Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and lack of res judicata regarding forest law violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's conviction for illegal dumping in a forest area. The court rejected arguments regarding the absence of defense records and the non-existence of res judicata, finding the latter inapplicable because the prior acquittal concerned a different factual incident. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellant was ordered to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 119 of Law 1892/1990; Art. 3 of Law 998/1979; Art. 510(1)(A) of the Code of Criminal Procedure; Art. 57(1) of the Code of Criminal Procedure; Art. 510(1)(ST) of the Code of Criminal Procedure; Art. 510(1)(ST) of the Code of Criminal Procedure; Art. 510(1)(TH) of the Code of Criminal Procedure; Art. 583(1) of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on procedural defects in the defense record or a claim of res judicata is inadmissible if the prior judgment concerns a distinct factual incident or if the defense arguments were not properly developed during the trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2428 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2428/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημόπουλο, περί αναιρέσεως της 1107/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1446/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.-Κατά το άρθρο 119 του ν. 1892/1990, "οι απορρίπτοντες χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής υλικά, απορρίμματα ή άλλα αντικείμενα σε δάση και δασικές εκτάσεις τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών" Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως αυτό μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 του ν. 3208/2003 (ΦΕΚ Α 303/24-12-2003), ίσχυε κατά το χρόνο της έκδοσης της πιο κάτω προσβαλλόμενης απόφασης (22-1-2004), "Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές)", ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, "δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά".
Κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, "εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και οι εκτάσεις εκείναι αι οποίαι κηρύσσονται ή έχουν ήδη κηρυχθεί δια πράξεως της αρμοδίας διοικητικής αρχής ως δασωτέαι ή αναδασωτέαι", ενώ κατά το άρθρο 37 παρ. 1 του ίδιου ν. 998/1979 "ως αναδάσωσις νοείται η αναδημιουργία της καθ' οιονδήποτε τρόπον καταστραφείσης ή σημαντικώς αραιωθείσης ή άλλως πως υποβαθμισθείσης δασικής βλαστήσεως, είτε δια φυτεύσεως ή σποράς είτε δια της διευκολύνσεως της φυσικής αναγεννήσεως, προς δημιουργία δάσους ή δασικής εκτάσεως".
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι, στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του πιο πάνω εγκλήματος, που προβλέπεται από το άρθρο 119 του ν. 1892/1990, είναι η απόρριψη, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, υλικών, απορριμμάτων ή άλλων αντικειμένων σε δάση και δασικές εκτάσεις, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται, κατά τα προεκτιθέμενα, στις παραγράφους 1 και 2 του ν. 998/1979.
Όμως, όπως περαιτέρω προκύπτει από τις ίδιες διατάξεις, την ίδια ποινική προστασία έχει και η έκταση, που αρχικώς αποτελούσε δάσος, αλλά στη συνέχεια, για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο πιο πάνω άρθρο 37, (η ίδια αυτή έκταση) κηρύχθηκε αναδασωτέα, αφού η αναδημιουργία του δάσους επιδιώκεται με την αναδάσωση και έτσι ουσιαστικά αυτή δεν έχει αποβάλει το δασικό της χαρακτήρα.
Κατά λογική ακολουθία, αν πρόκειται για τέτοια έκταση (αναδασωτέα), με αποτέλεσμα να εξακολουθούν να υπάρχουν οι λόγοι που επιβάλλουν τη προστασία της, είναι αδιάφορο, για την στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος, αν αυτή έχει οποιοδήποτε από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, όπως αυτά ορίζονται, κατά τα προεκτιθέμενα, στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 998/1979.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη την οποία εφάρμοσε.
2.-Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος αναφέρει, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος Χ στον ..., στις 25-5-2001, προέβη στην αυθαίρετη και χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής εναπόθεση υλικών απορριμμάτων σε δασική έκταση στη θέση "..." στο ...., εμβαδού 141 τμ.
η οποία είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ'αριθμ. 108424/34 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. Η έκταση αυτή, πριν τις αλλοιωτικές επεμβάσεις που οδήγησαν στην κήρυξη της ως αναδασωτέας ήταν δάσος καλυπτόμενη από σχίνα, πρίνα και αγριελιές, με ποσοστό δασοκάλυψης 30-40%. Από την επίδικη αυτή έκταση θα μπορούσαν να εξαχθούν προϊόντα από τα παραπάνω φυτά και δη ξυλεία προς καύση και μπορούσε η έκταση αυτή να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον κατά τους ορισμούς του άρθρου 3 του ν 998/79.
Ο κατηγορούμενος γνώριζε την ιδιαιτερότητα της περιοχής αυτής και το γεγονός ότι είχε κηρυχθεί αναδασωτέα από τις αλλεπάλληλες μηνύσεις που του έχει υποβάλει το Δασαρχείο Πειραιώς από το έτος 1993, οπότε μίσθωσε την επίδικη έκταση. Πρέπει, επομένως, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται, απορριπτομένων των ενστάσεων περί εκκρεμοδικίας και δεδικασμένου που προβάλλει, διότι αυτός δεν έχει άλλη φορά κατηγορηθεί, ούτε δικασθεί για την προκείμενη αξιόποινη πράξη, που τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου-Απριλίου έτους 2001.".
Με τις σκέψεις αυτές, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το ότι το χρονικό διάστημα Μαρτίου- Απριλίου του 2001, στη θέση .... ...., με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 119 του ν.1892/90 και ειδικότερα απέρριψε χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής υλικά απορρίμματα ή άλλα αντικείμενα σε δασική έκταση, που αρχικώς αποτελούσε δάσος και είχε κηρυχθεί αναδασωτέα, κατά τα προεκτιθέμενα.
3.-Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναίρεσε ίων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 119 του ν. 1892/1990, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Ειδικότερα το Τριμελές Εφετείο δέχτηκε, ότι η έκταση, στην οποία ο αναίρεσε ίων απέρριψε τα μπάζα, πριν από το έτος 1934 "ήταν δάσος", αλλά στη συνέχεια, προφανώς λόγω του ότι καταστράφηκε ή αραιώθηκε, με την 108424/1934 απόφαση του Υπουργείο Γεωργίας, κηρύχθηκε αναδασωτέα και ότι μάλιστα, στη συνέχεια, ανέκτησε τον πριν το έτος 1934 χαρακτήρα της ως δασικής.
Δέχτηκε επίσης, ότι, μέχρι σήμερα, δεν έχει γίνει άρση της αναδασώσεως από το Υπουργείο, ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος γνώριζε το χαρακτήρα της περιοχής ως αναδασωτέας, διότι από το έτος 1993 το Δασαρχείο Πειραιώς έχει υποβάλλει σε βάρος του αλλεπάλληλες μηνύσεις, δεχόμενο περαιτέρω έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η επίδικη περιοχή δεν έχει εξαιρεθεί από την αναδάσωση.
Και αφού η επίδικη έκταση, αρχικώς ήταν δάσος και στη συνέχεια κηρύχθηκε αναδασωτέα, με αποτέλεσμα να μην έχει αποβάλει ουσιαστικά, από απόψεως προστασίας, το δασικό της χαρακτήρα, δεν ήταν απαραίτητο να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν η εν λόγω έκταση είχε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα δάσους ή δασικής εκτάσεως, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, η έλλειψη αυτή καλύπτεται από την προαναφερόμενη παραδοχή.
Περαιτέρω, η απόφαση δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων, από δόλο ("με πρόθεση") τέλεσε την πιο πάνω πράξη και ότι την τέλεσε, όπως αναγράφεται στο διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνεται με το σκεπτικό, κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου- Απριλίου 2001 και όχι στη 25-5-2001, που αναφέρεται στην αρχή του σκεπτικού, εκ παραδρομής, αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως της παραπάνω πράξης.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, α) για έλλειψη ειδικής και Εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β)για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 119 του ν. 1892/1990, λόγω των προβαλλομένων από τον αναιρεσείοντα πιο πάνω αντίθετων αιτιάσεων, είναι αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας ο διευθύνων την συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ο κατηγορούμενος, επί της ενοχής και έπειτα επί της ποινής. Η παράλειψη του διευθύνοντος τη συζήτηση συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.
δ' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 138 παρ.3 ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 141 παρ.1 και 2 και 331 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν στον διευθύνοντα τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις, επομένως και τους ισχυρισμούς τους, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση.
Αυτό, άλλωστε, επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ'ακροατηρίω διαδικασίας η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠΔ και η οποία όχι μόνο δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώρηση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής ανάπτυξης των.
Έτσι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα του, το οποίο δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξη του, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως του.
Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν (ΑΠ 2/2005 σε Ολομέλεια). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η διευθύνουσα την συζήτηση, μετά την κήρυξη της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, "έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος και ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος.
Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από την προεδρεύουσα και ανέπτυξε την υπεράσπιση ζήτησε.." Συνεπώς, δόθηκε πράγματι ο λόγος στο συνήγορο του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, δια του οποίου παραστάθηκε αυτός στο ακροατήριο, προκειμένου να αναπτύξει την υπεράσπισή του, η μη αναφορά δε στο έντυπο των πρακτικών και της θέσης του ίδιου συνηγόρου, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν δημιουργεί ακυρότητα και δεν θεμελιώνει το λόγο αναιρέσεως που προαναφέρθηκε, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά του δικαστηρίου, δεν έχουν καταχωριστεί σε αυτά οι διαλαμβανόμενοι στο φερόμενο ως υποβληθέν, προς τη διευθύνουσα τη συζήτηση από το συνήγορο του κατηγορουμένου, υπόμνημα αυτοτελείς ισχυρισμοί, που αφορούν την εκκρεμοδικία, το δεδικασμένο και τη συγνωστή νομική πλάνη.
Αλλά και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι υποβλήθηκαν μεν αλλά, εκ παραδρομής, δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, δεν έγινε, και προφορική ανάπτυξη τους, όπως από τα ίδια πρακτικά προκύπτει,, ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας κατά την επακολουθήσασα συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην έχουν προβληθεί παραδεκτά οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί κα να μην υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει και αιτιολογήσει την απόρριψη τους".
Επομένως πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 510 παρ. 1Δ, ΣΤ και Θ του ΚΠολΔ λόγοι της αναιρέσεως, αφού στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Επειδή, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται:
α) αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικώς την ποινική δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη, β) ταυτότητα της πράξεως, γ) ταυτότητα προσώπων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, από το άρθρο 510 παρ.1 ΣΤ του ΚΠΔ, λόγο της αναιρέσεως, που ερευνάται, αυτεπαγγέλτως (αρθρ. 511 ΚΠΔ), προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση με αριθμό 1040/22-2-2006 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία κηρύχθηκε αθώος για την ίδια πράξη.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, αφορά την αξιόποινη πράξη της εκχέρσωσης δασικής έκτασης 120 στρεμμάτων και συνεπώς δεν παράγεται από την απόφαση αυτή δεδικασμένο ή εκκρεμοδικία για την παράβαση του άρθρου 119 του ν.1892/1990, που συγκροτείται από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά για την οποία και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλομένη απόφαση.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 11 Ιουνίου 2007, αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1107/2006 αποφάσεως του Τριμελούς (για πλημμελήματα) Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ