Legislator Case Law & Legislation
241/2022 AI generated

241/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 241/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την από 28.7.2020 κλήση των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της 54ης και 75ης των αναιρεσίβλητων νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 23.5.2016 και με αριθ. κατάθ. 393/31.5.2016 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθ. 5165/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της με αριθ. 672/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, μεταξύ άλλων και ως προς τις αναιρεσίβλητες Α.

Legislator headnote

AI generated

241/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης τον θάνατο των εν λόγω αναιρεσίβλητων, (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 241 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 241/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αθανασία Μήτρου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των καλούντων: 1.Ν. Π. του Κ., κατοίκου ... 2. Α. Π. του Ν., κατοίκου ... 3. Α. Π. του Ν., κατοίκου ... 4. Ν. Π. του Ν., κατοίκου ... 5. Κ. Π. του Ν., κατοίκου ... 6.Δ. Φ. του Θ., κατοίκου ... 7.Α. Φ. του Δ., κατοίκου ... και 8.Κ. Φ. του Δ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2η, 3ος, 4ος και 5ος ως κληρονόμοι της αναιρεσίβλητης Α. Π. και οι 6ος, 7η και 8η ως κληρονόμοι της αναιρεσίβλητης Γ. Π.. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2009 αγωγή των δικαιοπαρόχων των ήδη καλούντων Α. Π. και Γ. Φ. και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5165/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 23/5/2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 672/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη για τις ως άνω αναιρεσίβλητες. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 28/7/2020 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των καλούντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 28.7.2020 κλήση των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της 54ης και 75ης των αναιρεσίβλητων νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 23.5.2016 και με αριθ. κατάθ. 393/31.5.2016 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθ. 5165/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της με αριθ. 672/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, μεταξύ άλλων και ως προς τις αναιρεσίβλητες Α.

Π. του Σ. (54η) και Γ. Φ. του Δ., (75η), οι οποίες είχαν αποβιώσει στις 12.5.2015 και 14.3.2016, αντίστοιχα, χωρίς να υπάρξει βιαία διακοπή της δίκης, επειδή δεν δηλώθηκε ο θάνατός τους από τους κληρονόμους τους και για το λόγο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Βασιλείου παρέστη για τις θανούσες και όχι για τους κληρονόμους αυτών, με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτών προς τον ως άνω παραστάντα δικηγόρο.

Ήδη, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των ανωτέρω, με την από 28.7.2020 κλήση τους, επισπεύδουν τη συζήτηση ως προς αυτούς, της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου. 2. Με την από 23.5.2016 και με αριθμό κατ.393/31.5.2016 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, προσβάλλεται η με αριθ. 5165/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατόπιν άσκησης της από 11.11.2013 έφεσης από τους ενάγοντες κατά της εκδοθείσας με αριθ. 114/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή η έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και έγινε στη συνέχεια κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 10.6.2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως προς όλους τους 89 τον αριθμό ενάγοντες, ως προς τους οποίους η αγωγή τους είχε απορριφθεί ως αόριστη με την πρωτόδικη απόφαση και είχε προσβληθεί από αυτούς με την ως άνω έφεση.

Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης τον θάνατο των εν λόγω αναιρεσίβλητων, (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

3. Η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 86/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117- 118, του ίδιου κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού, με την οποία ζητούνται διαφορές μεταξύ των αποδοχών τις οποίες ο εργαζόμενος δικαιούται, κατ' εφαρμογή ΣΣΕ ή ΔΑ ή με βάση το νόμο και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή, πλην άλλων, οι αποδοχές που αυτός δικαιούται με χωριστή αναφορά στο βασικό μισθό και τα τυχόν επιδόματα που αυτός δικαιούται κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα και εκείνες τις οποίες αυτός έλαβε, ώστε να προκύπτει υπέρ αυτού η αιτούμενη διαφορά για το επίδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 276/2015, ΑΠ 2203/2014, ΑΠ 1133/2010).

Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής η αναγραφή των ποσών που ο ενάγων μισθωτός έλαβε από τον εναγόμενο εργοδότη του χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο (βασικός μισθός, επιδόματα κλπ), διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν κατά το άρθρο 416 του ΑΚ ένσταση εξόφλησης εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη (ΑΠ 965/1998), η δε αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής του συνόλου του ληφθέντος ποσού ενέχει καθ' υποφοράν άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου εργοδότη περί περαιτέρω καταβολών και δεν καθιστά αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την αγωγή, στην οποία αναφέρονται συνολικές μόνο καταβολές έναντι των αγωγικών αξιώσεων, χωρίς επιμερισμό των καταβολών κατά κονδύλιο (ΑΠ 1291/1994).

Και τούτο διότι οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίες που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν και κατά συνέπεια δεν διώκεται από τον ενάγοντα (ΑΠ 672/2018, ΑΠ 533/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), για τον υπολογισμό των μισθολογικών διαφορών που διώκει εκάστη των αρχικώς εναγουσών και ήδη αρχικώς αναιρεσιβλήτων Α. Π. και Γ.

Φ., διαλαμβάνονται αναλυτικά οι μηνιαίες αποδοχές του αντιστοίχου έτους που η κάθε ενάγουσα δικαιούται κατά νόμο, με αναφορά στον οφειλόμενο βασικό μισθό που αντιστοιχεί σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο αναλόγως της προϋπηρεσίας αυτής και στα οφειλόμενα επί μέρους επιδόματα (εξομάλυνσης, χρονοεπίδομα, κινήτρου απόδοσης, γάμου και ειδική παροχή των 176 ευρώ), το σύνολο αυτών μηνιαίως και κατ' έτος, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας του αντίστοιχου έτους και το άθροισμα των δικαιουμένων για τις αιτίες αυτές χρηματικών ποσών ανά έτος, το ληφθέν ανά έτος χρηματικό ποσό και η προκύπτουσα ανά έτος διαφορά από την αφαίρεση από το αντίστοιχο χρηματικό ποσό των δικαιουμένων ανά έτος αποδοχών του ληφθέντος ανά έτος ποσού, ζητείται δε η επιδίκαση του αθροίσματος των ετησίων διαφορών για όλη την επίδικη χρονική περίοδο για κάθε αναιρεσίβλητη.

Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρ. 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη. Ειδικότερα η παράλειψη της μνείας του ύψους των ποσών που έλαβε κάθε αναιρεσίβλητη χωριστά για κάθε αντίστοιχο κονδύλιο (βασικός μισθός, επί μέρους επιδόματα), δεν επάγεται αδυναμία άμυνας του αναιρεσείοντος, αφού οι καταβολές αυτές στηρίζουν ισχυρισμό αυτού ως εναγομένου περί ολικής ή μερικής εξόφλησης (άρθρα 416 και 422 εδ.α του ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 338 παρ.1 του ΚΠολΔ) και όχι ισχυρισμό των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, ούτε καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο του είδους και ποσού της διαφοράς που κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου σε τυχόν νέα δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων που προφανώς αφορά τις αυτές κατ' είδος αξιώσεις της ιδίας χρονικής περιόδου, αφού το δεδικασμένο καλύπτει και την ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος που καταλύθηκε με την καταβολή (σχετ.

ΑΠ 66/2004), οπότε η σχετική σύγκριση θα γίνει με βάση το είδος και το ύψος των επί μέρους απαιτήσεων, πριν την πιο πάνω αφαίρεση (ΑΠ 1404/2017), απορριπτομένου ως αβασίμου του περί αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 672/2018). Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας που έκρινε ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 (και όχι από τον αριθμό 1 και 19) του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα δεν είναι βάσιμος.

4.-Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες δικαιούνταν και για το διάστημα πριν την κατάταξη αυτών σε οργανικές θέσεις τις αντίστοιχες αποδοχές που καθορίζονταν κάθε φορά με το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, του οποίου οι κρίσιμες ρυθμίσεις επεκτάθηκαν και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του αναιρεσείοντος κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.4 εδ β του Ν. 3320/2005, για το λόγο ότι οι συμβάσεις μίσθωσης έργου αυτών που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης καταρτίσθηκαν σε χρόνο πριν την έναρξη της ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, έφεραν το χαρακτήρα ενιαίων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αφού αυτές κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες καθαριότητας των σχολείων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4, 5 και 8 του Ν.993/1979, 9 παρ.6 του Ν. 1256/1982, 21 του Ν. 2190/1994, 6 παρ.1 του Ν. 2527/1997, 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, εκ των οποίων οι δυο τελευταίες προστέθηκαν μετά την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001.

Και τούτο διότι οι ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις, κατά το σχετικό αναιρετικό λόγο, αποκλείουν, ακόμη και για τον πριν την πιο πάνω αναθεώρηση του Συντάγματος χρόνο, τη μετατροπή των συμβάσεων μίσθωσης έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και εάν με αυτές καλύπτονταν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του δημόσιου φορέα της απασχόλησης, με συνέπεια στις συμβάσεις αυτές να μην μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν.2112/1920, λαμβανομένου υπόψη ότι με την παρ. 5 του άρθρου 113 του Ν.1892/1990 προβλέπεται ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να γίνεται από καθαρίστριες που εκτελούν το έργο αυτό με συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες συνάπτονται μεταξύ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και καθεμιάς από αυτές και καλύπτει ένα διδακτικό έτος, έναντι αμοιβής ανά αίθουσα, το ετήσιο ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση.

Ο λόγος αυτός καθ' ο μέρος αφορά τον χαρακτηρισμό των σχέσεων εργασίας των αναιρεσίβλητων είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον η αγωγή των αναιρεσιβλήτων έγινε κατά ένα μέρος δεκτή κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. β του Ν. 3320/2005 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 3205/2003, συνεπεία της κατάταξης αυτών σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.

Δ/τος 164/2004 και τήρησης της προβλεπομένης από αυτό διαδικασίας και κατά συνέπεια είναι χωρίς έννομη επιρροή, εάν ο χαρακτηρισμός από το δικαστήριο της ουσίας των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έλαβε χώρα κατά παράβαση των επικαλουμένων από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο συνταγματικών και λοιπών νομοθετικών ρυθμίσεων (σχετ.

ΟλΑΠ 16/2017).

5. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 19.7.2004 και αφορά τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέση εξάρτησης εργασίας (άρθ. 1 παρ. 1 αυτού), του οποίου σημειωτέον οι ρυθμίσεις κρίθηκαν συμβατές με τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που αποσκοπεί κατά το άρθρο 1 σημείο 2 αυτής στην αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ΔΕΚ της 23.4.2009 Υποθ.

Α. κλπ C 378 - 380), εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες με τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέση εξάρτησης εργασίας θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του ανωτέρω σκοπού της Οδηγίας.

Με τα άρθρα 5 και 6 του ως άνω Π.Δ/τος απαγορεύθηκε, καταρχάς, η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό αναγραφόμενες προϋποθέσεις και προβλέφθηκε η ανωτέρα χρονική διάρκεια των συμβάσεων αυτών, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους εικοσιτέσσερις (24) μήνες, με την επιφύλαξη των εκεί εξαιρέσεων.

Με το άρθρο 7 του ιδίου Διατάγματος ορίσθηκε ότι συμβάσεις που καταρτίζονται κατά παράβαση των πιο πάνω ρυθμίσεων είναι απολύτως άκυρες, πλην όμως ο απασχοληθείς κατά παράβαση αυτών μισθωτός δικαιούται να λάβει τα οφειλόμενα βάσει αυτών χρηματικά ποσά, καθώς και ως αποζημίωση το ποσό που θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του.

Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007), και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π. Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (Ολ.ΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.

α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγουμένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με αυτό κατά τη κείμενη νομοθεσία και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3).

Τέλος με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ. 1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές. Προς συμπλήρωση της μεταβατικού περιεχομένου διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 επακολούθησε ο Νόμος 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 48), με τη διάταξη του άρθρου 1 του οποίου ορίζεται ότι: "Παρ.1.

Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του.

Παρ.2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου, κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.

Παρ. 3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παρ. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Παρ. 5. Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".

Εξάλλου, με το Ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297), οι διατάξεις των άρθρων 2 - 13, 15 - 18, 20 - 26, 27 παρ. 2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν με την με αριθ.

οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) όλων των συναρμοδίων Υπουργών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 21 του ως άνω νόμου, στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ. με χρόνο έναρξης της ισχύος της από 1.1.2004, ορίσθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 αυτού ότι το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγουμένου άρθρου εξελίσσεται ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά έχει σε μισθολογικά κλιμάκια και με το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού ότι τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίζονται σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18° Μ.Κ.

Με το άρθ. 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη γι' αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθ. 15 του νόμου αυτού.

Σύμφωνα δε με το ως άνω άρθ. 15 παρ. 1 του εν λόγω νόμου "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη: α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β...γ...δ...ε...στ...ζ...η...θ...ι.

ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

ι. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο ιι. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ιιι. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Τέλος, με το άρθ. 20 εδ. α του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ.

του άρθρου 3, του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα", συνυπολογίζεται δηλ. και στην περίπτωση αυτή, της κατάταξης σε μισθολογικά κλιμάκια και ο χρόνος απασχόλησης στο Δημόσιο κλπ.

με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατά τη ρητή ως άνω διάταξη του προαναφερθέντος άρθ. 15 παρ. 1 περ. ι του Ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθ. 11 Π.Δ/τος 164/2004, που προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη συνυπολογίζεται, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησης τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθ. 1 παρ. 4 εδ.

β' Ν.3205/2003) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα, τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλ. ο χρόνος αυτός της προηγουμένης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 398/2015, ΑΠ 866/2015, ΑΠ 942/2015, ΑΠ 2203/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, επί της αγωγής μεταξύ άλλων των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων Π. Α. και Φ. Γ. (επί συνόλου 89 εναγόντων), δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι με βάση συμβάσεις που συνήφθησαν κατ' επίκληση της διάταξης του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν.1892/1990, οι αναιρεσίβλητες προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν επί σειρά ετών που εκτείνονται πριν το έτος 2001 μέχρι την κατάταξη τους της καθεμίας εξ αυτών περί το τέλος του έτους 2006 - αρχές του έτους 2007 και στους αναγραφόμενους στην απόφαση χρόνους σε οργανικές θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή για την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών, αφού, όπως έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης "αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διαγωγή της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας" (με αριθμό 12/19.4.2005 Πράξη Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού/ΚΥΣΔΙΠ - Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων) καθώς και από το ΑΣΕΠ.

Ότι αυτές απασχολούνταν από την κατάρτιση των αρχικών συμβάσεων για συνεχή έτη με αλληλοδιαδοχικές συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις "μίσθωσης έργου" και είχαν τυπική χρονική διάρκεια περίπου δέκα μηνών (από 1η Σεπτεμβρίου μέχρι 30η Ιουνίου του επομένου έτους), δηλαδή ίση περίπου με τη σχολική περίοδο, ωστόσο στην πράξη απασχολούνταν και μετά το πέρας της σχολικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επόμενης, καθόσον, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, "οι ανάγκες καθαρισμού των σχολικών εγκαταστάσεων είναι διαρκείς, δηλαδή καλύπτουν όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους και η υποχώρηση τους κατά τους δυο μήνες των θερινών διακοπών και των δεκαπενθήμερων διακοπών κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα εξισορροπείται με τον εκτεταμένο καθαρισμό που πραγματοποιείται κατά την έναρξη και λήξη του σχολικού έτους και κατά την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα".

Ότι οι εργασίες πού εκτελούσαν υποχρεωτικά καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους ήταν ο καθημερινός καθαρισμός όλων των χώρων των σχολείων. Ότι ειδικότερα εργάζονταν όχι σε χρόνο που επέλεγαν οι ίδιες αλλά σε καθορισμένο από τον εργοδότη τους ωράριο, δηλαδή πριν την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους, στον τόπο που επίσης καθόριζε ο εργοδότης τους και τελούσαν, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, υπό την "εκ του σύνεγγυς καθοδήγηση και εποπτεία στην εκτέλεση του έργου καθαρισμού των σχολικών χώρων από τους Διευθυντές των σχολείων".

Ότι επρόκειτο δηλαδή για παροχή υπηρεσιών που δεν ανταποκρινόταν στην έννοια του όρου "έργου", αλλά σε εκείνη της εξαρτημένης εργασίας και που επιπλέον κάλυπτε σταθερές, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως κρίθηκε και από τα αρμόδια όργανα αυτού και το ΑΣΕΠ. Ότι ενώ, όμως, οι αναιρεσίβλητες εργάζονταν (και εξακολουθούν να εργάζονται) υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή τους δεν ήταν αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και την οποία ελάμβαναν οι συνάδελφοί τους, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του αναιρεσείοντος παρ' όλο που διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες.

Ότι ενόψει αυτών, μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 11 Π.Δ/τος 164/2004, οι αναιρεσίβλητες υπέβαλαν αιτήσεις για τη θεώρηση των συμβάσεών τους ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι επί των αιτήσεών τους απεφάνθη θετικά το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος και το ΑΣΕΠ, οπότε με αποφάσεις του ΥΠΕΠΘ οι αναιρεσίβλητες κατετάγησαν σε οργανικές θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενες και αμειβόμενες έκτοτε σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου.

Ότι ενώ κατετάγησαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 Π.Δ/τος 164/2004 και του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, η κατάταξη τους (σε μισθολογικά κλιμάκια) έλαβε χώρα χωρίς να ληφθεί υπ' όψιν η προϋπηρεσία τους με συμβάσεις επιγραφόμενες ως μισθώσεις έργου, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. β του Ν. 3320/2005, όπου ορίζει ότι "ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" και του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3205/2003, όπου ορίζεται ότι ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου, εφ' όσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης).

Ότι έτσι κατετάγησαν στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία τους έπρεπε να είχαν καταταγεί στα παρακάτω αναφερόμενα για την καθεμία μισθολογικά κλιμάκια και να λαμβάνουν βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας τους, καθώς η προϋπηρεσία τους διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις διατάξεις; ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 11 Π.Δ/τος 164/2004, 1 παρ. 1 έως 4 του Ν.3320/2005, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 5 παρ.1 και 2, 15 παρ.1 και 20 Ν.3205/2003 σε συνδυασμό με την με αριθ. οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση και συνεπώς είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το ανωτέρω σκέλος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Επίσης, με την κρίση του αυτή το ως άνω δικαστήριο δεν παραβίασε την επικαλουμένη στην αίτηση αναίρεσης διάταξη της παρ. 4 εδ. β του άρθρου 15 του Ν. 3205/2003 κατά την οποία σε κάθε περίπτωση αναγνώρισης προϋπηρεσίας για μισθολογική εξέλιξη, τα οικονομικά αποτελέσματα αυτής δεν μπορούν να ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της υποβολής όλων των κατά νόμο απαιτουμένων δικαιολογητικών.

Και τούτο διότι η κατά τα άνω αναγνώριση της πιο πάνω προϋπηρεσίας για κατάταξη στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο αφορά αυτή καθ' εαυτή την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε αντίστοιχο με την προϋπηρεσία τους μισθολογικό κλιμάκιο, ανώτερο του εισαγωγικού (18ου), είναι δε διάφορο ζήτημα το ότι η καταβολή των αναλογούντων στην κατάταξη αυτή αποδοχών λαμβάνει χώρα για τον εφεξής μετά την κατάταξη χρόνο.

Περαιτέρω, η επικαλουμένη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο διάταξη της παρ.1 του άρθρου 2 του Ν. 3320/2005 με την οποία τροποποιήθηκαν εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 2190/1994 περί ΑΣΕΠ και ορίσθηκε ότι αν ο χρόνος της αποκτηθείσας εμπειρίας σε καθήκοντα της ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας με αυτή της προκηρυσσομένης θέσης, διανύθηκε σε υπηρεσίες του Δημοσίου, σε Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α.

πρώτου ή δευτέρου βαθμού, σε Ν.Π.Ι.Δ του δημοσίου τομέα της παρ.1 του άρθρου 14, όπως ισχύει, ή σε φορείς της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν.2527/1997 και είναι αθροιστικός ίσος ή μεγαλύτερος των είκοσι τεσσάρων μηνών, ο αριθμός των μονάδων για τα κριτήρια της κατά τα ανωτέρω κτηθείσας εμπειρίας προσαυξάνεται κατά 50% αφορά, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, περιπτώσεις συμβασιούχων που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ένταξής τους στο άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, των οποίων αύξησε τη μοριοδότηση της προϋπηρεσίας τους, ώστε να διευκολυνθεί η απορρόφησή τους μέσω του συστήματος προσλήψεων.

Για το λόγο αυτό με την παρ. 2 του ως άνω άρθρου 2, προβλέφθηκε η εφαρμογή της παρ.1 για την αξιολόγηση υποψηφίων που θα συμμετάσχουν σε διαδικασίες διορισμού ή πρόσληψης, βάσει προκηρύξεων που θα εκδοθούν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2007 και για χρόνο εμπειρίας από το 1990 μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού (σχετ.

ΣτΕ 460/2017). Συνακόλουθα η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση που αφορά συμβασιούχους, οι οποίοι αντιθέτως πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και τήρησαν για την κατάταξή τους την διαδικασία αυτή και επομένως είναι αβάσιμα τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ότι η πέραν των είκοσι τεσσάρων μηνών προϋπηρεσία των αναιρεσιβλήτων λαμβάνεται υπόψη μόνο ως αποκτηθείσα εμπειρία.

6. Από την προπαρατεθείσα διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, με την οποία ορίζεται ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες στη συνέχεια αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση, είτε με την προβλεπομένη διαδικασία του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης τους στην οποία αυτοί εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιελάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιείτο με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου.

Ειδικότερα, ο δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο αυτοί που εργάσθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ, και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίσθηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του ΑΣΕΠ), να στερηθούν των παροχών εκείνων (δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας, απασχόληση κατά τη διάρκεια της νύκτας ή κατά τη διάρκεια αργιών κλπ), τις οποίες δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάσσονται από το χρόνο της κατατάξεώς τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον κατά νομοθετική παραχώρηση η πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν εκείνες μόνο τις παροχές που δεν έλαβαν εξαιτίας μόνο του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους αυτής ως σύμβασης μίσθωσης έργου (ΟλΑΠ 16/2017).

Η διάταξη αυτή του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α του Ν. 3320/2005 δεν αντιβαίνει στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητες, και ειδικότερα στη ρήτρα 4 σημείο 1 αυτής με την οποία ορίζεται ότι "όσον αφορά τις συμβάσεις απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους" και της οποίας (ρήτρας) μπορεί να γίνεται άμεση επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αφού αυτή είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής (ΔΕΚ της 15.4.2008 υπόθ.

I. C 268/06, ΔΕΚ της 22.12.2010 I. T. C 456/09). Και τούτο διότι κυρίως δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση η απαιτουμένη από τη ρήτρα αυτή συγκρισιμότητα των επίμαχων συνθηκών απασχόλησης, για τη συνδρομή της οποίας λαμβάνεται υπόψη σύνολο παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, ώστε τα άτομα αυτά να μπορεί να θεωρηθεί ότι ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση με εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την έννοια ότι ασκούν πανομοιότυπη ή παρόμοια με αυτούς εργασία, αφού στην περίπτωση που η εργασία που πραγματοποίησε ο εργαζόμενος με συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν αντιστοιχεί στην εργασία των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η ρήτρα αυτή, δεδομένου ότι η διαφορετική μεταχείριση αφορά διαφορετικές καταστάσεις (ΔΕΚ της 14.9.2016 υπόθ.

D. P. C 596/14 σκέψεις 40, 41, ΔΕΚ της 18.10.2012 υπόθ. V. C 302, 304/11 σκέψεις 42,43). Για τη συνδρομή δε της ανωτέρω προϋπόθεσης της συγκρισιμότητας δεν αρκεί η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η αμοιβή αυτών δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοί τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διέθεταν τα ίδια προσόντα και εργάζονταν υπό τις ίδιες συνθήκες, χωρίς την ειδική μνεία συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αναφορά των δραστηριοτήτων και καθηκόντων εκατέρας των δύο πλευρών για να ερευνηθεί εάν υπήρξε παραβίαση της ρήτρας αυτής ή όχι (ΑΠ 866/2015).

Πολλώ δε μάλλον που στη κρινόμενη υπόθεση και κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες προσελήφθησαν για να παρέχουν τις υπηρεσίες τους με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου δεκάμηνης διάρκειας για τον καθαρισμό των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101) [όπως αυτή ίσχυε ως εκ του κρίσιμου χρόνου, πριν τη τροποποίησή της αρχικά με το άρθρο 35 παρ. 4 του Ν. 3577/2007 και στη συνέχεια με το άρθρο 36 του Ν. 3699/2008, ήτοι κατά τη διάρκεια της απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων], στην οποία προβλεπόταν ρητά ότι ειδικά για τα σχολεία ο καθαρισμός των σχολείων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης γίνεται (μόνο) από καθαρίστριες που εκτελούν το έργο αυτό με σύμβαση μίσθωσης έργου, η οποία συνάπτεται μεταξύ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και καθεμιάς από αυτές και καλύπτει ένα διδακτικό έτος και ότι συμβάσεις αυτές υπογράφονται από τον αντίστοιχο νομάρχη και από την κάθε καθαρίστρια και προβλέπουν αμοιβή ανά αίθουσα, το ετήσιο ύψος της οποίας προσδιορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ με το άρθρο 5 παρ. 15 του μεταγενέστερου Ν. 1894/1990 "Για την Ακαδημία Αθηνών και άλλες εκπαιδευτικές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 110) ορίσθηκε ότι οι συμβάσεις των καθαριστριών των σχολείων υπογράφονται από τους προϊσταμένους των αντίστοιχων γραφείων εκπαίδευσης και όπου δεν υπάρχουν γραφεία εκπαίδευσης από τους προϊσταμένους των αντίστοιχων διευθύνσεων εκπαίδευσης.

Επί πλέον στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η ανωτέρω νομοθετική επιλογή της κατάρτισης συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας για τον καθαρισμό των σχολείων, κατά το μέρος που ανάγεται στο χρόνο μετά την παρέλευση του χρόνου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), δεν παρίσταται αυθαίρετη, αλλά δικαιολογείται από την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των συμβάσεων αυτών, κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 στοιχ.

α της Οδηγίας (ΔΕΚ της 23.4.2009 υπόθ. Α. C 378 - 380/07 σκέψη 96, ΔΕΚ (διάταξη) της 24.4.2009 υπόθ. Κούκου C 519/08 σκέψη 45, ΔΕΚ της 26.1.2012 υπόθ. K. C 586/2010 σκέψη 27 και 31, ΔΕΕ της 26.2.2015 υπόθ. Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου C 238/14 σκέψη 47), αφού οι υπηρεσίες αυτές, ως απαραίτητη δραστηριότητα κάλυψης πάγιων και διαρκών αναγκών για τη λειτουργία της εκπαίδευσης (καθαρισμός σχολικών κτηρίων), δεν επιβάλλει την πρόσληψη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μόνιμου τακτικού προσωπικού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά μπορεί να επιτευχθεί εξίσου και με τη κατάρτιση συμβάσεων μίσθωσης έργου, είτε αυτές συνάπτονται με νομικά πρόσωπα (πχ εταιρείες καθαρισμού), είτε με φυσικά πρόσωπα.

Και τούτο διότι η κατάρτιση ανανεουμένων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας, έστω και αν αυτή λαμβάνει χώρα κατ' επανάληψη ή και μόνιμα, εφόσον τούτο δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια του άρθρου 5 σημείο 1 στοιχ. α της Οδηγίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν εμπίπτει στο προστατευτικό πλαίσιο αυτής που αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 2 αυτής (πρβλ περίπτωση επί της οποίας έκρινε το ΔΕΚ της 26.1.2012 υπόθ.

K. C 586/2010). Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι και με τις διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 4 του Ν. 3577/2007 και στη συνέχεια του άρθρου 36 του Ν. 3699/2008, με τις οποίες αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 113 παρ.5 του Ν. 1892/1990 και οι οποίες εκδόθηκαν σε χρόνο μετά την προσαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70, ορίσθηκε και πάλι ότι ο καθαρισμός των σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μπορεί να καλυφθεί με συμβάσεις μίσθωσης έργου, για τις περιπτώσεις που οι ανάγκες καθαρισμού δεν καλύπτονται από το προσωπικό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις [τοιαύτη προϋπόθεση δεν έθετε η διάταξη του άρθρου 113 παρ.5 του Ν. 1892/1990 υπό την ως άνω αρχική της διατύπωση, αυτή δε τέθηκε προφανώς μετά την σύσταση οργανικών θέσεων καθαριστριών σχολικών κτηρίων και την κατάταξη σε αυτές καθαριστριών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αναιρεσίβλητες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004], που συνάπτονται όχι μόνο με συνεργεία καθαρισμού, αλλά και με καθαριστές/καθαρίστριες.

Αλλά και με πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις, μεταβατικού χαρακτήρα, όπως οι διατάξεις του άρθρου 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 72 του Ν. 4369/2016 ή του άρθρου 81 του Ν. 4413/2016 (ΦΕΚ Α 148) ορίσθηκε ότι οι ανάγκες καθαρισμού και φύλαξης δημοσίων υπηρεσιών γίνεται με συμβάσεις έργου ή μίσθωσης υπηρεσιών με φυσικά πρόσωπα που δεν απασχολούν προσωπικό και εργάζονταν ή εργάζονται αυτοπροσώπως με τη φύλαξη ή καθαριότητα των πιο πάνω υπηρεσιών ή απασχολούνταν σε εταιρείες στις οποίες είχε ανατεθεί ο εν λόγω καθαρισμός ή η φύλαξη.

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το ότι στην προκειμένη περίπτωση εντάχθηκαν οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες και για τον εφεξής χρόνο σε συσταθείσες οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 που εκδόθηκε σε εφαρμογή της Οδηγίας, διότι η διάταξη αυτή του άρθρου 11, παραπέμποντας για την εφαρμογή της στη διάταξη μόνο του άρθρου 5 παρ. 1 αυτού που αφορά την απαγόρευση κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι και στη διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 αυτού, που επιτρέπει την κατ' εξαίρεση κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον τούτο δικαιολογείται για αντικειμενικούς λόγους, όπως προβλέπει άλλωστε η ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α της Οδηγίας και μάλιστα χωρίς η τελευταία να θέτει χρονικούς περιορισμούς, είναι στο σημείο αυτό ευνοϊκότερη της Οδηγίας για τους απασχολουμένους.

Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 σημείο 1 της ως άνω Οδηγίας, η Οδηγία καθορίζει το ελάχιστο όριο προστασίας, χωρίς να εμποδίζει την εισαγωγή ευνοϊκότερων διατάξεων για τους εργαζομένους, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι με βάση τη διάταξη του εδαφίου β της παρ.4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, οι απασχοληθείσες με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου με τον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναιρεσίβλητες, για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος, που έφεραν το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας και των οποίων η αμοιβή δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοί τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες [φύλλο 19° της προσβαλλομένης], δικαιούνται και για τον πριν την κατάταξή τους χρόνο των αποδοχών που προκύπτουν από το Ν. 3205/2003, τις οποίες λαμβάνει το απασχολούμενο με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό του αναιρεσείοντος, χωρίς να μπορεί να εξαχθεί αντίθετο συμπέρασμα από τη διάταξη του εδαφίου α της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 "καθόσον η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στη γένεση της αξίωσης των κατατασσομένων ως άνω για την απόληψη των αντιστοίχων αποδοχών λόγω ακριβώς της κατάταξής τους και ένεκα αυτής για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, πρόκειται δηλαδή για μια άλλη αξίωση θεμελιουμένη σε διαφορετική νομική βάση" [φύλλο 10° της προσβαλλομένης].

Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.4 εδ. α του Ν. 3320/2005, την οποία δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέα στη προκειμένη περίπτωση και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφόσον δεν αρκούσε η αόριστη αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι οι αναιρεσίβλητοι, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου με αντικείμενο τον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που κάλυπταν σταθερές πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και έφεραν το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας, λάμβαναν αμοιβή που "δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοι τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες", αφού δεν διαλαμβάνεται σε αυτήν σε ποια κατηγορία εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αναφέρεται και ποίο είναι το αντικείμενο δραστηριότητας, τα καθήκοντα και οι όροι της εργασίας αυτής, ούτως ώστε να λάβει χώρα η σχετική σύγκριση.

Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος κατά τα λοιπά λόγος αναίρεσης σε συνδυασμό με τον δεύτερο κατά τα λοιπά λόγο, όπως αυτός παραδεκτώς συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015), είναι βάσιμος.

7. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.

α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019). Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β`, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ` του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ.

ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένου ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης πριν την 1.1.2016 (άσκηση έφεσης 4.12.2013), "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009).

Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί παραγραφής της αξιώσεως, ακόμη και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, όπως συμβαίνει με τα άρθρα 90 παρ. 3 και 94 εδ' γ του ν. 2362/1995 ("Δημόσιο Λογιστικό - Έλεγχος Δαπανών"), τα οποία ορίζουν, ότι ο χρόνος παραγραφής των αποδοχών ή κάθε άλλης φύσεως απολαβών των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου είναι δύο ετών από τη γένεσή τους, έστω και εάν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ότι η εν λόγω παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια (ΑΠ 1153/2014, ΑΠ 120/2007, Α.Π. 2075/2007).

Επισημαίνεται ότι ο κανόνας περί διετούς παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού από αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές, αν και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τα δικαστήρια της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη κατά την έννοια της παρ. 2 εδ. γ' του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως η έννοια της δημόσιας τάξης οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 33 ΑΚ, 323 αριθ. 5, 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ, περιλαμβάνουσα τους κανόνες, με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στην Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΟλΑΠ 4/2012, ΟλΑΠ 15/2000), αλλά αφορά τις ιδιωτικές σχέσεις μεταξύ του Δημοσίου και των μισθωτών αυτού (ΑΠ 670/2016, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 596/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεώς του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι "Κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3, 91, 93 παρ. 1 και 94 παρ. 3 του ν. 2362/1995, καθώς και των άρθρων 260 επ ΑΚ (ιδίως δε του άρθρου 261 ΑΚ), αλλά και με πλημμελή αιτιολογία, το εκδόν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστήριο επιδίκασε εις βάρος μας τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, κάνοντας δεκτή την προβληθείσα από τους αντιδίκους αντένσταση διακοπής της παραγραφής των επίδικων αξιώσεών τους οι οποίες αφορούσαν τα έτη 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008 ενώ αντιθέτως, το δικάσαν Εφετείο έπρεπε να κρίνει ότι οι αγωγικές αξιώσεις των ετών αυτών έχουν υποπέσει στη νόμιμη διετή παραγραφή και, επομένως έπρεπε να απορρίψει την ένδικη αγωγή κατά το μέρος αυτό".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται στον οικείο αναιρετικό λόγο, προβολή του εν λόγω ισχυρισμού του (ένσταση παραγραφής), ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε επικαλείται το πρώτον προβολή αυτού ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως υπεράσπιση κατά της κατ' αυτού ασκηθείσας έφεσης των αναιρεσιβλήτων, αναφέροντας τον τρόπο και χρόνο πρότασης αυτής, ούτως ώστε να ιδρύεται παραδεκτά ο από τον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος.

8. Κατόπιν αυτών, κατά μερική παραδοχή της ένδικης από 23.5.2016 και με αριθ. 393/2016 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και ειδικότερα του τρίτου κατά τα λοιπά σε συνδυασμό με το δεύτερο κατά τα λοιπά λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα πληττόμενα με αυτούς κεφάλαια αυτής, και να παραπεμφθεί, κατά ταύτα, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκείμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.2 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ την από 23.5.2016 με αριθμό κατάθεσης 393/2016 αίτηση αναίρεσης.

ΑΝΑΙΡΕΙ ως προς τις αναιρεσίβλητες ι) Α. Π. και ιι) Γ. Φ. (οι οποίες έχουν ήδη αποβιώσει και τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους), την υπ' αριθμ. 5165/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ως προς τις αναιρεσίβλητες αυτές την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς το αναιρεθέν μέρος.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ