δεν τη χορήγησε ποτέ, παραβιάζοντας τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, αφού οι τελευταίοι, αν και ήταν αρχαιότεροι των αναφερομένων συναδέλφων τους και παρείχαν με αυτούς την ίδια φύσεως και αξίας εργασία, δεν έλαβαν την ως άνω μισθολογική προαγωγή κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-12-1998, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σε βάρος τους μισθολογική διάκριση, η οποία δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος.
Κατόπιν αυτών το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 27-9-2002 αγωγή, κατά την επικουρική βάση της, ως προς τους δεύτερο, τρίτη και δέκατο πέμπτο αναιρεσείοντες, ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε αυτή κατά τα λοιπά, ως αβάσιμη στην ουσία της. Με την κρίση του αυτή, έστω και με διαφορετική αιτιολογία ως προς το ότι η ανωτέρω απόφαση του Δ.Σ.
της αναιρεσίβλητης είναι παράνομη, δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά δεν προέκυπτε ότι οι αναιρεσείοντες τη 1-4-1997 είχαν συμπληρώσει τριετή πραγματική και ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο καταληκτικό μισθολογικό βαθμό, ώστε να λάβουν το αιτούμενο νέο καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο του 1 συν 30%.
Επομένως, οι συναφείς πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-11-2005 αίτηση των .....κ.λ.π. για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 5371/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ