Legislator Case Law & Legislation
241/2021 AI generated

241/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 241/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-01-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 07-11-2019 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

241/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτι, περαιτέρω, κατ’ αρ. 13 του ίδιου άρθρου θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, όπως αυτό ορίζεται από την διάταξη του αρθρ. 338 §1KΠολΔ, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Keywords

AI generated
standing of the municipality rural land rights protected townscape geographical names right of access in property negatory action
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 241 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 241/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Έ.-Μ. Χ., θυγ. Χ. Π., κατοίκου ... Γερμανίας και προσωρινώς διαμένουσας στη … Κυκλάδων, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Κολοβού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-01-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 07-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Κατά τον Οθωμανικό νόμο της 7ης Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονταν σε πέντε κατηγορίες:

α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) π.χ. οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, κλπ, των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης,

β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ) π.χ. τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση, κλπ, των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ),

γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια) των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ. μοναστηριού, νοσοκομείου κλπ),

δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) π.χ. δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κλπ, οι οποίες ήταν προορισμένες στην κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και

ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) π.χ. βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση κλπ, οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δε κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 03-02-1830 «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος», τα ερμηνευτικά των εν λόγω πρωτοκόλλων των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 04-06-1830 και 19-06-1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 03-07-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης. Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον προαναφερθέντα οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την ανωτέρω διαδοχή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών. Το Ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο, την κυριότητα μόνον εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 03-02-1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Όμως την εποχή της Τουρκοκρατίας οι Κυκλάδες αποτελούνταν στο σύνολο τους από ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), οι οποίες εξουσιάζονταν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας από τους κυρίους τους και επί των οποίων δεν υφίστατο κανένα δικαίωμα του Δημοσίου. Αυτό συνέβαινε γιατί τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία όχι δικαιώματι πολέμου, αλλά ειρηνικά με την οικειοθελή υποταγή τους κατόπιν συνθηκών που συνάφθηκαν μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίστηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρός ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία συνεπώς εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και μάλιστα κατά πλήρη κυριότητα.

Το ιδιόμορφο αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου (και όχι μόνον των Κυκλάδων) αναγνώρισε και ο ίδιος ο νομοθέτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους στη "Διασάφηση" (αιτιολογική έκθεση με τη σημερινή έννοια) του Νόμου της 27ης Νοεμβρίου 1835 "περί προικοδοτήσεως ελληνικών οικογενειών από 26.5/7.6.1835" όπου γινόταν αναφορά στο «ιδιότροπο της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα, κατά το οποίο σχεδόν όλες οι γαίες του Αιγαίου είναι ιδιόκτητες, ενώ άλλες κατέχονται με εμφυτευτικά επί Τουρκοκρατίας δοθέντα δικαιώματα».

Επομένως, οι ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενες πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόμενες από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 09-07-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Τούτο όμως συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τους βοσκότοπους και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου και τούτο γιατί οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του Κράτους αυτού. Μετά δε την επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους με τα προαναφερθέντα Πρωτόκολλα και Συνθήκη, οπότε προσδιορίστηκε η Χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμία αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το οθωμανικό σύστημα θα ανήκαν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013 ΑΠ 1182/2018).

Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ` αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ`/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-09-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων".

Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ. Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 719/2015, ΑΠ 479/2015).

Επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-09-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις: (α) του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 περί "Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ` αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ` εαυτήν διακατοχική πράξη (ΑΠ 638/2016) και (β) των άρθρων 2, 4 και 37 του αν.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 53 ΕισΝΑΚ), κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 638/2016).

Να σημειωθεί ότι κατά το οθωμανικό δίκαιο οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν σε δάση, που ανήκαν, κατά κανόνα, κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο, δικαίωμα εξουσίασης (οιονεί επικαρπίας) με "ταπί", δηλαδή επίσημο τίτλο παραχώρησης, που εξέδιδε υπάλληλος του Οθωμανικού Δημοσίου (ΑΠ 309/2012). Άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχουν δικό τους, ενώ, όπως συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.3), ν. 25 Πανδ. (24.1), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10,13 παρ. 1,17, 48 Πανδ. (41.3), ν. 5 Πανδ. (41.7), ν. 3 Πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 Πανδ. (41.4), ν. 109 Πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου (ΑΠ 638/2016).

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 12.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά στη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα καταστεί κύριος τους το Ελληνικό Δημόσιο (AΠ 749/2019).

Επειδή κατά το Οθωμανικό δίκαιο της 7ης Ραμαζάν τις νεκρές γαίες τις αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε όπως π.χ. τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ. Αδέσποτα μπορούσαν να καταστούν μόνο οι γαίες αυτές που βρίσκονταν μακριά από πόλεις και χωριά ("όσο και η φωνή μεγαλόσωμου ανθρώπου").

Αντίθετα οι υπόλοιπες κατηγορίες γαιών δεν ήταν δυνατόν να καταστούν αδέσποτες. Επομένως εφόσον στις Κυκλάδες υπήρχαν μόνο γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), αυτές δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθούν εξ αρχής αδέσποτες. Μετά την απελευθέρωση ένα ακίνητο στα νησιά των Κυκλάδων μπορούσε να καταστεί αδέσποτο μόνο αν είχε εγκαταλειφθεί από τον Οθωμανό κύριο, λόγω της οριστικής αποχώρησής του από την Ελλάδα, οπότε και το Δημόσιο θα απαιτούσε την κυριότητα, είτε αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" του Ν. 21- 6/10.7.1837, το οποίο όριζε ότι όλα τα μη δεσποζόμενα παρ’ ιδιωτών ή Κοινοτήτων κτήματα ανήκουν στο Δημόσιο.

Εξάλλου κατά τις αντίστοιχες διατάξεις του ισχύοντος μετά την απελευθέρωση και μέχρι της ισχύος του ΑΚ Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (Ν. 1, 23 Πανδ (47, 1) Εισηγ. 47 (2-1), για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο, έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα και χωρίς την πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς της προς τρίτο πρόσωπο, η δε βούληση του κυρίου θα έπρεπε να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν την καθιστούν αμφίβολη, χωρίς να απαιτείται η τήρηση τύπου, όπως απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ, όπου τα αδέσποτα ρυθμίζονται από το άρθρο 972ΑΚ και το άρθρο 2 παρ. 1 του αν 1539/1938 η σχετική δήλωση του κυρίου περί παραιτήσεως πρέπει να γίνει ενώπιον συμβολαιογράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή, γιατί η εγκατάλειψη (DEREDITIO AK 1076) αποτελεί δικαιοπραξία, που τείνει σε κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου (αρθ. 1192 αρ. 1, 1198 ΑΚ – ΑΠ 835/2014).

Εκ τρίτου, για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικού ή μη χαρακτήρα αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει, η δε έννοια του δάσους έχει προσδιορισθεί με την υπ’ αριθ. 27/1999 απόφαση του ΑΕΔ, ενώ τα πρόσθετα για τον προσδιορισμό του στοιχεία που απαιτήθηκαν κατά το άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 του ν.998/1979, έχουν κριθεί αντισυνταγματικά (ΟλΣτΕ 34/2013, ΑΠ 596/2016).

Με το άρθρο 14 του ν. 998/1979 θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη διοίκηση, όσο και για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες (ΣτΕ 885/2008). Οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας (άρθρ. 10 παρ. 3 ν998/1979) σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη συνίσταται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της.

Η σχετική διαπίστωση ανάγεται και στο παρελθόν, όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση. Οι Επιτροπές είναι αρμόδιες, μεταξύ άλλων, να επιλύουν διαφορές ως προς τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως χορτολιβαδικής ή μη κατά την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι δημόσια ή ιδιωτική, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 8, 14 και 74 παρ. 3 του ίδιου νόμου.

Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας ή της διαχείρισης των χορτολιβαδικών εκτάσεων (ΑΠ 1182/2018). Περαιτέρω, η αμφισβήτηση υπό του εναγομένου με τις προτάσεις της κυριότητας του ενάγοντος επί του (επιδίκου) ακινήτου σε περίπτωση επικλήσεως υπ'αυτού παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας, επιβάλλει στον τελευταίο την (επιτρεπτή) με την προσθήκη των προτάσεων της αγωγής (ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου)συμπλήρωση της αγωγής με αναγωγή στα ιδιοκτησιακά δεδομένα (με ανάστροφη διαδοχή) των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος μέχρι πρωτοτύπου κτήσεως της κυριότητας (probatio diabolica).

Ο από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ δε λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και η νομική δε αοριστία της αγωγής που συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠοΛΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ` αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ως άνω ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Το απαράδεκτο δε αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους, ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η ακυρότητα προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα (ΑΠ 191/2019).

Έτι, περαιτέρω, κατ’ αρ. 13 του ίδιου άρθρου θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, όπως αυτό ορίζεται από την διάταξη του αρθρ. 338 §1KΠολΔ, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφασης θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό, απόδειξης των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει, όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.ο.κ.

και που οφείλει να αποδείξει οι υποβαλών το αίτημα διάδικος οπότε, το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως.

Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 19 του άνω άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ο λόγος δε αυτός δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς πλήρως και χωρίς αντιφάσεις, καθώς επίσης και όταν η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία αφορά σε επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά (που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων).

[Β] Με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠοΛΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την από 16-01-2017 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, διότι σ` αυτή δεν εκτίθενται συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις (των αμέσων και απωτέρων) δικαιοπαρόχων της (ενάγουσας) μέχρι πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας και δη υπό τις προυποθέσεις του ΒΡΔ δικαίου και μάλιστα, συμπληρωμένες μέχρι την 11-09-1915, αφού, όπως περαιτέρω επικαλείται το αναιρεσείον, το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα, χωρίς όμως να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι παρόμοιος ισχυρισμός προβλήθηκε ρητά εκ μέρους του αναιρεσείοντος τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, ανεξαρτήτως του ότι, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των πρωτόδικων προτάσεων, η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη παρέθεσε αναλυτικά, καθ` υποφορά στο αγωγικό τους δικόγραφο, αλλά και στις πρωτόδικες προτάσεις της και την προσθήκη αυτών, τις συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις των δικαιοπαρόχων της μέχρι πρωτοτύπου κτήσεως κυριότητα και υπό τις προυποθέσεις του ΒΡΔ δικαίου μέχρι την 11-9-1915, με βάση τις οποίες κατέστη κυρία του επίδικου με πρωτότυπο τρόπο.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο δέχθηκε μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«Το επίδικο είναι ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 27.191,63 τμ, που βρίσκεται στη θέση ... περιφέρειας πρώην Κοινότητος ... και ήδη ΔΔ ... Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων) με την ονομασία "..." ή "..." και εμφαίνεται στο από 16-11-2016 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν. Μ. με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-...77-78-79-80-1 και συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Α. (πλευρά του διαγράμματος 44-45-69-70), ανατολικά με ιδιοκτησία Λ.

και Β. (πλευρά του διαγράμματος 70-71... .79-80-1), νότια με ιδιοκτησία Ρ. (πλευρά 1-2...19-20-21 του διαγράμματος) και δυτικά με αιγιαλό και θάλασσα (πλευρά 21-22...42-43-44 του διαγράμματος). Περαιτέρω, απεδείχθη ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. .../10-9-1971 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Νάξου Παναγιώτη Πάγκαλου, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ..../1986 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Νάξου Στυλιανού Βλησίδη, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, η ενάγουσα αγόρασε από τον Ε.

Ν. Μ. το επίδικο ακίνητο, το οποίο περιγράφεται στο άνω συμβόλαιο ως " ένας αγρός βουνώδης καλούμενος "..." ή "...", κείμενος εις θέσιν ... της περιφέρειας ... Νάξου, εκτάσεως τελείως βουνώδους, αποτελούντος το προς δυσμάς ήμισυ του όλου ομώνυμου αγρού... εκτάσεως του αγρού τούτου 32.000 τμ". Στον δικαιοπάροχό της Ε.

Ν. Μ. είχε περιέλθει το ακίνητο δυνάμει του υπ' αριθμ..../27-12-1963 συμβολαίου προικός του συμβολαιογράφου Νάξου Βασιλείου Δέτση, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον προικοδότη Α. Κ. Φ.. Πιο συγκεκριμένα ο άνω προικοδότης συνέστησε υπέρ της θυγατέρας του προίκα για το επίδικο, το οποίο περιγράφεται ως "ένα βουνώδες τμήμα αγρού καλούμενο "..." ή "...", κείμενο εις θέσιν ...

της περιφέρειας ... Νάξου, εκτάσεως τελείως βουνώδους, είκοσι περίπου στρεμμάτων ή όσης έκτασης είναι πλέον ή έλασσον αποτελούν το προς δυσμάς ήμισυ της εκτάσεως του όλου βουνώδους αγρού ονόματι "..."...". Επίσης, απεδείχθη ότι ο προικοδότης Α. Φ. είχε αποκτήσει τον αγρό σε, μείζονα έκταση δυνάμει του υπ' αριθμ. .../10-12-1955 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Νάξου Παναγιώτου Πάγκαλου που μεταγράφηκε νόμιμα, που είχε αποκτήσει το '/2 εξ αδιαιρέτου επί των διανεμομένων ακινήτων πριν τη διανομή, κατά ένα μέρος από κληρονομιά της μητέρας του Φ.

συζ. Κ. Φ., το γένος Α. και Κ. Κ., που είχε αποβιώσει στις 17-03-1919 και κατά ένα μέρος από κληρονομιά του θείου του Δ. Κ. του Α. και Κ. που είχε αποβιώσει το έτος 1935. Στο ανωτέρω διανεμητήριο το ακίνητο περιγράφεται ως εξής: "[…]λαμβάνει εκ του μεσαίου τεμαχίου του όλου βοσκότοπου, καλούμενου "..." το νότιο τμήμα τούτου, οριζόμενου γύρωθεν βορείως με το βόρειο τμήμα εκ τούτου το λαμβανόμενο, κατωτέρω, παρά του συμβαλλομένου Κ.

Ν. Φ., από το οποίο ορίζεται διά λίθινων σημείων οροσήμων, δυτικώς με θάλασσα, νοτίως με τεμάχιο του βοσκότοπου καλούμενο "..." ή "..." ανατολικά με Κ. Ι. Μ. […]". Οι άνω δικαιοπάροχοι του Α. Φ. είχαν αποκτήσει τις ιδιοκτησίες τους από κληρονομιά της μητέρας τους Κ. χήρας Α. Κ., ενώ η τελευταία είχε αποκτήσει την ιδιοκτησία της με αγορά από τη Μ.

χήρα Ε. Π., το γένος Α. Χ., δυνάμει του υπ' αριθμ..../12-7-1921 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Νάξου Μιλτιάδη Πραντούνα που μεταγράφηκε νόμιμα. Με το άνω συμβόλαιο το επίδικο περιγράφεται ως "ένας αγρός, καλούμενος "..." κείμενος εν τη θέση ... του Δήμου Νάξου, οριζομένου πέριξ με αγρούς κληρονόμων Α.

Κ., με Ν. Σ. και παραλία".

Εξάλλου, η Μ. Χ.- Π. είχε αποκτήσει στην ιδιοκτησία της (δηλαδή ολόκληρο σχεδόν το λόφο της ...) από κληρονομιά του πατέρα της Α. Χ., που πέθανε το έτος 1890, σε συνδυασμό με το συμβόλαιο διανομής υπ' αριθμ..../6-7-1900 του συμβολαιογράφου Νάξου Μιλτιάδου Πραντούνα, που μεταγράφηκε νόμιμα. Το επίδικο στο ανωτέρω .../1900 συμβόλαιο περιγράφεται ως αγρός. Τέλος ο Α. Χ. είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με αγορά από τους αδελφούς Ν., Α. και Α.-Λ. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../3-2-1880 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Νάξου Δημητρίου Λεντούδη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο ανωτέρω συμβόλαιο το ακίνητο περιγράφεται ως "ένα κτήμα κείμενο στη θέση ... του Δήμου Νάξου, ονομαζόμενο "..." συνιστάμενο από καλλιεργήσιμη έκταση και βοσκότοπο".

Εξάλλου, απεδείχθη ότι με την υπ' αριθμ..../29-9-1992 απόφαση-πράξη χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Νομαρχίας Κυκλάδων, η ιδιοκτησία της ενάγουσας χαρακτηρίστηκε δασική έκταση και κατόπιν αυτού η ενάγουσα άσκησε τις από 25-11-1992 και υπ' αριθμ.πρωτ.... -1-1992 αντιρρήσεις της, οι οποίες απορρίφθηκαν με την υπ' αριθμ.

…/1996/ απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων της Περιφερειακής Διοίκησης Κυκλάδων. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε προσφυγή και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 17/96/06 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγιναν δεκτές εν μέρει οι αντιρρήσεις της ενάγουσας και χαρακτηρίστηκε η έκταση ως χορτολιβαδικής μορφής.

Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία απεδείχθη ότι το επίδικο ακίνητο ήταν χορτολιβαδικής μορφής, χρησιμοποιούμενο εν μέρει ως βοσκότοπος και εν μέρει για καλλιέργεια, πλην όμως, τόσο η ίδια η ενάγουσα όσο και οι δικαιοπάροχοί της, ασκούσαν από το έτος 1880, ήτοι 35 έτη πριν το 1915 μέχρι σήμερα όλες τις προσιδιάζουσες στο ακίνητο πράξεις νομής (περίφραξη, καλλιέργεια, επίβλεψη, καταβολή φόρου, άσκηση αγωγών με αντικείμενο τη διάνοιξη δρόμου με όμορους ιδιοκτήτες), προσμετρώντας στο δικό της χρόνο χρησικτησίας το χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων της.

Από τα προαναφερόμενα καθίσταται σαφές ότι το επί του επιδίκου δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας στηρίζεται το μεν σε αδιάκοπη σειρά τίτλων από το έτος 1880, το δε σε αδιάλειπτη νομή με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από τους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας από το έτος 1880 μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής, δηλαδή μέχρι το έτος 2017.

Αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε κυριότητα ή εμφανίσθηκε διεκδικώντας κυριότητα επ' αυτού, ούτε άσκησε ποτέ οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του επιδίκου. Επομένως, οι υπό του εναγομένου πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμοί, που επαναφέρονται με την υπό κρίση έφεση, ότι δηλαδή η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου, ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, άλλως ότι αποτελεί βοσκότοπο ή λιβάδι, είναι αλυσιτελείς και απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το εναγόμενο με τον πρώτο λόγο εφέσεως (1δ) ισχυρίζεται ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο ακίνητο, δηλαδή ως κτήμα επί του οποίου δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητας πριν, κατά και μετά την σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του ν. 21-6/10-7-1837. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποιου ιδιοκτήτη) το επίδικο κατέστη αδέσποτο, και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από την σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά καθώς και πριν ή μετά την θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 περί γαιών) αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ' ευθείας ή δι' εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται διαθέσιμος και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς τον σκοπό παραιτήσεως της κυριότητος και άνευ προθέσεως περαιτέρω μεταβιβάσεώς της προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23-02-1946) απαιτείται προς τον σκοπό αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή πέραν του ότι ουδόλως προέκυψε ότι το επίδικο υπήρξε ποτέ αδέσποτο αφού ανέκαθεν δεσποζόταν από τους δικαιοπάροχους της ενάγουσας.

Ομοίως, ουδόλως απεδείχθη ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ασκούσε επί του επιδίκου πράξεις νομής και κατοχής διανοία κυρίου, ώστε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, αφού όπως εκτέθηκε η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοί της ασκούσαν όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του επιδίκου πράξεις νομής, απορριπτομένου ως αβασίμου του πρώτου λόγου έφεσης (1ε).

Επιπλέον, όπως ανωτέρω έχει εκτεθεί, η ενάγουσα πλήρως απέδειξε, κατ' άρθρο 338 ΚΠολΔ το δικαίωμα της κυριότητάς της επί του ακινήτου, το οποίο στηρίζει τόσο σε παράγωγο τρόπο, όσο και σε πρωτότυπο τρόπο, προσκομίζοντας όλα τα αναφερόμενα άνω συμβόλαια αυτής και των δικαιοπαρόχων της που ανάγονται από το έτος 1880 και αποδεικνύοντας επιπλέον τις πράξεις νομής αυτής και των δικαιοπαρόχων της από το έτος 1880. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και έκανε δεκτή την αγωγή της ενάγουσας κρίνοντας ότι είναι κυρία του επιδίκου, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις κατ' αποτέλεσμα και πρέπει, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία με την παρούσα απόφαση, να απορριφθεί ως αβάσιμος, εκτός από τον πρώτο λόγο έφεσης, περί ύπαρξης κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, και ο δεύτερος λόγος έφεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 338 ΚΠολΔ και μη απόδειξης από την ενάγουσα της κυριότητάς της επί του ακινήτου.

Μετά την απόρριψη των άνω λόγων έφεσης η προσβαλλόμενη εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων, κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό και καταδίκασε το Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δεύτερου της ενάγουσας -εφεσίβλητης.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠοΛΔ το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι αφενός, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3-2-1830,4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, της από 09-07-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων» και του άρθρου 1του βδ/τος της 3/15-12-1833, αναφορικά με τον ισχυρισμό του Δημοσίου περί θεμελίωσης της κυριότητάς του σ'αυτές, μη αναγνωρίζοντας τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών- χορτολιβαδικών εκτάσεων στις νήσους των Κυκλάδων, αφετέρου εσφαλμένα ερμήνευσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις σε σχέση με την δικονομικής φύσης διάταξη του άρθρου 62παρ 1εδβ του ν 998/1979 , ενώ δεν γίνεται η οποιαδήποτε αναφορά ούτε σε τίτλους, ούτε σε δικαιοπαρόχους, ούτε σε συγκεκριμένες πράξεις νομής κατά' τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1,2 του από17-11/1-12-1836βδ/τος, 51ΕισΝΑΚ, των ν8 παρ1 Κωδ(7.39), ν9 παρ1 Πανδ (50.14), ν2 παρ20 Πανδ (41.4) ν6 Πανδ (44.3), ν76 παρ1 Πανδ918.1), ν7 παρ3 Πανδ(23.3), Ν20 παρ12 Πανδ(5.8), ν27 Πανδ (18.1), ν10,17 της 48 Πανδ (41.3), ν3 Πανδ (41.10) της ν109 Πανδ (50.16), ν18, 24 παρ1 Πανδ (43.3) παρ9 Εισηγ (2.9), ν2 κωδ (7.30), Βας (50.10), 18, 21ν της 21-6/3-7-1837 «περί διακρίσεως κτημάτων», των άρθρων του ν. ΔΞΗ’/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-09-1915 μέχρι και την 16-05-1926, του άρθρου 21 νδ/τος της 22-4/16-5-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 αν.ν. 1539/1938 «περί προστασίας δημοσίων κτημάτων» των άρθρων 117 ν. 3077/1924 «Περί δασικού Κώδικος», 215 ν. 4173/1929 ως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 αν. ν. 1539/1938 και το 16 αν. 192/1946 και επαναλήφθηκε στο άρθρο 58 ν.δ. 86/1969 «Περί Δασικού Κώδικος, των άρθρων 2,4 και 3 αν. ν. 1539/1938 «Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων»,κατά τις οποίες επιτρέπεται έκτακτη χρησικτησία επί δασών και δημοσίων κτημάτων με τριακονταετή νομή, με καλή πίστη, διανοία κυρίου, η οποία πρέπει να έχει συμπληρωθεί την 11-09-1915, με αποτέλεσμα να καταλύεται το δικαίωμα κυριότητας επ'αυτών.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεχόμενο ανελέγκτως ότι το επίδικο ακίνητο είναι ιδιωτική ιδιοκτησία και όχι δημόσια γαία, συνιστάμενη από καλλιεργήσιμη έκταση και βοσκότοπο, χρησιμοποιούμενη εν μέρει ως βοσκότοπος αι εν μέρει για καλλιέργεια, χορτολιβαδικής μορφής, κυριαρχικώς εξουσιαζόμενη τουλάχιστον από το έτος 1880, επί του οποίου η ενάγουσα απέδειξε την κυριότητά της τόσον με παράγωγο τρόπο δυνάμει συμβολαίων που ανάγονται στο έτος 1880 όσον και με πρωτότυπο τρόπο αφού οι δικαιοπάροχοί της και στη συνέχεια η ίδια από το έτος 1880 δηλαδή 35 χρόνια πριν το έτος 1915 και μέχρι σήμερα ασκούσαν όλες τις εμφανείς πράξεις νομής που προσιδιάζουν σ'αυτό (περίφραξη, επίβλεψη κλπ), αδιαλείπτως με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου προσμετρώντας στο χρόνο χρησικτησίας της και αυτόν των δικαιοπαρόχων της, ενώ αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε κυριότητα επ'αυτού ούτε εμφανίστηκε διεκδικώντας κυριότητα επ' αυτού ούτε άσκησε διακατοχικές πράξεις επ' αυτού και απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του δικαιώματι πολέμου, ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, ή ότι αποτελεί βοσκότοπο ή λιβάδι άλλως με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, της από 09-07-1832 Συνθήκης της Κων/πόλεως «Περί διαρρυθμίσεως ων Ελληνικών συνόρων» και του άρθρου 1του ΒΔ/τος της 3/15-12-1833, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση και ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος είναι αβάσιμος.

Ομοίως, αβάσιμος και, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης αφού από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν λιβάδι, βοσκότοπος, δάσος και εν γένει δημόσιο κτήμα και αν και ερμήνευσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων 1,2 του από 17-11/1-12-1836 βδ/τος, 51 ΕισΝΑΚ, 18,21ν. της 21-6/3-7-1837 «περί διακρίσεως κτημάτων», των άρθρων του ν. ΔΞΗ’/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-09-1915 μέχρι και την 16-05-1926, του άρθρου 21νδ/τος της 22-4/16-5-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 αν ν 1539/1938 «περί προστασίας δημοσίων κτημάτων» των άρθρων 117 ν. 3077/1924 «Περί δασικού Κώδικος», 215 ν. 4173/1929 ως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37αν.ν. 1539/1938 και το 16 αν. 192/1946 και επαναλήφθηκε στο άρθρο 58 ΝΔ 86/1969 «Περί Δασικού Κώδικος», των άρθρων 2,4 και 3αν.ν. 1539/1938 «Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», ορθά δεν τις εφάρμοσε καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ενώ αντιθέτως ορθά εφαρμόστηκαν οι παραπάνω διατάξεις του βρ δικάιου και των λοιπών αστικών νόμων για κυριότητα στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και τις ίδιας καθόσον βάσει των ανωτέρω παραδοχών ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ, καθόσον η αναιρεσίβλητη δεν ανταποκρίθηκε στο αντικειμενικό βάρος απόδειξης που είχε, αφού δεν μπόρεσε να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι οι δικαιοπάροχοί της ενήργησαν τις επιτρεπόμενες, με βάση το άρθρο 2 του αν 1539/1938, σε χορτολιβαδικές εκτάσεις εμφανείς πράξεις νομής της υλοτομίας και της εκμετάλλευσής τους ως ιδιωτικών εκτάσεων εφόσον διενεργήθηκαν βάσει αδειών της δασικής αρχής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί του επίδικου για 30 χρόνια μέχρι την 11-09-1915, προκειμένου να θεμελιώσει τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν τη βάση της αγωγής της και ως εκ τούτου όφειλε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή της.

Ο λόγος είναι αβάσιμος επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προυπόθεση αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι το επίδικο είναι δάσος, βοσκότοπος λιβάδι ή γενικώς δημόσιο κτήμα, έτσι ώστε να ισχύει ο άνω αν.ν. 1539/1938, αλλά γαία ιδιωτικής ιδιοκτησίας ενώ η αναιρεσίβλητη απέδειξε με πράξη νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη των δικαιοπαρόχων για 30 έτη πριν την 11-09-1915.

Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης και το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι με το να απορρίψει το Εφετείο ως αόριστο τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο με βάση τη διάταξη του άρθρου 16 ν. 21-6-/10-7-1837 και άρθρου 34 παρ.8 ν. 1539/1938 υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ότι για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται: α) Εάν το ακίνητο κατέστη αδέσποτο μετά την ισχύ του ΑΚ, οπότε απαιτείται παραίτηση του ιδιοκτήτη από την κυριότητα με νομίμως συμβολαιογραφικό έγγραφο ή κατά το προ της εφαρμογής του ΑΚ χρόνο, οπότε η παραίτηση από την κυριότητα με σκοπό καταστάσεως του επιδίκου ως αδέσποτου δεν ήταν απαραίτητο να υποβάλλεται στις προαναφερόμενες διατυπώσεις, β) η ταυτότητα του προσώπου το οποίο παραιτήθηκε του δικαιώματος κυριότητος ώστε το επίδικο να καταστεί αδέσποτο και γ) με ποιόν τρόπο κατέστη το επίδικο αδέσποτο.

Περαιτέρω, εκ της μορφής της επίδικης έκτασης ως χορτολιβαδικής αυτή πράγματι ήταν ανεπίδεκτη φυσικής εξουσίασης (έστω και πλασματικά), και συνεπώς αδέσποτη για το λόγο αυτό, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε, από την αντίδικο η κυριότητα οποιουδήποτε ιδιώτη επ' αυτής, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.

Άλλωστε, ενδεχόμενη παραδοχή ότι αδέσποτα ακίνητα είναι μόνα όσα είχαν κάποτε κύριο, ο οποίος σε κάποια στιγμή παραιτήθηκε από την κυριότητα τους ή τα εγκατέλειψε, δεν μπορεί να γίνει δεκτή γιατί παραβλέπει την αυτονόητη ύπαρξη ακινήτων, που ουδέποτε, λόγω της φύσης και της μορφής τους, είχαν κάποιο κύριο και θεωρούνται ως "αείποτε" αδέσποτα.

Ο λόγος αυτός, που κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αφορά νομική και όχι σε ποσοτική αοριστία, ιδρυομένου εντεύθεν του αναιρετικού λόγου της διάταξης του αριθ. 1 του άρθρου559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, το επίδικο ως ακίνητο καθαράς ιδιοκτησίας που βρίσκεται σε νησί των Κυκλάδων και που δεν γίνεται επίκληση εγκαταλείψεώς του από τυχόν Οθωμανούς ιδιώτες, ώστε να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του ν. 21.6/10-7-1837, αδέσποτο θα μπορούσε να καταστεί κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ δικαίου και του εν συνεχεία ισχύσαντος δικαίου, η επίκληση των προυποθέσεων του οποίου είναι απαραίτητη για το ορισμένο του επίμαχου ισχυρισμού (ΑΠ 835/2014).

Με τον τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου το αναιρεσείον σχυρίζεται ότι το Εφετείο στέρησε νόμιμης βάσης την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον δεν διευκρινίζει: α) σε ποιόν ανήκε η κυριότητα της επίδικης εδαφικής έκτασης πριν την κατάρτιση των προαναφερομένων συμβολαίων, β) ποιά η μορφολογική κατάσταση του ακινήτου, δηλ.

επρόκειτο περί δημόσιας γαίας (καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση)ή γαίας καθαρής ιδιοκτησίας (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας και στη συνέχεια, κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύος των ανωτέρω Πρωτοκόλλων και Συνθηκών και του β.δ. της 3/15.12.1833,γ) ποιό ακριβώς ήταν το ιδιωτικό δικαίωμα (τεσσαρούφ) που είχε παραχωρηθεί επί τουρκοκρατίας στους απώτερους δικαιοπαρόχους της αντιδίκου και με ποιόν τρόπο μετεξελίχθη αυτό στη συνέχεια σε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου και δ) με ποιό συγκεκριμένο τρόπο (συγκεκριμένες επιτρεπτές εμφανείς υλικές πράξεις νομής) οι δικαιοπάροχοί της αντιδίκου είχαν νεμηθεί το επίδικο επί τριάντα (30) χρόνια μέχρι τις 12-09-1915 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και είχαν καταστεί ή όχι κύριοι με βάση τον πρωτότυπο αυτό τρόπο έτσι ώστε ένεκα ανυπαρξίας αιτιολογιών, άλλως ένεκα ανεπαρκών, άλλως αντιφατικών τοιούτων, δεν επιτρέπεται ο αναιρετικός έλεγχος επί κρίσιμων ζητημάτων για τη διάγνωση του επίδικου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, αλλά και του ισχυρισμού του Δημοσίου ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου "δικαιώματι πολέμου" εκ διαδοχής εκ του τουρκικού δημοσίου, αλλά και σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ/τος της 3/15.12.1833, λόγω του χαρακτήρα του ακινήτου ως χορτολιβαδικής έκτασης, πριν την έναρξη της ισχύος της τελευταίας αυτής διατάξεως, αλλά και κατά την ισχύ αυτής και στη συνέχεια, μέχρι τις 11-09-1915 και στη συνέχεια μέχρι και σήμερα και επομένως απέκτησε αυτήν (κυριότητα) και με έκτακτη χρησικτησία, β) τον χαρακτήρα του επίδικου ως χορτολιβαδικής έκτασης και γ) τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί κτήσεως κυριότητας της ιδίας με τα προσόντα της τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, και ειδικότερα από την παραδοχή ότι το επίδικο, το οποίο αποτελεί ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελούμενο από καλλιεργήσιμο αγρό και βοσκότοπο μορφής χορτολιβαδικής δεν περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος δικαιώματι πολέμου ή λόγω έκτακτης χρησικτησίας καθώς και ότι δεν υπήρξε βοσκότοπος και λιβάδι έτσι ώστε να περιέλθει στην κυριότητά του και της έτερης παραδοχής ότι η αναιρεσίβλητη και οι κατονομαζόμενοι δικαιοπάροχοί της είχαν το επίδικο αφενός μεν δυνάμει τίτλων που ανατρέχουν στο έτος 1880 αφετέρου δε στη, διανοία κυρίου νομή και κατοχή τους, με καλή πίστη για χρονικό διάστημα πλέον των 30 ετών προς τις 11-09-1915, ασκώντας σ'αυτό τις αναφερόμενες, σύμφωνες με τη φύση του πράξεις νομής και κατοχής, με συνέπεια να καταστεί η αναιρεσίβλητη κυρία αυτού και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, προκύπτει ότι το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού ως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της απόφασής του, διέλαβε στην απόφασή του αυτή, πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, αφενός μεν ως προς το ουσιώδες, για την παραδοχή της παραπάνω ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος ζήτημα του χαρακτήρα του επίδικου ως λιβαδιού ή βοσκότοπου καθώς και της τυχόν περιέλευσής ου στην κυριότητά του δικαιώματι πολέμου, άλλως λόγω έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον δέχτηκε με σαφήνεια ότι το επίδικο δεν ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος ούτε περιήλθε στο αναιρεσείον δικαιώματι πολέμου η με έκτακτη χρησικτησία, αφετέρου δε ως προς το ουσιώδες επίσης για την παραδοχή της κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με σαφήνεια δέχθηκε ως προς το ζήτημα αυτό, ότι η αναιρεσίβλητη και οι δικαιοπάροχοί της είχαν αποκτήσει κυριότητα επί του επιδίκου δυνάμει νομίμων τίτλων ανατρεχόντων στο έτος 1880 καθώς και με τη διανοία κυρίου νομή και κατοχή τους επ'αυτού, διενεργώντας όλες τις αναφερόμενες στην απόφαση εμφανείς πράξεις νομής, με καλή πίστη, για περισσότερο από 30 έτη πριν την 11-09-1915.

Κρίνοντας δε το Εφετείο, βάσει των παραδοχών του αυτών, αφενός ότι το επίδικο δεν περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος ως λιβάδι ή βοσκότοπος, άλλως δικαιώματι πολέμου, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, και αφετέρου ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητά της εκτός του παράγωγου τρόπου και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής της και εκείνου των δικαιοπαρόχων της, απορρίπτοντας τη ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος και κάνοντας δεκτή τη βάση της αγωγής της αναιρεσίβλητης για την κτήση κυριότητας εκτός του παράγωγου τρόπου και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, σε ορθό πόρισμα κατέληξε, χωρίς να απαιτείται να αναφέρει σε ποιόν ανήκε η κυριότητα του επίδικου πριν το έτος 1880 οπότε και καταρτίστηκε το πρώτο συμβόλαιο και άρχισε η νομή των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης , ποια η κατάσταση του επίδικου ακινήτου κατά την οθωμανική κυριαρχία και στη συνέχεια, ποιο ιδιωτικό δικαίωμα είχε παραχωρηθεί επί τουρκοκρατίας στους δικαιοπάροχους της αναιρεσίβλητης. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 191 παρ. 2ΚΠολΔ) μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1ν. 3693/1957, ως ισχύει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06-11-2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 102/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ