Legislator Case Law & Legislation
241/2017 AI generated

241/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 241/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 241 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

241/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 241 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 241 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 241/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Ι. Σ. του Μ.,2)Μ. Χ. του Β.,3)Β. Χ. του Μ., κατοίκων ... 4)Μ. Χ. του Μ., η οποία δεν παραστάθηκε 5)Μ. Χ. του Μ. κατοίκου .... Οι 1ος 2ος 3ος 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Μιχαηλίδη, ο οποίος δήλωσε ότι η 4η αναιρεσείουσα απεβίωσε.

Των αναιρεσιβλήτων:1)Ε. Μ. Μ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Ζαχαράκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2)Γ. Μ. Σ. και 3)Μ. Σ. - Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-1990 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2000 του ιδίου Δικαστηρίου, 159/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου .

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 29-12-2014 αίτησή τους, που επανέφεραν προς συζήτηση μετά από ματαίωση, με την από 5-10-2015 κλήση τους .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 10-9-2015 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης .

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 287 ΚΠολΔ η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής της δίκης γίνεται με επίδοση δικογράφου η με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως, το αργότερο μέχρι το πέρας της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση (ΚΠολΔ 286) από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος του, εξ αντιδιαστολής δε του άρθρου 288 ΚΠολΔ συνάγεται ότι επί απλής ομοδικίας η διακοπή, που επέρχεται στο πρόσωπο του ενός ομοδίκου, δεν επηρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς.

Εξάλλου οι διατάξεις των ως άνω άρθρων (ΚΠολΔ 573 παρ.1) εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία. Εξ ετέρου από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Κατά την παρ.3, εδ.β’ του ίδιου άρθρου αν στη δίκη μετείχαν περισσότεροι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Πειραιώς Ιωάννης Μιχαηλίδης, ο οποίος δήλωσε ότι η τέταρτη αναιρεσείουσα Μ.

Χ. του Μ., της οποίας ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος, όπως τούτο προκύπτει από το υπ’ αριθμ..../30.12.2014 πληρεξούσιο της συμβ/φου Ρόδου Μαρίας συζ.Νικολάου Ζωϊδη - Πέρου, απεβίωσε. Πλήν όμως ο εν λόγω πληρεξούσιος δεν προσκομίζει την αποδεικνύουσα το γνωστοποιούμενο γεγονός οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου, ενώ προσέτι με παραπομπή του προσέθεσε στις από 8-6-2015 και κατατεθείσες στη γραμματεία του ΑΠ στις 26.6.2015 προτάσεις των αναιρεσειόντων δηλώνει ότι ανακαλεί τη δήλωση αυτή γιατί έγινε από παραδρομή.

Η ανάκληση αυτή του λόγου της διακοπής δεν είναι νομότυπη, γιατί όπως και η γνωστοποίηση δεν μπορεί να γίνουν με τις προτάσεις, αφού αυτές ως δικόγραφο κατατίθενται και δεν επιδίδονται. Εφόσον όμως το γνωστοποιούμενο γεγονός δεν προκύπτει από ληξιαρχική πράξη ή άλλο συναφές έγγραφο, τούτο (γεγονός) θεωρείται αναπόδεικτο και δεν επιφέρει τη διακοπή της δίκης ως προς την εν λόγω αναιρεσείουσα, η οποία ως εκ τούτου μετέχει κανονικά σ’ αυτήν (δίκη) και πρέπει να δικασθεί ως να ήταν και η ίδια παρούσα (αρθρ. 576 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας αυτή όπως και οι λοιποί αναιρεσείοντες είναι οι επισπεύδοντες τη συζήτηση.

Εξ ετέρου ο δεύτερος και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι δε επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες δεν αποδεικνύουν την κλήτευσή τους, με την προσκομιδή των οικείων εκθέσεων επιδόσεως για την ορισθείσα μετά από κλήση τους, δικάσιμο της 3.2.2016, κατά την οποία νόμιμα αναβλήθηκε η συζήτηση λόγω αποχής των δικηγόρων, αρχικά για τη δικάσιμο της 25.5.2016 και στη συνέχεια, για τον ίδιο λόγο, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο.

Η συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 16.9.2015 ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας, κατά το χρόνο εκείνο, των εκλογών της 20.9.2015 και συνακόλουθα η προσκομιζόμενη για την τρίτη αναιρεσίβλητη κλήτευση για τη δικάσιμο εκείνη, καλύπτει μόνο την επίδοση του αναιρετηρίου. Εφόσον όμως δεν αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευση των εν λόγω 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων πρέπει η δίκη να χωρισθεί και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς, αφού η κλήτευσή τους προηγείται της έρευνας των λοιπών ζητημάτων της υποθέσεως ως προς αυτούς και δη της νομιμοποιήσεώς τους ως αναιρεσιβλήτων στην ένδικη υπόθεση, ως εκ της ιδιότητάς τους ως ομοδίκων των αναιρεσειόντων στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Επειδή κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104 για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή την υπέρβασή της.

Η εκπροσώπηση στο ακροατήριο μπορεί να γίνει από άλλο δικηγόρο από εκείνον που ενήργησε τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση, εκτός από τις προτάσεις, τις οποίες πρέπει να υπογράφει ο ίδιος δικηγόρος, που παραστάθηκε στο ακροατήριο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα αφορά και στην έγκριση των πράξεων που διενεργήθηκαν κατά την προδικασία έστω και αν αυτές έγιναν από άλλο δικηγόρο ή κατ’ εντολήν του ίδιου του πληρεξουσίου.

Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, υποβάλλει ένσταση απαραδέκτου της ασκήσεως της αναιρέσεως για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε (κατατέθηκε) από δικηγόρο άλλον από εκείνον που την υπογράφει και ειδικότερα ότι ασκήθηκε από τον διορισμένο στο Εφετείο Δωδεκανήσου δικηγόρο Ε.

Σ. και όχι από τον δικηγόρο Πειραιώς Ιωάννη Μιχαηλίδη, ο οποίος είναι ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους, που τους εκπροσώπησε και στο ακροατήριο. Η ένσταση αυτή, που άλλωστε εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως είναι αβάσιμη, καθόσον το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται από δικηγόρο που είναι διορισμένος στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε, όπως και έγινε να ασκηθεί, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε από το Εφετείο Δωδεκανήσου από δικηγόρο διορισμένο στο Εφετείο αυτό, ο οποίος και ενήργησε κατ’ εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου, ο οποίος είχε εξουσία για παροχή τέτοιας εντολής, όπως τούτο προκύπτει από το κατά το άρθρο 96 παρ.1 ΚΠολΔ πληρεξούσιο έγγραφο του διορισμού του, ήτοι το υπ’ αριθμ..../8.1.2015 πληρεξούσιο της συμβ/φου Καρπάθου Ζωής Μηνά Ρουσάκη.

Πρέπει λοιπόν η ένσταση αυτή να απορριφθεί και η κρινόμενη αναίρεση (κατά της υπ’ αριθμ.159/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου), που έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 4 και 552 επ. ΚΠολΔ.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195 και 1198 προκύπτει ότι παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως επί ακινήτου αποτελεί και η καθολική διαδοχή από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφτηκε νόμιμα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1199 του ίδιου κώδικα με την κατά το άρθρο 1193 μεταγραφή η κυριότητα του ακινήτου θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο από τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις του νομέα να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, όταν πρόκειται για ακίνητα, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτά πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις μεταξύ άλλων, τελούμενες είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ αντιπροσώπου είναι η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η φύλαξη, η καλλιέργεια, η δενδροφύτευση και συγκομιδή των καρπών κ.α., χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.

Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμμιά από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την διεκδικητική αγωγή κυριότητας με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (κληρονομική διαδοχή, και έκτακτη χρησικτησία) που άσκησε ο αναιρεσίβλητος κατά των Μ.

Σ. και Γ. και Σ. Μ. Σ. Μ. Χ., στη θέση των οποίων λόγω κληρονομικής διαδοχής υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες καθώς και οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων: "Ο ενάγων είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου (σπιτότοπου) μέσα στον οικισμό της Κοινότητας ... Καρπάθου στη θέση "...", επιφανείας 30 τμ, που συνορεύει βόρεια με κοινοτική οδό και δυτικά με ακίνητο Π.

Δ. καθώς και ενός αμπελιού που βρίσκεται στην τοποθεσία "..." της Κοινότητας ... Καρπάθου, έκτασης περίπου στρεμμάτων, που συνορεύει βόρεια με ακίνητο Π. Π., νότια με ακίνητο Β. Π., ανατολικά με κοινοτική οδό και δυτικά με ακίνητο Σ. Π.. Το δικαίωμα της κυριότητας του ενάγοντος στα ακίνητα αυτά συνομολογούν ρητά οι εναγόμενοι και μάλιστα αναφέρουν ότι δεν έχουν, ούτε είχαν εγείρει καμία διεκδίκηση στα ακίνητα αυτά.

Περαιτέρω το εριζόμενο επίδικο ακίνητο για την ταυτότητα του οποίου δεν υπάρχει αμφισβήτηση είναι ένα χωράφι που βρίσκεται στη θέση "..." της Κοινότητας ... Καρπάθου, έκτασης 4.763,27 τμ που συνορεύει βόρεια με κοινοτική οδό και ακίνητο κληρονόμων Γ. Α., νότια με ακίνητο Α. Μ.. Το ακίνητο αυτό ανήκε στην κυριότητα του απώτερου δικαιοπάροχου και παππού του ενάγοντα Β.

Μ. και δυνάμει της από 24-4-1917 διαθήκης του, η οποία συντάχθηκε κατά τα τότε κρατούντα στη νήσο Κάρπαθο ενώπιον του Αρχιερατικού Επιτρόπου Ε. Π. περιήλθε μετά τον κατά το έτος 1918 θάνατο του, στον πάτερα του ενάγοντα Μ. Μ., ο οποίος έκτοτε νεμόταν το ακίνητο αυτό διάνοια κυρίου, είτε προσωπικά ο ίδιος μέχρι την κατά το έτος 1938 αναχώρησή του για το ..., είτε δια της αντιπροσώπου αδελφής του Σ.

Τ., ενεργώντας όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του δηλ. το έσπερνε με όσπρια και σιτάρι στο χωματώδες μέρος του, το καλλιεργούσε τακτικά και τις πράξεις αυτές για λογαριασμό του τις συνέχισε η αδελφή του μέχρι τον κατά το έτος 1968 θάνατό του, (εννοεί θάνατό της) με αντάλλαγμα την κάρπωση του.

Κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα ήταν κοινά γνωστό στη μικρή κοινωνία της Κοινότητας ... Κάρπαθου, ότι το ακίνητο αυτό ανήκε στον πατέρα του ενάγοντα Μ. Μ. και ουδείς ποτέ αμφισβήτησε το γεγονός αυτό, ούτε και η ίδια αντιπρόσωπος αδελφή του, η οποία σε κάθε ευκαιρία δήλωνε ότι νέμεται, το ακίνητο αυτό για λογαριασμό του αδελφού της.

Στη συνέχεια το επίδικο, ο πραγματικός κύριος αυτού και πατέρας του ενάγοντα το κατέλιπε με άλλα ακίνητα στον τελευταίο, δυνάμει της από 2-8-1952 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύτηκε ενώπιον του Ελληνικού Προξενείου της πόλης ... στις 20-11-1952, την δε κληρονομιά αυτή αποδέχθηκε ο ενάγων με τη με αριθμό 9-1989 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς που συντάχθηκε ενώπιον του Έλληνα Προξένου της Καζαμπλάνκα της πρεσβείας της Ελλάδος στο ..., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου στον τόμο … και με αριθμό ....

Έτσι, όταν το ακίνητο αυτό περιήλθε στον ενάγοντα μετά τον θάνατο του προαναφερόμενου πατέρα του, άρχισε να νέμεται αυτό διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, δια της αντιπροσώπου του και αδελφής του πατέρα του Σ. Τ., η οποία συνέχισε τις προαναφερόμενες επ’ αυτού πράξεις νομής για λογαριασμό πλέον του ενάγοντα μέχρι τον κατά το έτος 1968 θάνατο της, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντα σε αυτό.

Άλλωστε, η παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα του ενάγοντα διαβάστηκε δημόσια κατά τις τότε κρατούσες συνθήκες στα χωριά της Καρπάθου, στο καφενείο της Κοινότητας ... από τον δημοδιδάσκαλο Γ. Ο., αφού προηγουμένως την είχε στείλει στη Κάρπαθο η μητέρα του ενάγοντα Κ. Μ.. Μετά το έτος 1968 την επίβλεψη, συντήρηση και καλλιέργεια του επίδικου ακινήτου ανέλαβε και συνέχισε πάντα για λογαριασμό του ενάγοντα η κόρη της Σ.

Τ. Μ. σύζυγος του πρώτου εναγομένου ενημερώνοντας μάλιστα και τη μητέρα του ενάγοντα για τις σφετεριστικές ενέργειες τρίτων. Συγκεκριμένα, αναγνωρίζοντας ότι το ένδικο ανήκει πάντα στον ενάγοντα, απέστειλε προς τη μητέρα του το έτος 1970 την από 3-2-1970 επιστολή της με την οποία χαρακτηρίζοντας το ακίνητο "..." ζητάει οδηγίες για το τί να πράξει προκειμένου να αντιμετωπίσει τις προθέσεις της Κοινότητας, η οποία ήθελε να ανοίξει δρόμο διαμέσου αυτού αναφέροντας χαρακτηριστικά στο γράμμα αυτό ότι "έχω και τους εχθρούς για την ...

μα θέλουν μερικοί για δική του και μερικοί για στράτες. Λοιπόν θεία σκεφτείτε και γράψετε μου πως θα τους κάμω τους ανθρώπους, εγώ δεν θέλω να χαρούν οι εχθροί να τα πάρουν με το έτσι θέλω". Με την επιστολή της αυτή η σύζυγος του πρώτου εναγομένου και κόρη της θείας του ενάγοντα Σ. Τ., αναγνωρίζει πλήρως τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, του ενάγοντα στο επίδικο ακίνητο τουλάχιστον μέχρι το έτος 1970, διότι δεν θα είχε κανένα λόγο να ζητάει οδηγίες από την μητέρα του για το πως θα αντιμετωπίσει τις σφετεριστικές ενέργειες τρίτων, εάν νεμόταν το ακίνητο αυτό αποκλειστικά για λογαριασμό της.

Επομένως κατά το έτος 1970 ήδη ο ενάγων είχε καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου τόσο με έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας και τη διάνοια κυρίου νομή του πατέρα του Μ. Μ. όσο και με τακτική χρησικτησία αφού νεμήθηκε αυτό διάνοια κυρίου και με καλή πίστη με τον τρόπο που αναφέρεται παραπάνω για δέκα και πλέον συνεχή έτη μετά τον κατά το έτος 1952 θάνατο του πατέρα του, αφού το ακίνητο περιήλθε σ’ αυτόν με νόμιμο τίτλο (την από 2-8-1952 ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα του).

Εξάλλου και μετά το έτος 1970 η σύζυγος του πρώτου εναγομένου συνέχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο για λογαριασμό του ενάγοντα και από το έτος 1974 άρχισαν να νέμονται αυτό για λογαριασμό τους οι εναγόμενοι, σύζυγος και κόρη της προαναφερόμενης, οι οποίοι από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 άρχισαν να εποφθαλμιούν το ακίνητο, αυτό και το έτος 1984 ρητά αντιποιήθηκαν τη νομή του ενάγοντος καταλαμβάνοντας τo για λογαριασμό τους και αρχίζοντας να κτίζουν σπίτι, μέσα σ’ αυτό.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ oτι η δεύτερη εναγομένη ανταλλάσει στα πλαίσια δικαστικών αγώνων που είχαν ανοιχτεί με την Κ. Λ., για το επίδικο ακίνητο, επιστολές με την μητέρα του ενάγοντα από τις οποίες προκύπτει με σαφήνεια ότι αναγνώριζε τα δικαιώματα τους στο επίδικο και κατά το έτος 1981, όταν στην από 6-2-1981 επιστολή της ζητούσε από την μητέρα του ενάγοντα να της στείλει την διαθήκη του πατέρα του γράφοντας ότι "θα ήθελα θεία να μου στείλεις ένα αντίγραφο της διαθήκης του θείου για κάλο δικό μας και δικό σας".

Από την επιστολή αυτή προκύπτει ότι πράγματι και η δεύτερη εναγομένη αναγνώριζε τα δικαιώματα του ενάγοντα στο επίδικο και ενεργούσε για λογαριασμό του, διότι, εάν θεωρούσε το ακίνητο αυτό ιδιοκτησία δική της και του πατέρα της πρώτου εναγομένου, δεν είναι λογικό να απευθύνεται στη μητέρα του ενάγοντα και να της ζητά να της στείλει την ανωτέρω διαθήκη του συζύγου της με την οποία κατέλειπε το επίδικο ακίνητο στον ενάγοντα.

Βέβαια το 1984, έτος κατά το οποίο πλέον οι εναγόμενοι άρχισαν να αντιποιούνται τη νομή του ενάγοντα, εμφανίζουν τo επίδικο ως ανήκον στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή τους, στην από 4-1-1984 επιστολή της προς την μητέρα του ενάγοντα αρχίζει να τηρεί μια διαφορετική στάση απέναντι σ’ αυτήν για το τι τελικά θέλει να κάνει στο επίδικο, αναφέρει όμως επί λέξει και στην επιστολή αυτή ότι "Λοιπόν Θεία σου λέγω και πάλι εκείνο που είπαμε δεν το γελώ ότι ώρα θέλουν τα παιδιά να κάνουν σπίτι δεν τους απαγορεύω", εννοώντας ότι δεν έχει αντίρρηση να χτίσουν σπίτι στο επίδικο ο ενάγων και τα αδέλφια του.

Αλλά και από αυτή ακόμα την επιστολή, η οποία είναι γραμμένη στο κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο οι εναγόμενοι μεταβάλλουν στάση και αρχίζουν να σφετερίζονται την κυριότητα του ενάγοντα στο ακίνητο αυτό, προκύπτει ότι έστω και την τελευταία, στιγμή η δεύτερη εναγομένη αναγνωρίζει έστω και αόριστα τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του ενάγοντα, αφού αναφέρει στη μητέρα του και θεία της ότι δεν θα την ξεγελάσει και θα επιτρέψει στον ενάγοντα και τα αδέλφια του να χτίσουν σπίτι σ’ αυτό, ενώ δεν είχε κανένα λογικό λόγο να αναφερθεί με αυτά τα λόγια για το επίδικο, εάν θεωρούσε ότι ήταν αποκλειστικά κύριοι οι εναγόμενοι.

Αντίθετα από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι νεμήθηκαν ποτέ το επίδικο ακίνητο για δικό τους λογαριασμό, τόσο η αδελφή του πατέρα του ενάγοντα Σ. Τ., όσο και η κόρη της Μ. σύζυγος του πρώτου εναγομένου και μητέρα της δεύτερης, αλλά ούτε και η τελευταίοι ουδέποτε κατέστησαν κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Συγκεκριμένα το επίδικο ακίνητο ουδέποτε προικίστηκε το έτος 1938 από την Σ. Τ. στην κόρη της Μ. δυνάμει του από 9-1-1938 ιδιωτικού προικοσύμφωνου συμβολαίου γιατί το αναφερόμενο σ’ αυτό ακίνητο δηλ. "αμπέλια" εις "..." πλησίον ομοίου Μ. συζ. Ν. Σ." δεν έχει καμία σχέση με το επίδικο, είναι διαφορετικό ακίνητο από αυτό που χωρίζεται από το τελευταίο με κοινοτικό δρόμο, ψηλό τοίχο, ευρίσκεται δε σε υψηλότερο επίπεδο από αυτό.

H κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι πρόκειται, περί δύο διαφορετικών ακινήτων και επομένως εκείνο που έλαβε ως προίκα η σύζυγος του πρώτου εναγομένου ήταν ένα άλλο ακίνητο που βρίσκεται στην ίδια θέση και όχι το επίδικο, ενισχύεται και από την απλή ανάγνωση του παραπάνω προικοσυμφώνου, καθώς και των τίτλων του ενάγοντος από τα οποία προκύπτει ότι το ένα ακίνητο χαρακτηρίζεται ως αμπέλι, το οποίο πράγματι και ήταν ανέκαθεν αμπέλι, το δε επίδικο αναφέρεται ως χωράφι, ιδιότητα την οποία είχε ανέκαθεν το ακίνητο αυτό και μάλιστα ήταν επικλινές (...).

Το ότι είναι διαφορετικά άλλωστε τα δυο αυτά ακίνητα, το καταθέτει και ο μάρτυρας των εναγομένων προσπαθώντας όμως στην κατάθεση του να τα ταυτίσει με το επίδικο για να ισχυριστεί ότι αυτό είναι εκείνο, το οποίο έλαβε ως προίκα η Μ. συζ. Μ. Σ.. Αλλ’ όπως προαναφέρθηκε το επίδικο ακίνητο, ενέμοντο απολαμβάνοντας τη κάρπωση του η Σ.

Τ. και η κόρη της Μ., πάντα για λογαριασμό των πραγματικών ιδιοκτητών του δηλ. του ενάγοντα και του πατέρα του, χωρίς ποτέ οι προαναφερόμενες να προβάλλουν δικά τους ιδιοκτησιακά δικαιώματα στο ακίνητο αυτό μέχρι το 1975 οπότε απεβίωσε και η παραπάνω δεύτερη από αυτές, αλλ’ αντίθετα δηλώνοντας συνεχώς με όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες και πράξεις τους ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κυριότητα του ενάγοντα και του πατέρα του, γεγονός άλλωστε το οποίο ήταν ανέκαθεν γνωστό στη μικρή κοινωνία της Κοινότητας ...

Καρπάθου". Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκτήσεως από τον αναιρεσίβλητο της κυριότητας του επιδίκου με του επικαλούμενους παράγωγο (κληρονομική διαδοχή) και πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) τρόπο, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων.

Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο έχει περιέλθει στην κυριότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου από νόμιμα αποδεχθείσα και μεταγραφείσα από ιδιόγραφη διαθήκη, της 2.8.1952, κληρονομιά του πατέρα του Μ. Μ., ο οποίος επίσης είχε αποκτήσει την κυριότητα από εκ διαθήκης κηρονομιά του πατέρα του Β.

Μ.. Ότι πέραν του παραγώγου αυτού τρόπου, ήτοι της αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από κληρονομιά από του χρόνου θανάτου του πατέρα του, ήτοι από το 1952 καθόσον η κατά το 1989 αποδοχή έχει ως αποτέλεσμα την περιέλευση της κυριότητας από του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, αφού νεμήθηκε τούτο με τα οικεία προσόντα δια των αντιπροσώπων του Σ.

Τ., αδελφής του πατέρα του και στη συνέχεια δια της κόρης της τελευταίας Μ. μέχρι το 1974, που οι αρχικοί εναγόμενοι άρχισαν να το νέμονται για τον εαυτό τους, αντιποιηθέντες ρητά τη νομή το 1984 δια της ανεγέρσεως οικίας, ενώ ο αρνητικός ισχυρισμός των εναγομένων περί αποκτήσεως του επιδίκου από το 1938 αιτία προικός από τη Σ.

Τ. στην κόρη της Μ., το οποίο στη συνέχεια νεμήθηκε η κόρη της τελευταίας δεύτερη εναγόμενη δεν αποδείχθηκε. Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος τρίτος και πέμπτος από τους λόγους της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του δευτέρου λόγου και του τρίτου κατά τις οποίες οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης είναι αντίθετες με αυτά που προκύπτουν από τις αποδείξεις είναι απαράδεκτες, γιατί αποδίδουν στην απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττουν την κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών.

Περαιτέρω η επίκληση της διατάξεως του άρθρου 1010 ΑΚ είναι αλυσιτελής, αφού η ένδικη αγωγή είναι διεκδικητική κυριότητας ακινήτου και δεν αφορά σε καλόπιστη ανοικοδόμηση σε γειτονικό ακίνητο, ενώ η επίκληση στον ίδιο λόγο του κειμένου των διατάξεων των αριθμών 8, 9, 12 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ χωρίς αντίστοιχο πραγματικό δεν ιδρύουν αναιρετικούς λόγους.

Εξάλλου οι αιτιάσεις του τρίτου λόγου κατά τις οποίες η εξετασθείσα ενώπιον του προξένου της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον μάρτυρας Κ. Λ. ήταν εξαιρετέα μάρτυρας, ως προσδοκούσα έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτες, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η οικεία ένσταση υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε ότι ο επικαλούμενος λόγος εξαιρέσεως του άρθρου 400 αρ.3 ΚΠολΔ υποβλήθηκε νομότυπα πριν από την όρκιση της μάρτυρος, κατά το άρθρο 403 αρ.2 του ίδιου κώδικα.

Επειδή με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι χωρίς να καταρτισθεί πλειοψηφία, καθόσον διατυπώθηκαν περισσότερες από δύο γνώμες των μελών του δικαστηρίου, έκρινε ότι δεν απαιτείται η διενέργεια πραγ/νης ώστε να εξακριβωθεί η ταυτότητα του επιδίκου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, μη στοιχειοθετουμένης της επικαλουμένης παραβάσεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Ειδικότερα όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, ως προς το ζήτημα της διενέργειας πραγ/νης, διατυπώθηκαν δύο γνώμες και δη μία της Εισηγήτριας και μία των δύο άλλων μελών του δικαστηρίου και οι γνώμες αυτές σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 302 ΚΠολΔ περιλήφθηκαν στην απόφαση.

Ενόψει τούτων δεν στοιχειοθετείται το επικαλούμενο απαράδεκτο. Περαιτέρω με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως υπολαμβάνεται ότι η τυχόν ανακριβής περιγραφή του επιδίκου αντικειμένου καθιστά το δικόγραφο της εφέσεως αόριστο, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, καθόσον αόριστο είναι το δικόγραφο της εφέσεως, το οποίο δεν περιέχει τουλάχιστον ένα σαφή και ορισμένο λόγο εφέσεως, που να εκθέτει τις πλημμέλειες που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η νομική και ουσιαστική τους βασιμότητα (αρθρ.520 παρ.1 ΚΠολΔ).

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ενώ από την βεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος, ως προς την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, έλαβε υπόψη και το τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.

Κ., το οποίο και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Όσον αφορά το σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ν.Π. δεν προκύπτει ότι έγινε επίκλησή του με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των αναιρεσειόντων, με τον οριζόμενο στο άρθρο 240 ΚΠολΔ τρόπο (Ολ.ΑΠ 23/2008). Ενόψει τούτων και ο έκτος λόγος της αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 11 εδ.γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι του αριθμού 8 εδ.β του ίδιου άρθρου, καθόσον αναφέρεται σε έγγραφα που δεν λήφθηκαν υπόψη μας όχι σε πράγματα, πρέπει να απορριφθεί.

Ακόμη η αιτίαση του τρίτου λόγου κατά την οποία η προσβαλλομένη απόφαση για την εκ κληρονομίας απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον πατέρα του ενάγοντα Μ. Μ. στηρίχθηκε σε ανεπίτρεπτο (ως εκ του χρόνου ασκήσεως της αγωγής) αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα σε ανεπικύρωτο φωτοαντίγραφο της από 24.4.1917 διαθήκης του παππού του Β.

Μ. είναι αλυσιτελής μη στοιχειοθετουμένης της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθόσον αναφέρεται σε πλεοναστική αιτιολογία της απόφασης, της οποίας η παραδοχή για απόκτηση από τον ενάγοντα της κυριότητας του επιδίκου από κληρονομιά του πατέρα του Μ. Μ., που ήταν κύριος του επιδίκου, κάλυπταν το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, για απόκτηση του δικαιώματος του ενάγοντος από κληρονομική διαδοχή.

Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο, του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (αρθρ.495 παρ.3 εδ.3 ΚΠολΔ), ενώ αυτοί προσέτι (αναιρεσείοντες) ως ηττηθέντες διάδικοι (αρθρ.183, 176 και 180 παρ.1 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους απολιπομένους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ήτοι τους Γ. Μ.Σ. και τη Μ. Σ. Ν..

Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση.

Απορρίπτει την από 29.12.2014 αίτηση των Ι. Σ. του Μ., Μ. Χ. του Β., Β. Χ. του Μ., Μ. Χ. του Μ. και Μ. Χ. του Μ. κατά του Ε. Μ. Μ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ.159/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ