Legislator Case Law & Legislation
241/2024 AI generated

241/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 241/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

241/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την από 5.5.2010 και με αριθμό κατάθ. 3474/2010 αγωγή αυτών ως προς την 1η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως και ως προς το δεύτερο ΝΠΔΔ (αναιρεσείον -αναιρεσίβλητο) λόγω παραγραφής.

Keywords

AI generated
child-raising credit leave for youth work administrative status of officials school district assignment fixed-term work administrative dismissal
AI generated
975/2019
Supreme Court dismisses appeal against local council regarding statute of limitations and procedural absence.
519/2015
Συμβάσεις εργασίας σχολικών φυλάκων στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών, Εργασίας, Εθνικής Παιδείας, Δημόσια Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ) και της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α.) οι οποίοι θα συμβληθούν με προγραμματική σύμβαση στα πλαίσια της υπ’ αριθμ 34100/1999 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Κρίση ότι μόνος εργοδότης των ανωτέρω σχολικών φυλάκων είναι ο Δήμος, ο οποίος άλλωστε έχει και τα οφέλη της εργασίας αυτών. Ορισμένη η αγωγή με την οποία ζητείται αμοιβή για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύχτα όταν αναφέρονται σε αυτή η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, η παροχή εργασίας κατά Κυριακές και μη εργάσιμες εορτές, ο αριθμός αυτών, καθώς και το χρονικό διάστημα, στο οποίο αναφέρονται και η αναφορά των ωρών νυκτερινής εργασίας.(Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατά της 2725/2013 αποφ. Μ.Εφ.Αθ)
1643/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
1080/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
581/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/5/2012 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 241 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 241/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου : Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Α. Γ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1.Γ. Κ. του Χ. και 2 Ι. Σ. του Π., κατοίκων Αθηνών. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Π. Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και ο 2ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γ. Ζ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (Γ. Κ. και Ι. Σ.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και 1265/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 4-3-2020 αίτησή του και οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2020 αίτησή τους και τους από 24-1-2023 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παρασταθείς πληρεξούσιος του Ι. Σ. ζήτησε την παραδοχή της από 10-3-2020 αίτησης και την απόρριψη της από 4-3-2020 αίτησης, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται για συζήτηση οι υπό στοιχεία (Α) και (Β), από 4.3.2020 (αριθμ. καταθ. ...) και από 10.3.2020 (αριθμ. καταθ....), αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης ως και οι ασκηθέντες από 24.1.2023 (αριθμ. καταθ. ...) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 1265/6.3.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Με τις υπό κρίση από 4.3.2020 και από 10.3.2020, ως άνω αιτήσεις αναίρεσης του εναγομένου και των εναγόντων, αντίστοιχα, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 1265/6.3.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή η από 5.9.2015 και με αριθμό κατάθ. 6169/2015 έφεση των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων) κατά της υπ' αριθμ....

οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την από 5.5.2010 και με αριθμό κατάθ. 3474/2010 αγωγή αυτών ως προς την 1η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως και ως προς το δεύτερο ΝΠΔΔ (αναιρεσείον -αναιρεσίβλητο) λόγω παραγραφής.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση η έφεση α) απορρίφθηκε κατ' ουσία ως προς την προαναφερθείσα 1η εφεσίβλητη - 1η εναγομένη και ήδη μη διάδικο ανώνυμη εταιρεία και β) έγινε δεκτή κατ' ουσία ως προς το 2ο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." (αναιρεσείον - αναιρεσίβλητο), εξαφανίστηκε κατά το μέρος αυτό η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. ...

οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, το οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά. Οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε με επιμέλεια των εναγόντων - αναιρεσειόντων στις 22.2.2020 (βλ.

υπ' αριθμ. 1666Δ'/11.2.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού του Εφετείου ... "... ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 144 ΚΠολΔ), ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση. Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, για το παραδεκτό της άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα ΟΤΑ με την επωνυμία "..." και για την πρόσληψη της πληρεξουσίας του Δικηγόρου, προσκομίζονται, κατά το άρθρο 72 παρ. 1 του ν. 3852/2010 όπως ισχύει κατά τον ένδικο χρόνο: α) η με αριθμό 104/2020 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία αποφασίστηκε η άσκηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και παρασχέθηκε η σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα στη δικηγόρο του ...

προς άσκηση αυτής και β) η με αριθμό 31/2023 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία εγκρίθηκε ο ορισμός της δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου ... Α. Γ. Γ. και της παρασχέθηκε η εντολή να ασκήσει αναίρεση κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να προβεί στον προσδιορισμό δικασίμου και να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα ...

στον Άρειο Πάγο κατά τη συζήτηση αυτής, καθώς και να εκπροσωπήσει το ... κατά της συζήτηση της από 10.3.2020 αντίθετης αίτησης αναίρεσης των 1. Γ. Χ. Κ. και 2. Ι. Π. Σ. και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατά του ... και β) τα με αριθμούς 24297, 24298/17.2.2023 πληρεξούσια της Συμβολαιογράφου ... Θ. Ζ. Πολιτοπούλου, δυνάμει των οποίων ο Δήμαρχος του αναιρεσείοντος ΟΤΑ, Ε.

Κ. του Κ., παρείχε με την ιδιότητά του αυτή, την πληρεξουσιότητα στην προαναφερόμενη δικηγόρο για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, για την εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση αυτής και για την παράσταση και εκπροσώπηση αυτού κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης των αναιρεσιβλήτων (ΟλΑΠ 13/2018, ΑΠ 77/2022, 92/2020, 640/2016).

Επιπλέον, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης των αναιρεσειόντων (εναγόντων) ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24.1.2023 (αριθμ. κατάθ. 22/2023) και επίδοση αυτού στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 37 του Ν.4842/2021, ισχύοντος από 1.1.2022), όπως δεν αμφισβητεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος (άρθρο 261ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτούς λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της ένδικης από 5 Μαΐου 2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3474/2010) αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων που είχαν συνάψει με τους εναγομένους, ήδη τον αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο ...

και τη μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." - φορείς στο πλαίσιο του προγράμματος απασχόλησης ανέργων στον τομέα φύλαξης κτιρίων και σε εκτέλεση των προγραμματικών συμβάσεων που είχαν υπογραφεί μεταξύ των ανωτέρω, του Ελληνικού Δημοσίου, του ... και της ΚΕΔΚΕ και ανανεώθηκαν διαδοχικά έως τις 13.9.2006, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες σχολικών συγκροτημάτων της αρμοδιότητας του δευτέρου εναγομένου.

Ότι κατόπιν της υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόφασης του Δημάρχου ... κατατάχθηκαν από τις 14.9.2006 σε οργανικές θέσεις με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του σχολικού φύλακα. Ζητούσαν μετά από νομότυπο εν μέρει περιορισμό του αιτήματός τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ως ευθυνόμενοι εις ολόκληρον να καταβάλουν σε καθένα από αυτούς το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να καταβάλουν ως ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 14.991,08 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 15.843,16 ευρώ, το οποία αφορούν την αμοιβή τους για υπερωριακή απασχόληση, νυχτερινή εργασία, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, έξοδα κίνησης, επίδομα γάμου των ετών 2001, 2002, 2003, 2004, 2005 και 2006 και δώρο Πάσχα του έτους 2006, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό από τότε που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ως προς την πρώτη εναγομένη και λόγω παραγραφής ως προς τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο και μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 1 παρ.1-5 ν.3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" ( ΦΕΚΑ'48/23.2.2005), με τις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ.164/2004, προκύπτει ότι οι απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο ανήκουν και οι Ο.Τ.Α.

πρώτου βαθμού, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλη σχέση, που αναγνωρίστηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής τους, είτε σε συνιστώμενες κατά τους ορισμούς της παρ. 2 του ως άνω άρθρου οργανικές θέσεις, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Η κατάταξη γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ ρητά προβλέπεται ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Από τις αυτές διατάξεις, και ειδικότερα αυτές του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.

α' και β' του ν. 3320/2005, προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα κατά τα προεκτεθέντα με διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση είτε με τη διαδικασία που προβλέπεται στο ως άνω π.δ. 164/2004, και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων αυτών λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσεως στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων αυτών ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιελάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιείτο με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου.

Ειδικότερα, ο δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης αυτής συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο αυτοί που εργάσθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ, και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίσθηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του ΑΣΕΠ), να στερηθούν των παροχών εκείνων (δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας, παροχή εργασίας τη νύκτα ή τις Κυριακές κλπ) που δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχολήσεώς τους με άλλη σύμβαση όπως σύμβαση μισθώσεως έργου.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 π.δ. 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσεως στην οποία εντάσσονται από το χρόνο της κατατάξεώς τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον κατά νομοθετική παραχώρηση η πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν εκείνες μόνο τις παροχές που δεν έλαβαν εξαιτίας του χαρακτηρισμού της απασχολήσεώς τους αυτής ως συμβάσεως μισθώσεως έργου.

Η θέση αυτή, εξάλλου, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολούμενων, αλλά θέτει χρονικό όριο προσαρμογής της ως άνω Οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών (ΟλΑΠ 16/2017). Συνακόλουθα ως βάση υπολογισμού των αξιώσεων αυτών για προσαύξηση του ημερομισθίου τους από την παροχή εργασίας αυτών κατά τη νύκτα ή τις Κυριακές ή αργίες, υπερωριακή απασχόληση, επιδόματα εορτών και αδείας θα ληφθούν υπ' όψη οι αποδοχές που ορίζονται από τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ως νόμιμος θεσπισμένος μισθός για την παροχή εργασίας τη νύκτα ή τις Κυριακές (ΥΑ 18310/1946 και 8900/1946 σε συνδυασμό προς την 25825/1951ΥΑ) και ο καταβαλλόμενος μισθός (εφ' όσον είναι υπέρτερος των ελαχίστων ορίων) για τις λοιπές αξιώσεις αυτών (σχετ.

ΑΠ 66/2020, 135/2020, 514/2020, 515/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), κατά την παρ. 2 του άρθρου 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006) όπως ο ν. 2362/1995 ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την κατάργησή του με το άρθρο 177 του ν. 4270/2014 (ΦΕΚ Α' 143), η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α' του ιδίου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του παραπάνω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.

α' και, επομένως, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 31/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 399/2021, 125/2020). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής, που ισχύει, κατ' άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (ΟλΑΠ 31/2007, 11/2003), και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και των ΟΤΑ), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών επιβαρύνσεων (ΑΕΔ1/2012, ΟλΑΠ 38/2005) και, συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται:

α) στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ. 3 Ν.Δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. κατ' αυτών), β) στις διατάξεις του άρθρου 1 του κυρωθέντος με το Ν.Δ. 53/1974 και υπερνομοθετική ισχύ έχοντος Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 2/2011, 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ. 3 Ν.Δ. 496/1974, ΑΠ 1241/2018 ΑΠ 224/2011) και γ) στις διατάξεις των άρθρων 6, 13 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού οι εν λόγω διατάξεις εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια, αμερόληπτα και χωρίς διακρίσεις αλλά δεν απαγορεύουν τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων (ΑΕΔ 1/2012, ΑΠ 255/2021, 1052/2018, 796/2018, 1408/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 εδ. β του ιδίου, ως άνω, ν. 2362/1995, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αίτησης για πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής, αν δε η δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης.

Για να διακοπεί δε η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα της συγκεκριμένης απαίτησης και να τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του Ν.Π.Δ.Δ.

να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 2042/2022, 399/2021, 796/2018, ΑΠ 1643/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022,1/2016, 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, 109/2020).

Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "....

Στη συνέχεια, αφού επιλέχτηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι 145 δικαιούχοι ΟΤΑ, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο δεύτερος εναγόμενος - δεύτερος εφεσίβλητος ... (ήδη αναιρείων - αναιρεσίβλητος) και οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες - εκκαλούντες (ήδη αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες), καταρτίστηκαν (και) μεταξύ των τελευταίων και ήδη διαδίκων τα από 27.2.2001 συμφωνητικά συνεργασίας διάρκειας έντεκα μηνών, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες αναλάμβαναν την υποχρέωση να συμμετάσχουν σε επιμορφωτική συνάντηση για ζητήματα φύλαξης σχολικών κτιρίων σε σχολικά κτίρια επιλογής του Δήμου και να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία απασχολούμενοι ως φύλακες σε καθημερινή βάση, αργίες και Σαββατοκύριακα, σε τρεις (3) βάρδιες, συνολικής διάρκειας οκτώ (8) ωρών ημερησίως και για είκοσι δύο (22) ημέρες το μήνα έναντι ημερήσιας αποζημίωσης, ύψους 35,22 ευρώ.

Τα εν λόγω συμφωνητικά μετά τη λήξη τους παρατάθηκαν με τα από 27.1.2002, 1.7.2002, 27.2.2003, 1.1.2004, 1.7.2004, 1.1.2005, 1.4.2005, 1.6.2005, 1.9.2005, 1.1.2006, 1.4.2006 και 1.7.2006 όμοια. Εξάλλου, με τη με αριθμό 6/2005 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι, προκειμένου περί συμβάσεων που έχουν συναφθεί με την ΕΕΤΑΑ (πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη και μη διάδικο στην αναιρετική δίκη), στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος, αληθινός εργοδότης - φορέας, στον οποίο οι εργαζόμενοι τότε σχολικοί φύλακες είχαν συμπληρώσει την εκ του όρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 απαιτούμενη 24μηνη προϋπηρεσία, ήταν ο εκάστοτε δήμος, στον οποίο αυτοί προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους και ότι η απασχόλησή τους σ' αυτόν υπέκρυπτε εξαρτημένη εργασία.

Επειδή δε στο πρόσωπο των εναγόντων συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 για το χαρακτηρισμό των συμβάσεών τους ως αορίστου χρόνου, με τη με αριθμό 38895/2006 απόφαση του Δημάρχου ... οι ενάγοντες κατατάχθηκαν από τις 14.9.2006 σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, οι εναγόμενοι υπέβαλαν νομότυπα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αντένσταση διακοπής της παραγραφής, την οποία επαναφέρουν με την έφεσή τους, ισχυριζόμενοι ότι η παραγραφή των αξιώσεών τους κατά του εvαγόμενου Δήμου διακόπηκε καταρχάς στις 28.12.2006, οπότε επέδωσαν σ' αυτόν τη με αριθ. πρωτ. 56357/28.12.2006 αίτηση διαμαρτυρίας.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του εν λόγω εγγράφου, οι ενάγοντες εξέθεταν σ' αυτό ότι, λόγω της σχέσης εξαρτημένης εργασίας που τους συνέδεε με τον εναγόμενο Δήμο, δικαιούνταν για το χρονικό διάστημα από 27.2.2001 έως 14.9.2006 "και κάθε νόμιμα οφειλόμενη διαφορά αποδοχών, επιδόματα εορτών, αποζημίωση και επίδομα άδειας, αποζημίωση απασχόλησης για Κυριακές και αργίες και αποζημίωση για νυκτερινή απασχόληση", ζητούσαν δε με το αιτητικό "να μας εκκαθαρίσετε και να μας καταβάλετε άμεσα από 27.2.2001 και μέχρι την .../.../2006 ημεροχρονολογία ένταξής μας στο τακτικό προσωπικό του Δήμου το σύνολο των ως άνω αναφερόμενων ποσών".

Εφόσον δε (...) για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται μεν να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του Ν.Π.Δ.Δ.

να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά, η εν λόγω αίτηση δεν είναι κατά περιεχόμενο επαρκώς σαφής και ορισμένη, εφόσον σ' αυτήν δεν καθορίζονται - έστω συνοπτικά - οι επιμέρους απαιτήσεις, αλλά γίνεται μόνο απλή αναφορά σ' αυτές, με συνέπεια να μην αποτελεί όχληση, που διακόπτει την παραγραφή.

Πριν [ενν. Μετά] την επίδοση της παραπάνω αίτησης, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες) είχαν ασκήσει κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου) και την από 21.12.2007 (αριθ. κατάθ. 2786/2007) όμοιου περιεχομένου αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 27.12.2007 (βλ.

τη με αριθμό 5667Β'/27.12.2007 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ... Π. Π.), αιτούμενοι, μεταξύ άλλων, την καταβολή και των επίδικων αξιώσεων. Η συζήτηση της αγωγής αυτής, η οποία είχε αρχικά προσδιοριστεί για τις 17.4.2008, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 27.2.2009, οπότε ματαιώθηκε και επανήλθε προς συζήτηση με την από 7.4.2010 (αριθ.

κατάθ. 690/2010) κλήση των εναγόντων, που επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 12.4.2010 (βλ. τη με αριθμό 9170Β'/12.4.2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ... Π. Π.). Από την εν λόγω αγωγή οι ενάγοντες παραιτήθηκαν με την κρινόμενη αγωγή τους (βλ. σελ. 34 αυτής, στην οποία εκθέτουν: "Επειδή με την παρούσα αγωγή μας παραδεκτά παραιτούμαστε του δικογράφου της από 21.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης 2786/2007 προγενέστερης ομοίου περιεχομένου αγωγής μας που είχαμε καταθέσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ...").

Ενόψει δε του ότι η παραγραφή των αξιώσεων σε βάρος του εναγόμενου ΟΤΑ είναι, κατά τα ανωτέρω, διετής και ξεκινάει από τη γέννηση κάθε αξίωσης, μέρος των αξιώσεων κάθε ενάγοντος έχει υποπέσει σε παραγραφή. Σημειώνεται ότι δήλη ημέρα καταβολής των απαιτήσεων για μισθούς είναι η τελευταία ημέρα του μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, ενώ για το δώρο Πάσχα δήλη ημέρα καταβολής ορίζεται η 30/4 κάθε έτους.

Έτσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση: 1) Οι αξιώσεις για υπερωρίες, προσαύξηση νυχτερινής εργασίας, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, επίδομα γάμου και έξοδα κίνησης έχουν υποπέσει σε παραγραφή για το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι τις 30.11.2005, αφού οι ενάγοντες διέκοψαν την παραγραφή γι' αυτές με την από 21.12.2007 αγωγή τους στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, που επιδόθηκε στον εναγόμενο εργοδότη τους στις 27.12.2007, και 2) η αξίωση των εναγόντων για το δώρο Πάσχα έτους 2006 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού αυτή διακόπηκε με την επίδοση της από 21.12.2007 αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών στις 27.12.2007. (....).

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά το επίδικο διάστημα από 1.12.2005 έως 14.9.2007 οι ενάγοντες, εκ των οποίων η πρώτη ήταν έγγαμη και ο δεύτερος διαζευγμένος, απασχολήθηκαν από τον εναγόμενο Δήμο επί 22 ημέρες μηνιαίως, το δε ωράριο εργασίας τους ήταν σε τρεις (3) βάρδιες ημερησίως των οκτώ (8) ωρών η καθεμία, και συγκεκριμένα η πρωινή βάρδια από 07.00 έως 15.00, η απογευματινή από 15.00 έως 23.00 και η βραδινή από 23.00 έως 07.00.

Έτσι, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας τους οι ενάγοντες σε περίπτωση βραδινής βάρδιας παρείχαν επτά (7) ώρες νυχτερινής εργασίας (από 23.00 έως 06.00) και σε περίπτωση απογευματινής βάρδιας μία (1) ώρα νυχτερινής εργασίας (από 22.00 έως 23.00). Ενόψει δε της απασχόλησής τους σε εναλλασσόμενες βάρδιες και της μη υπέρβασης των οκτώ (8) ωρών εργασίας ημερησίως, ο ισχυρισμός τους ότι εργάζονταν καθημερινά επί 30 λεπτά της ώρας πλέον του νόμιμου ωραρίου (λόγω της προβλεπόμενης για τους υπαλλήλους των ΟΤΑ εβδομαδιαίας απασχόλησης των 37,5 ωρών) και ότι παρείχαν παράνομη υπερωριακή απασχόληση, για την οποία δικαιούνται αμοιβή, τυγχάνει απορριπτέος (..).

Ωστόσο, πέραν της ως άνω ημερήσιας αμοιβής δεν καταβλήθηκαν ποτέ σ' αυτούς οι νόμιμες προσαυξήσεις για την παροχή νυχτερινής εργασίας και για την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές και αργίες, οι οποίες υπολογίζονται επί του νόμιμου και όχι επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Το ίδιο ισχύει και για το επίδομα γάμου.

Το νόμιμο δε ημερομίσθιο αυτών, βάσει του οποίου θα εξευρεθεί και το αντίστοιχο ωρομίσθιό τους, ισούται με το εκάστοτε καθοριζόμενο από τις ΕΓΣΣΕ ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών, δηλαδή με βάση τις από 24.5.2004 και από 12.4.2006 διετούς ισχύος ΕΓΣΣΕ. Έτσι, τα νόμιμα ημερομίσθια των εναγόντων (έγγαμης και διαζευγμένου, αντίστοιχα), με προϋπηρεσία μίας τριετίας (αφού αμφότεροι εργάζονταν στον εναγόμενο Δήμο από τις αρχές του 2001), ανέρχονταν:

α) από 1.9.2005 έως 31.12.2005 σε 30,02 ευρώ για τους έγγαμους, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν στο ποσό των 4,50 ευρώ (30,02 x 6/40), η προσαύξηση νυχτερινής εργασίας 25% στο ποσό των 1,12 ευρώ την ώρα και η προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες 75% σε 3,37 ευρώ την ώρα, β) από 1.1.2006 έως 31.8.2006 σε 30,89 ευρώ για τους έγγαμους, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν σε 4,63 ευρώ (30,89 x 6/40), η προσαύξηση νυχτερινής εργασίας 25% στο ποσό των 1,16 ευρώ την ώρα και η προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες 75% σε 3,47 ευρώ την ώρα και γ) από 1.9.2006 και εφεξής στο ποσό των 31,79 ευρώ για τους έγγαμους, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν σε 4,77 ευρώ (31,79 x 6/40), η προσαύξηση νυχτερινής εργασίας 25% σε 1,19 ευρώ την ώρα και η προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες 75% σε 3,57 ευρώ την ώρα. (....)".

Μετά από αυτά, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά την από 5.9.2015 έφεση των εναγόντων και α) απέρριψε αυτή κατ' ουσία ως προς την πρώτη εφεσίβλητη και μη διάδικο κατά την αναιρετική δίκη και β) δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση ως προς το δεύτερο εφεσίβλητο ... και μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή επιδικάζοντας σε καθένα από τους ενάγοντες για το χρονικό διάστημα από 1.12.2005 έως 14.9.2007, τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο.

Α) Επί της από 4.3.2020 αιτήσεως αναιρέσεως του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...": Με τον πρώτο λόγο της από 4.3.2020 αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "..." αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι και από τον αριθμό 8 του ως άνω άρθρου, το αναιρεσείον αποδίδει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται τις αποδοχές για νυχτερινή εργασία, εργασία σε ημέρες Κυριακές και αργίες, επίδομα γάμου, επίδομα εορτών Πάσχα 2006 και κατά το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 και 15 παρ. 1 περ.

ι' του ν. 3320/2005. Όμως εν όψει των ανέλεγκτων παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης ότι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι κατατάχθηκαν στις 14.9.2006, προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους στο ... καθ' όλο το διάστημα της εργασίας τους, απασχολούμενοι επί οκτώ (8) ώρες σε μία από τις τρεις (3) βάρδιες, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από τον ίδιο ως άνω Δήμο οργάνων του με συνέπεια μέρος της εργασίας τους να παρέχεται κατά τη διάρκεια της νύκτας και μέρος κατά τη διάρκεια Κυριακών κατά τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, και ότι η σχέση που συνέδεε τους αναιρεσίβλητους με τον αναιρεσείοντα Δήμο, ήταν στην πραγματικότητα σχέση εξαρτημένης εργασίας, αυτοί δικαιούνται τις αποδοχές αυτές με βάση τα ελάχιστα όρια της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, και, ως εκ τούτου, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις του ν. 3320/ 2005.

Επομένως ο σχετικός λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο της ως άνω αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ..., αποδίδει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεχόμενο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για υπερωρίες, προσαύξηση νυχτερινής εργασίας, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, επίδομα γάμου και έξοδα κίνησης, έχουν διακοπεί με την από 21.12.2007 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 2786/2007) ομοίου περιεχομένου αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών από την οποία παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή τους, περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ταυτότητα του περιεχομένου της προγενέστερης με την ένδικη αγωγή. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι καθ' όλες τις ως άνω αιτιάσεις του αβάσιμος, διότι κατά τις προπαρατεθείσες κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατά τις ουσιαστικώς ανέλεγκτες κρίσεις αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι από την ομοίου περιεχομένου προγενέστερη αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 27.12.2007 υπήρξε διακοπή της παραγραφής, δεν απαιτείτο δε για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναφορά στο ειδικότερο περιεχόμενο της αρχικής από 21.12.2007 αγωγής των εναγόντων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως ότι το περιεχόμενό της ήταν όμοιο με εκείνο της ένδικης.

Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος. Β) Επί της από 10.3.2020 αιτήσεως αναιρέσεως των 1. Γ. Καταραχιά και 2. Ι.Π. Σαμαρτζή: Με τον πρώτο λόγο της από 10.3.2020 αίτησης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν.2362/1995, του άρθρου 44 παρ. 1 του Ν.Δ.496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", που προβλέπουν πενταετή παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων, των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 και 28 του Συντάγματος, του άρθρου 1 περ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, τα οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, έκρινε ότι οι επίδικες αξιώσεις υπόκεινται στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν.2362/1995, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, παρόλο που η διάταξη αυτή ήταν μη εφαρμοστέα, ως αντικειμένη στις ως άνω συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόμενο ότι η παραγραφή των προλεχθεισών αξιώσεων των εναγόντων - αναιρεσειόντων για υπερωρίες, προσαύξηση νυχτερινής εργασίας, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, επίδομα γάμου και έξοδα κίνησης σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ... είναι διετής, και με ειδική σκέψη ότι η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν.2362/1995 και ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 περ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, τις οποίες δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους, και ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της εν λόγω αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι το νόμιμο ημερομίσθιο αυτών, βάσει του οποίου θα εξευρεθεί και το αντίστοιχο ωρομίσθιό τους, ισούται με το εκάστοτε καθοριζόμενο από τις ΕΓΣΣΕ ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών, δηλαδή με βάση τις από 24.5.2004 και από 12.4.2006 διετούς ισχύος ΕΓΣΣΕ, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και τις διατάξεις του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές Ρυθμίσεις λειτουργών και Υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων Στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις".

Όμως, εν όψει των ανέλεγκτων παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, καθ' όσον οι αναιρεσείοντες δικαιούνται τις νόμιμες αποδοχές της οργανικής τους θέσης στην οποία κατετάγησαν με βάση τις ρυθμίσεις του ενιαίου μισθολογίου (Ν.2470/1997 και Ν.3205/2003) από την κατάταξή τους και εφεξής, ήτοι από 14.9.2006, οπότε είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του Ν.3205/2003, ενώ για το προηγούμενο χρονικό διάστημα δεν θεμελιώνουν δικαίωμα λήψης άλλων αποδοχών αλλά μόνο των αποδοχών για νυχτερινή εργασία, εργασία σε ημέρες Κυριακές και αργίες, επιδόματα εορτών και αδείας και αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας, για τον υπολογισμό των οποίων επομένως δεν θα ληφθούν ως βάση υπολογισμού οι ρυθμίσεις των ως άνω ν.2470/1997 και 3205/2003.

Με τον τρίτο λόγο της ως άνω αιτήσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τον πρόσθετο λόγο αληθώς από τον αριθμό 1 και όχι και από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι δεν υπήρξε διακοπή της παραγραφής των αξιώσεών τους με την υποβολή της με αριθμό πρωτ. 56357/ 28.12.2006 αίτησης διαμαρτυρίας, την οποία επέδωσαν στο ...

στις 28.12.2006 και με την οποία εξέθεταν ότι λόγω της σχέσης εξαρτημένης εργασίας που τους συνέδεε με τον εναγόμενο Δήμο, δικαιούνταν για το χρονικό διάστημα από 27.2.2001 έως 14.9.2006 "και κάθε νόμιμα οφειλόμενη διαφορά αποδοχών, επιδόματα εορτών, αποζημίωση και επίδομα αδείας, αποζημίωση απασχόλησης για Κυριακές και αργίες και αποζημίωση για νυχτερινή απασχόληση", καθ' όσον δεν καθορίζονται έστω συνοπτικά οι επιμέρους απαιτήσεις αλλά γίνεται μόνο απλή αναφορά σε αυτές, και, συνακόλουθα, ότι οι αξιώσεις για υπερωρίες, προσαύξηση νυχτερινής εργασίας, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, επίδομα γάμου και έξοδα κίνησης για το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι 30.11.2005, [την οποία - διακοπή της παραγραφής- πρόβαλλαν παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου], έχουν υποπέσει σε παραγραφή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3, 93 ν. 2362/1995 και 263 ΑΚ.

Με την κρίση του αυτή, το δικαστήριο της ουσίας αφ' ενός εφάρμοσε προσηκόντως τις περί παραγραφής διατάξεις και αφ' ετέρου εσφαλμένα έκρινε ότι δεν υπήρξε διακοπή της παραγραφής με την επίδοση στις 28.12.2006 της με αριθμό πρωτ. 56357/28.12.2006 αίτησης διαμαρτυρίας, για το λόγο ότι δεν καθορίζονται έστω συνοπτικά οι επιμέρους απαιτήσεις αλλά γίνεται απλή αναφορά σε αυτές, αφού σύμφωνα με την ως άνω μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό αλλά αρκεί να προσδιορίζεται η ταυτότητα της συγκεκριμένης απαίτησης, στη δε προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται μνεία στο είδος των επιμέρους απαιτήσεων χωριστά και στο διάστημα στο οποίο αυτές ανάγονται.

Επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμου του ανωτέρω λόγου αναίρεσης και πρόσθετου τοιούτου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος αυτής που δέχθηκε ως παραγεγραμμένες τις ένδικες αξιώσεις από 1.1.2005 έως 30.11.2005. Κατ' ακολουθία, πρέπει Α) η από 4.3.2020 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ...

λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που παρέστησαν με διαφορετικό δικηγόρο και η 1η εξ αυτών κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν.3463/2006) και Β) η από 10.3.2020 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων, όπως διευρύνθηκε με τους πρόσθετους λόγους πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρήζει περαιτέρω διευκρίνησης κατά το ως άνω μέρος που κρίθηκε ότι πρέπει να αναιρεθεί, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από δικαστή άλλο από εκείνο που την εξέδωσε.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν με διαφορετικό δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις η 1η αναιρεσείουσα, κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτών, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου Δήμου (άρθρα 176, 178 παρ. 1 ΚΠολΔ, μειωμένων κατά το μέτρο του 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 4.3.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. ... και από 10.3.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. ... αιτήσεις καθώς και τους από 24.1.2023 (αριθμ. κατάθ....) πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1265/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 4.3.2020 αίτηση αναίρεσης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των οκτακοσίων (800) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητο. Δέχεται την από 10.3.2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 24.1.2023 πρόσθετους λόγους.

Αναιρεί την 1265/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ