Legislator Case Law & Legislation
2421/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on theft of high-value negotiable instruments, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 2421/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's conviction for theft of high-value negotiable instruments. The appellant argued that the trial court improperly considered documents without identifying them in the record, violating procedural rules. The court rejected this claim, ruling that the documents were sufficiently identified by their content and that the appellant had full opportunity to comment on them, thus validating the lower court's evidence assessment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 375(1)(b)-(a) Penal Code; Art. 510(1)(a) Civil Procedure Code; Art. 171(1)(d) Civil Procedure Code: The court correctly considered documents sufficiently identified by their content without explicit identification in the record, and the appellant's failure to object to the lack of specific identification does not constitute a ground for appeal.

Keywords

AI generated
theft of negotiable instruments high value property identification of evidence procedural irregularity appeal dismissal criminal procedure appellant's rights

Cited Legislation

AI generated
Art. 375(1)(b)-(a) Penal Code
Art. 510(1)(a) Civil Procedure Code
Art. 171(1)(d) Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2421 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2421/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της με αριθμό 3256/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, καθώς και στο από 17 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2070/2007.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του αρθρ. 375 παρ. 1 β - α ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, πουπεριήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους", σαφώς προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου σε αυτή εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαιτείται:

α) ξένο, ολικά ή μερικά, κινητό πράγμα, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το οποίο, ως τέτοιο, θεωρείται εκείνο, που ανήκει σε αλλότρια, αναφορικά με τον δράστη, κυριότητα, β) να περιήλθε αυτό, κατά οποιονδήποτε τρόπο και να βρίσκεται, κατά τον χρόνο της πράξης, στη κατοχή του υπαίτιου, γ) παράνομη ιδιοποίησή του από τον τελευταίο, δηλαδή, χωρίς την συναίνεση του κυρίου αυτού πράγματος ή δίχως άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία και δ) δόλος του δράστη, ο οποίος εμφανίζεται με οποιαδήποτε ενέργεια του, που φανερώνει εξωτερίκευση της βούλησης του να ενσωματώσει στην περιουσία του το υπό την κατοχή του ευρισκόμενο, ξένο κινητό πράγμα.

Στα παραστατικά αξίας έγγραφα, όπως είναι οι πιστωτικοί τίτλοι, αντικείμενο της ιδιοποιήσεως είναι η ενσωματωμένη σε αυτή αξία. Έτσι, η αξία ενός ή περισσότερων πιστωτικών τίτλων, όπως είναι οι επιταγές, έγκειται στην αξία που αυτές ενσωματώνουν, από την οποία και εξαρτάται, αν το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης θα χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.

Εξ' άλλου, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο την ουσιαστική κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελεί ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 3256/2007 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού με τον ..., στη ..., την 17-9-2001, έλαβε από τον εγκαλούντα, Ζ, ο οποίος το χρόνο εκείνο είχε πρόβλημα ρευστότητας, ως εκμεταλλευτής πρατηρίου υγρών καυσίμων και αναζητούσε χρηματοδότη, τις υπ' αριθμ. ..., ...

και ... μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως του, της πληρώτριας Εμπορικής Τράπεζας, ποσών 2.600.000, 2.500.000 και 1.750.000 δραχμών αντίστοιχα, με φερόμενες ως ημερομηνίες έκδοσης τις 15-12-2001, 27-12-2001 και 20-11-2001 αντίστοιχα, σε διαταγή οι μεν δύο πρώτες του ... [ο οποίος εν συνεχεία είχε θέσει την υπογραφή του στη θέση του πρώτου οπισθόγράφου ενεργώντας προς διευκόλυνση του εγκαλούντος και φίλου του], η δε τρίτη "..." [ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει ψευδώς στον εγκαλούντα ότι το ονοματεπώνυμο του ήταν ...], καθώς και την υπ' αριθμ....

μεταχρονολογημένη επιταγή, εκδόσεως και πάλι του ιδίου, της πληρώτριας Τράπεζας Κύπρου, ποσού 1.725.000 δραχμών, με φερόμενη ως ημερομηνία έκδοσης την 10-12-2001, σε διαταγή επίσης "...", προκειμένου αυτός (κατηγορούμενος) να τις προεξοφλήσει στην Τράπεζα ΕUROΒΑΝΚ, όπου διατηρούσε λογαριασμό, όπως τον διαβεβαίωσε, με τη ρητή συμφωνία αφού παρακρατούσε τον προεξοφλητικό τόκο να αποδώσει στον εγκαλούντα το λοιπό ποσό σε μετρητά, αυτός όμως (κατηγορούμενος), παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε τα σώματα των επιταγών, η συνολική αξία των οποίων [8.500.000 δραχμών] κρίνεται, με βάση τις ισχύουσες συναλλαγές ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, δίχως να προβεί στην συμφωνημένη προεξόφληση αυτών και στην απόδοση στον εγκαλούντα του ποσού που απέμενε μετά την αφαίρεση του προεξοφλητικού τόκου και δίχως να τα επιστρέψει σε αυτόν [τον εγκαλούντα], παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς αυτόν για επιστροφή τους, αλλά τα ιδιοποιήθηκε ενσωματώνοντας τα στην περιουσία του χωρίς νόμιμα δικαίωμα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο υπεξαίρεσης ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, από κοινού τελεσθείσας, και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δέκα μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και, συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους· οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 1α, 45 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και ν στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα: 1) το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού, το οποίο εξάλλου περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ως άνω αξιόποινη πράξη αναλυτικά και με πληρότητα, 2) δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ως προς τον χρόνο τέλεσης αυτής, ο οποίος βάσει των παραδοχών της προσβαλλόμενης είναι η 17.9.2001, κατά την οποία και παρέλαβε ο κατηγορούμενος από το μηνυτή τις παραπάνω επιταγές για να τις προεξοφλήσει και να του αποδώσει το ποσό που θα του απέμεινε μετά την αφαίρεση του προεξοφλητικού τόκου, και κατά τον οποίο (χρόνο) ο κατηγορούμενος και παρακράτησε αυτές, εκδηλώνοντας την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί αυτές χωρίς τη θέληση του κυρίου αυτών - εγκαλούντος, αφού ο τελευταίος του τις παρέδωσε με τον παραπάνω σκοπό, έχοντας την ανάγκη ρευστοποίησής τους, γ) εξειδικεύεται ότι το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι τα παραπάνω σώματα των επιταγών με την ενσωματωμένη σ'αυτά αξία τους, ανερχομένη στα αναγραφόμενα σ'αυτές ποσά, το σύνολο των οποίων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και όχι τα εισπραχθέντα από αυτόν ποσά των επιταγών, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο κατηγορούμενος δεν προέβη στην συμφωνηθείσα προεξόφληση αυτών και δ) δεν υπάρχει ασάφεια αν ο κατηγορούμενος τέλεσε μια πράξη ή περισσότερες που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της υπεξαίρεσης, αλλά προκύπτει με σαφήνεια ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε μία μόνο αξιόποινη πράξη, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης μόνο κατά τον ως άνω χρόνο (17.9.2001) ο κατηγορούμενος παρέλαβε και παρακράτησε τις επιταγές παράνομα, είναι δε αδιάφορος ο αριθμός αυτών και οι ημερομηνίες έκδοσής τους.

Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και οι τέσσερις λόγοι του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως, για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ αλλά και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο της ασκήσεως και της υποβολής αυτής, κατά το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 ΚΠΔ, 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει, ότι δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, μόνον εκείνοι που ζημιώνονται άμεσα από το έγκλημα ή υφίστανται ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από αυτό. Η δήλωση δε παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος, από το περιεχόμενο της οποίας εξαρτάται και η νομιμοποίηση αυτού, πρέπει, κατά το άρθρο 84 του ΚΠΔ, να περιέχει, με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων, συνοπτική έκθεση της υπόθεσης για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα του να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων, δηλαδή, κατά τρόπο σαφή και πλήρη και τα περιστατικά εκείνα από τα οποία προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη.

Δεν είναι όμως αναγκαία η με τη δήλωση παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος αναφορά των στοιχείων αυτών όταν αυτά προκύπτουν αμέσως και αυτονοήτως από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση η αποδοθείσα στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα κατηγορία της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος με την προσβαλλόμενη απόφαση, συνίστατο στο ότι αυτός στην Θεσσαλονίκη στις 17.9.2001 από πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα τραπεζιτικές επιταγές εκδόσεως του Ζ, τις οποίες του είχε παραδώσει ο τελευταίος προκειμένου να τις προεξοφλήσει στην Τράπεζα EUROBANK, όπου διατηρούσε λογαριασμό.

Όπως δε προκύπτει από την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τα ενσωματωμένα σ' αυτό πρακτικά, ο ανωτέρω Ζ, δήλωσε προφορικά ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου και ζήτησε να υποχρεωθεί να καταβάλλει σ' αυτόν ποσό των 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί από την αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου, με τη ρητή επιφύλαξη ν' ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά του στα πολιτικά δικαστήρια.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής και για την ανωτέρω αιτία, επιδίκασε στο σύνολό του το αξιούμενο ποσό. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείο όπου είχε αχθεί κατόπιν εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, ο πολιτικώς ενάγων επανέλαβε τη δήλωσή του για παράσταση, αξιώνοντας ως χρηματική ικανοποίησή του για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί το πρωτόδικος επιδικασθέν γ' αυτό ποσό.

Το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη τη δήλωση αυτή, κατά της οποίας καμμιά αντίρρηση δεν υποβλήθηκε και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθικήβλάβη που είχε υποστεί ο πολιτικώς ενάγων από το ως άνω εις βάρος του έγκλημα του κατηγορουμένου το ποσό των 44 ευρώ. Ενόψει αυτών ο πολιτικώς ενάγων δεν παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 εδ. Α' του Κ.Π.Δ., με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι από την ως άνω δήλωση της παράστασης πολιτικής αγωγής δεν προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της ηθικής βλάβης, που έχει υποστεί ο παθών, είναι σύμφωνα με τα' ανωτέρω απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο.

Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 Κ.Π.Δ.

ως άνω δικαίωμα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα, συντελέσθηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.

Εξ άλλου δεν δημιουργείται καμμία αμφιβολία προς την ταυτότητα εγγράφων, όταν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του και στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά.

Μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: 1) Η υπ'αριθ. ... επιταγή, 2) Η υπ' αριθ.... επιταγή, 3) υπ' αριθ. ... επιταγή, 4)Η υπ' αριθ. ... επιταγή, 5) Η από 21-9-01 απόδειξη αποστολής, 6) Η υπ' αριθ. 1085/02 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 7) Η υπ' αριθ. 750/02 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, 8) Περίληψη της από 8-2-02 κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας (21-1-02), 9)Το υπ' αριθ. ...

έγγραφο Εμπορικής Τράπεζας, 10) Υπεύθυνη δήλωση (1-11-2001) Ζ, 11) Δελτίο παραγγελίας, 12) Απόδειξη είσπραξης 20-9-01, 13) Καρτέλες πελατών (31-12-01), 14) Οι με ημερομηνίες λήξης 30-1-02, 28-2-02, 28-2-02, 30-3-02, 30-1-02, 30-4-02, 30-4-02, επτά συναλλαγματικές, 15) Η υπ' αριθμ. 2968/02 απόφαση Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, 16) Η με αριθμό 2510/8-4-2002 ένορκη βεβαίωση του ..., 17) Ανακοπή του ...

κατά της 1085/02 Διαταγής Πληρωμής και το αριθμ.πρωτ.... πιστοποιητικό, 18) Ανακοπή του Ζ κατά της 1085/02 Διαταγής Πληρωμής και το αριθμ.πρωτ.... πιστοποιητικό, 19) Η από 17-9-2001 απόδειξη πληρωμής της ΚΟCΗΕΝ d.o.o., 20) Η από 18-9-2001 απόδειξη παραλαβής χρημάτων ΚΟCΗΕΝ Α.Β.Ε.E., 21) Αναλυτικοί λογαριασμοί είκοσι (20) σελίδων της CΟSΜΟΤΕ, 22) Η από 30-8-205 βεβαίωση του ΙΣΤ' Τμήματος Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, 23) Η από 17-9-2001 απόδειξη πληρωμής, 24) Η από 18-9-2001 απόδειξη παραλαβής χρημάτων, 25) Η από 1-11-2001 Υπεύθυνη Δήλωση του Ζ, 26) Η από 11-10-2007 Υπεύθυνη Δήλωση του ...

και 27) Η με ημερομηνία 21-9-2001 απόδειξη του ΚΤΕΛ, προς τον .... Με την ως άνω αναφορά των εγγράφων αυτών ενόψει και της αριθμήσεώς τους επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού ειδικότερα με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν.

Συνακόλουθα, ορθώς έλαβε υπόψη του το Εφετείο τα ως άνω έγγραφα, ο δε από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντα κρίσης του έλαβε υπόψη του έγγραφα που αναγνώσθηκαν χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά κι εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 22 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του ... και τους από 17 Σεπτεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 3256/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης (Τριμελούς Πλημμελημάτων). Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ