241/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated241/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στα δικαστικά έξοδα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 241 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 241/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού και Αθλητισμού, που κατοικοεδρεύουν στην …, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευστρατίου Ηλιαδέλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 391/24-12-2014. Εκδόθηκαν η 23/2016 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 246/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης 885/28-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Τα άρθρα 1 εδ. α' και 2 παρ.1 του ν. 2021/1992 ορίζουν, το μεν πρώτο ότι "Συνιστάται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με έδρα την Αθήνα υπό την επωνυμία Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων", το δε δεύτερο ότι "Το Ταμείο δεν υπάγεται στο δημόσιο τομέα και λειτουργεί και διαχειρίζεται τις πιστώσεις κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, εξαιρείται των διατάξεων του δημοσίου λογιστικού και υπάγεται στην εποπτεία και τον έλεγχο του κράτους, που ασκείται από τον Υπουργό Πολιτισμού".
Περαιτέρω, το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 4109/2013 ορίζει ότι "Το Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (ΤΔΠΕΑΕ), ΝΠΙΔ με έδρα την …, το οποίο συνεστήθη με το ν. 2021/1992 (Α' 36), όπως ισχύει, και εποπτεύεται από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καταργείται", η δε παρ.4 περ.
α' του ίδιου άρθρου ορίζει ότι "Απαιτήσεις, υποχρεώσεις .... και πάσης φύσεως εκκρεμείς υποθέσεις, που υφίστανται κατά την κατάργηση του Ταμείου, μεταφέρονται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, το οποίο συνεχίζει και τις εκκρεμείς δίκες, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση για τη συνέχισή τους".
Η ισχύς των ως άνω διατάξεων του παρόντος άρθρου αρχίζει, κατά την παράγραφο 9 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου 2 του ν. 4142/2013, την 31η Μαΐου 2013. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις, μετά την κατάργηση του ανωτέρω ταμείου, το σύνολο των απαιτήσεων και υποχρεώσεών του και πάσης φύσεως εκκρεμείς υποθέσεις μεταβιβάσθηκαν στο Δημόσιο, το οποίο συνεχίζει και τις εκκρεμείς δίκες.
Επομένως, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, το Δημόσιο κατέστη διάδοχος τόσο των απαιτήσεων του καταργηθέντος "ΤΔΠΕΑΕ" κατά τρίτων, όσο και των υποχρεώσεών του έναντι τρίτων ακόμη και των επιδίκων. Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις του ανωτέρω ταμείου, παρά τη μεταβολή στο πρόσωπο του οφειλέτη, διατηρούν την ταυτότητά τους και μεταβαίνουν στο Δημόσιο με όλα τα μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα που είχαν.
Έτσι, η απαίτηση που μεταβιβάζεται παραμένει αναλλοίωτη κατά τα εκ του νόμου χαρακτηριστικά της (ουσιαστικά ή δικονομικά) και συνεπώς ο χρόνος της παραγραφής αυτής παραμένει ο ίδιος, ως είχε πριν τη διαδοχή, καθώς και η αφετηρία του υπολογισμού της. Επομένως, η απαίτηση διατηρεί την αυτοτέλειά της, υποκείμενη στις περί παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα που ίσχυαν για το ως άνω ταμείο (ΝΠΙΔ) και όχι στις περί παραγραφής διατάξεις του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", που ισχύουν για το Δημόσιο.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 250 αρ.11, 251 και 253 ΑΚ, συνάγεται ότι οι αξιώσεις των δικηγόρων για την πληρωμή αμοιβών τους παραγράφονται σε πέντε έτη και η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστη δυνατή η επιδίωξή τους. Ακόμη, η αξίωση των δικηγόρων για την αμοιβή τους από σύμβαση έμμισθης εντολής υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 3026/1954 "Κώδικα περί Δικηγόρων".
2.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.
3.Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 246/2018 απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι με την 1035/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης έφεσης κατά της 17/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας επί της από 3-8-2009 προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος, κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι είναι άκυρη ως καταχρηστική η γενόμενη την 23-7-2009 καταγγελία της από 26-2-2008 σύμβασης έμμισθης εντολής μεταξύ του ενάγοντος δικηγόρου και του εναγομένου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων" (ΤΔΠΕΑΕ), στη θέση του οποίου ήδη υπεισήλθε το Ελληνικό Δημόσιο.
Ότι η ανωτέρω εφετειακή απόφαση κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη, με την 745/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, της ασκηθείσας κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου. Περαιτέρω, το Εφετείο, σε σχέση με τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος (τότε εκκαλούντος- εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος), που αφορούν αποδοχές υπερημερίας και ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-8-2009 έως 30-11-2012, δέχθηκε ότι από τη γένεση αυτών μέχρι την επίδοση στο εναγόμενο της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα την 29-12-2014, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον των δύο ετών και, ως εκ τούτου, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή ο νεότερος νόμος 4109/2013, με τον οποίο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο διαδέχθηκε το ΤΔΠΕΑΕ.
Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την ένσταση περί διετούς παραγραφής του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, κατά το μέρος που αφορά τις ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-8-2009 έως 30-11-2012.
4.Με την κρίση ότι οι ως άνω ένδικες αξιώσεις υπέπεσαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, που ισχύει για το Δημόσιο, το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο διότι οι εν λόγω αξιώσεις του ενάγοντος για αποδοχές υπερημερίας, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-8-2009 ως 30-11-2012, γεννήθηκαν πριν την κατάργηση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων" (ΤΔΠΕΑΕ) και μετά την κατάργηση του ταμείου μεταφέρθηκαν στο Δημόσιο, ο δε χρόνος της παραγραφής αυτών παραμένει ο ίδιος, όπως είχε πριν τη διαδοχή και, συνεπώς, υπόκεινται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω στην πρώτη σκέψη, σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστη δυνατή η επιδίωξή τους και δεν συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (29-12-2014).
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 90 παρ.3 ν. 2362/1995, 3 παρ.4 περ. α' ν. 4109/2013 και 250 ΑΚ, είναι βάσιμος. Μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει στο σύνολό του το προσβαλλόμενο με αυτόν κεφάλαιο της απόφασης, καθίσταται, προεχόντως, αλυσιτελής η εξέταση της περιεχόμενης στον ίδιο λόγο περαιτέρω αιτίασης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων περί παραγραφής διατάξεων.
5.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που δέχθηκε την ένσταση περί διετούς παραγραφής και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς τις ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-8-2009 έως 30-11-2012 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, στα μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 246/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Οκτωβρίου 2019.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ